breaking newsΔιεθνή

H θυσία του Σταυραετού του Μαχαιρά που επιβεβαώνει ότι «η Ελευθερία είναι βγαλμένη απ’ τα κόκκαλα των Ελλήνων τα ιερά»

Αντάρτης, αγωνιστής…… είν’ ο ίδιος ο λαός

Ο καιρός παγερός, χειμωνιάτικος. Και όμως, οι αμυγδαλιές είχανε πάρει να χρωματίζουν τις πλαγιές των γύρω βουνών. Κι έτσι στολισμένη θα βρει τη φύση στο Μουτουλλά – ένα χωριό στις βόρειες πλαγιές του Τροόδους, το τέλος του Απρίλη. Ο Μάρτης είχε μόλις ξεμυτήσει. Σαν γδάρτης και παλουκοκαύτης έδειχνε τα δόντια του, κι αυτό ήταν εξαιρετικά υποβοηθητικό για τις μετακινήσεις των ανταρτών του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ.

Εκείνη τη χρονιά την Κυριακή 3 του Μάρτη, κατά το σωτήριον έτος 1957, ο Ανδρέας ετοιμαζόταν να γιορτάσει μια διττή ευτυχή συγκυρία. Τα 14α γενέθλιά του και τη Σήκωση της Τυρινής. Ως ο πρωτότοκος γιος του Σωκράτη και της Μαρίας – μιας πολύτεκνης οικογένειας – φοιτούσε ήδη στην Γ΄ του Γυμνασίου, έσερνε πίσω του τον Πλάτωνα, στην Α΄ Γυμνασίου, τον Ιωάννη στην Πέμπτη και τον Κωσταντίνο στην Τρίτη Δημοτικού, τον Αριστοτέλη κοντά στα έξι και τον Νίκο τριών χρονών νήπιο, που τότε, ήταν ακόμα το μωρό.

Το σπιτικό τους ετοιμαζόταν ν’ ανοίξει για τους συγγενείς εκείνη την παγερή βραδιά, μα όχι για χάρη της αφεντιάς του! Όχι μόνο δεν ξέρανε να γιορτάζουν τα γενέθλια με τούρτα, κεράκια και δώρα, μάλλον επιδίωκαν να υποβαθμίσουν τη σημασία της ξεχωριστής αυτής ημέρας. Το μόνο που είχαν να κερδίσουν, ήταν κάμποσα τραβήγματα των αυτιών από το ευρύτερο συγγενολόι, ευχόμενοι το «να ζήσεις». Αντί για δώρο δηλαδή, μόνον πόνο!

Εξ ου και, αποσιωπώντας τη δική του προσωπική επέτειο, οι εορτασμοί ήταν αφιερωμένοι εξ ολοκλήρου στο τελευταίο «μιλλωμένο» γεύμα έως το Χριστός Ανέστη.

Παρά τους χαλεπούς καιρούς των ισχνών αγελάδων μα, και των πολιτικών καταστάσεων, ο κόσμος της υπαίθρου προσπαθούσε να τηρεί, όσο ήταν δυνατό, τα έθιμα και τα ήθη του λαού της πολύπαθης Κύπρου. Το βράδυ, λοιπόν, της Σήκωσης, τα σόγια μαζεύονταν με τα φαγητά τους σε κάποιο συγγενικό σπίτι – εκ περιτροπής – και όλοι μαζί έπαιρναν το δείπνο τους, πριν ξεκινήσει η περίοδος της νηστείας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Στη σειρά του, για να φιλοξενήσει το μεγάλο τσιμπούσι, ο Σωκράτης. Είχε φροντίσει από νωρίς να φουντώσει τη φωτιά στη μεγάλη τσιμινιά του σπιτικού του. Τα φαγητά εκεί θα μαγειρεύονταν, αλλά και για να θερμανθεί το μεγάλο δωμάτιο 36 περίπου τετραγωνικών, όπου θα κάθονταν οι καλεσμένοι, γύρω από τρία τραπέζια που ήδη ήταν τοποθετημένα στη σειρά.

Τα παιδιά από ώρας είχαν πάρει τις θέσεις τους στη θαλπωρή της φωτιάς προτού ακόμα βραδιάσει κι αρχίσουν να καταφθάνουν σιγά σιγά οι αναμενόμενοι μουσαφιραίοι. Οι θείοι και οι θείες, ο παππούς και η γιαγιά και κάποια από τα ξαδέλφια. Οι γυναίκες με το που έφταναν, έμπαιναν μία μία στο χορό της προετοιμασίας του τραπεζιού μαζί με την οικοδέσποινα. Η ζιβανία και το κρασί είχε ήδη σερβιριστεί ανάμεσα στους άντρες που κάθονταν κι αυτοί απέναντι από τη φωτιά σχηματίζοντας ένα δεύτερο, μεγαλύτερο ημικύκλιο, πίσω από τα παιδιά. Το θέμα της συζήτησης σχεδόν μονοπωλούσε ο συνεχιζόμενος Αγώνας εναντίων των Άγγλων καταχτητών. Κι ο Ανδρέας, με τα αυτιά τεντωμένα, να αφουγκράζεται την κάθε λεπτομέρεια, την κάθε άποψη, την κάθε αλλαγή στα ηχοχρώματα των συνομιλητών. Στην καρδιά, σχεδόν, της εφηβείας, δεν ήταν ξένος στον Αγώνα, στις προσδοκίες, στους στόχους, στη δράση την ενεργό.

Η ώρα ήταν σχεδόν 7:30. Ο παππούς Κωστής και η γιαγιά Ανδρομάχη, είχαν καταλάβει τις προκαθορισμένες θέσεις τους στο τραπέζι, μακριά από την τσίκνα από τα λουκάνικα που σουβλίζονταν στα κάρβουνα της τσιμινιάς. Ήταν οι μόνοι από την οικογένεια που τηρούσαν τα έθιμα και τη νηστεία όπως όριζε το εκκλησιαστικό τυπικό. Ήταν άλλωστε η Σήκωση της Τυρινής, περιλάμβανε μόνο τυροκομικά – μακαρόνια με αναρή, ραβιόλες και γάλα όξυνο-. Γιαούρτι, δηλαδή, μόνο που τότε δεν το γνώριζαν με την κανονική του ονομασία, ήταν το αγαπημένο έδεσμα του Ανδρέα, που περίμενε με ανυπομονησία να το γευτεί καμιά φορά το χρόνο.

«Άτε, είμαστε έτοιμοι. Κοπιάστε!» Η οικοδέσποινα έδωσε το πολυαναμενόμενο πρόσταγμα για μετάβαση στο τραπέζι. Οι μυρωδιές τους είχαν τρυπήσει τα ρουθούνια και το στομάχι τους λαχταρούσε να υποδεχτεί τις καλοφαγίες που σπάνια απολαμβάναν εκείνες τις εποχές. Ο οικοδεσπότης, ιστάμενος, μας έκοψε τη φόρα: «πρώτα να ακούσουμε τα νέα που το ράδιο και μετά καθόμαστε». Με κίνδυνο να πήξει η σούπα και να λασπώσουν τα μακαρόνια, χαραμίζοντας τον κόπο της μάνας και των θειάδων, όλοι, – μαζί και ο δεκατετράχρονος νεαρός – τον ακολουθήσαν στην άλλη άκρη του μεγάλου δωματίου, όπου ένα μικρό ραδιοφωνάκι μετέδιδε μουσική. Όλοι προτιμούσαν να ακούνε τις ειδήσεις από το ΕΙΡ, το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας της Ελλάδας, που άρχιζαν με εκείνη την αλησμόνητη προσφώνηση: «Αδελφοί Κύπριοι, … », αλλά οι Άγγλοι είχαν μόλις προ εικοσαημέρου καταφέρει να καλύψουν τη φωνή του εκφωνητή με παράσιτα, ώστε να μη μπορούν να ακούνε τη «Φωνή της Πατρίδος», την «Ψυχή της Κύπρου», το «Η Κύπρος μας». Πριν ακόμα οι ομοεθνείς μας στη μητροπολιτική Ελλάδα εξεύρουν τρόπους, ώστε η πραγματική φωνή της μητρός πατρίδος να εξακολουθήσει απρόσκοπτα να μεταδίδει τις πραγματικές ειδήσεις, εκείνο το βράδυ αναγκάστηκαν να συντονιστούν με το προπαγανδιστικό όργανο των Εγγλέζων στην Κύπρο. Την ελεγχόμενη από την κατοχική δύναμη «Κυπριακή Ραδιοφωνική Υπηρεσία (Cyprus Broadcasting Service, CBS)», που αργότερα μετονομάστηκε σε ΡΙΚ. Στις 7:30 ακριβώς, της Κυριακής 3ης Μαρτίου του 1957, ξεκίνησαν οι ειδήσεις. Η πρώτη είδηση έλεγε επί λέξει τα εξής:

«Δυνάμεις ασφαλείας, ενεργούσαι κατόπιν πληροφοριών, εφόνευσαν σήμερον την μεσημβρίαν εις περιοχήν παρά την Μονήν Μαχαιρά τον επικηρυγμένον διά ποσού πέντε χιλιάδων λιρών, τον γνωστόν ως υπαρχηγόν της ΕΟΚΑ και πρώην αξιωματικόν του Ελληνικού Στρατού, τρομοκράτην Γρηγόριον Αυξεντίου, και συνέλαβαν τέσσαρας άλλους τρομοκράτας, οι οποίοι ευρίσκοντο μετ’ αυτού εντός ορεινού κρησφυγέτου, μετά από δεκάωρον μάχην. Ο φονευθείς τρομοκράτης, εις μίαν εκδήλωσιν απελπισίας και απογνώσεως, ηρνήθη να εξέλθη του κρησφυγέτου του και να παραδοθεί, προετίμησε δε αντάξιον της δειλίας και της ανανδρίας του θάνατον, όταν αι δυνάμεις ασφαλείας επετέθησαν κατά του οχυρού του διά να τον συλλάβουν».

Μια απόλυτη σιωπή, μια παγωμένη σιωπή, πιο παγωμένη κι από την παγερή νύχτα των βουνών της Μαραθάσας, τρύπωσε στη μεγάλη οικογενειακή καμάρα, κάλυψε τις θεριασμένες φλόγες που καρβούνιαζαν τρίζοντας το σωρό των ξύλων μέσα στην τσιμινιά, απλώθηκε έρποντας ανάμεσά τους και πλάκωσε τις ψυχές ολονών. Όλοι τους συνειδητοποιούσαν το τεράστιο πλήγμα για την Οργάνωση, για τον Αγώνα, για τον αταλάντευτο Εθνικό στόχο. Ένας ένας συρθήκαν στις καρέκλες τους, μακριά από το τραπέζι με τα στρωμένα φαγητά. Η σούπα πάγωνε στα βαθουλά πιάτα, τα μακαρόνια λάσπωναν, τα λουκάνικα δεν ξελίγωναν πια κανέναν… Μόνον οι μικρότεροι έσπαγαν παράταιρα με τις κουβέντες τους ακόμα την τραγική σιωπή αδυνατώντας να συλλάβουν την άμετρη απώλεια. Ο Ανδρέας, παρέμεινε σκυφτός κοντά στο ραδιόφωνο για ώρες. Εκείνο το βράδυ δεν πλησίασε καθόλου το τραπέζι.

Μπορεί να έμεινε στην ίδια στάση ίσαμε δυο ώρες! Αναλογιζόταν την πρώτη είδηση του δελτίου και τα επακόλουθά της. Θα μπορούσε άραγε ο Αγώνας να συνεχιστεί μ’ ετούτη την απώλεια;

Πρώτη φορά άκουγε για Υπαρχηγό της ΕΟΚΑ, μόλις είχε μάθει το όνομά του. «Γρηγόρης Αυξεντίου, αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού», επικηρυγμένος με ένα αστρονομικό ποσό για την εποχή – Σε κάποια στιγμή τα μάτια του δάκρυσαν και σαν να τον πήρε το κλάμα, όταν σκέφτηκε τους συγγενείς του. Παρόλο το νεαρό της ηλικίας του, διέκρινε μέσα από τις ειδήσεις τις αντιφάσεις των Εγγλέζων, που είχαν σκόπιμα ερμηνεύσει τη μη παράδοσή του ως δειλία και ανανδρία, ενώ επρόκειτο ακριβώς για το αντίθετο! «Μολών Λαβέ» τους είχε βροντοφωνάξει ο Αυξεντίου εκείνο το απομεσήμερο του Μάρτη, τη Σήκωση της Τυρινής, ανήμερα των γενεθλίων του. «Μολών Λαβέ» ως σύγχρονος Σπαρτιάτης, κι ας μην το ήξερε τότε ακόμα πως έτσι πραγματικά γενήκανε τα γεγονότα. «Μέγας ηρωισμός και φιλοπατρία, παράδειγμα προς μίμηση και ηρωική θυσία», έπρεπε να λέει η πρώτη είδηση.

Η ομήγυρη διαλύθηκε σιγά – σιγά, χωρίς διασκέδαση ή φαγοπότι. Το ίδιο συνέβη και σε χιλιάδες σπίτια ανά την επικράτεια της μεγαλονήσου. Ο αγώνας, που ήθελε και θυσίες και ήρωες, στηριζόταν απόλυτα από ολόκληρο τον κυπριακό λαό.

Σε όλη την κατοπινή ζωή του Ανδρέα, αντηχεί μέσα στα αυτιά μου, σε κάθε του γενέθλια, το άθλιο αγγλικό ανακοινωθέν. Αρκετά αργότερα, όταν ωρίμασε, ξανασκεπτόμενος την είδηση αυτή, αντιλήφθηκε την άθελη παραδοχή των αγγλικών δυνάμεων του ηρωισμού και της παλικαριάς του ήρωα. Η είδηση έλεγε ότι σκοτώθηκε «μετά από δεκάωρον μάχην». Αυτό και μόνο αρκεί. Μια βρετανική αυτοκρατορία, με μέσα πάντα σύγχρονα και με εκπαιδευμένο στρατό, τα έβαλε με ένα λεβέντη και κατάφερε να τον εξοντώσει μετά από δέκα ώρες! Αυτό από μόνο του γιγαντώνει το μεγαλείο του Γρηγόρη Αυξεντίου. Η θυσία του ήρωα και ο τρόπος που έγινε, ατσάλωσε την πίστη του κυπριακού ελληνισμού, που έγραφε ιστορία στην πράξη.

Αργότερα, σαν εκπαιδευτικός, κάθε χρόνο στις 3 του Μάρτη, διηγούνταν στους μαθητές του την ιστορία εκείνης της Κυριακής του ’57, και πάντα τον παρακολουθούσαν με προσοχή, αλλά και θαυμασμό προς τον ήρωα. Μεταξύ άλλων προσπαθούσε να επεξηγήσει ακόμα δυο πράγματα: Τη φράση του ήρωα «ΕΓΩ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ». Και την έννοια έμεινε «ΑΘΑΝΑΤΟΣ». Όσο για το δεύτερο, εκτός της ερμηνείας της αιώνιας μνήμης, τόνιζε ότι ο ήρωας θα παραμείνει στην αθανασία, αλλά πάντα νέος, σε ηλικία 29 ετών, σε σύγκριση με μας τους κοινούς θνητούς, που θα φύγουν από αυτή την προσωρινή ζωή, όταν τους καλέσει ο μεγαλοδύναμος.

Με τη θυσία του αυτή, ο Σταυραετός του Μαχαιρά, επιβεβαίωσε τον ποιητή, ότι «η Ελευθερία είναι βγαλμένη απ’ τα κόκκαλα των Ελλήνων τα ιερά».

Ανδρέας Γεωργιάδης Εκπαιδευτικός

Μάρτιος 2026

Back to top button