breaking newsΆποψηΕλλάδα

Ιωάννης Μάζης για την Έξοδο του Μεσολογγίου: Η θυσία που άλλαξε τη διπλωματία και άνοιξε τον δρόμο για την ελευθερία

Με εμφανή συγκίνηση, αλλά και με ξεκάθαρη πρόθεση να ξεφύγει από τους συνήθεις εορταστικούς τόνους, ο Ιωάννης Μάζης επέλεξε να προσεγγίσει την Έξοδο του Μεσολογγίου όχι μόνο ως κορυφαία πράξη ηρωισμού, αλλά ως γεγονός με βαθύ διπλωματικό και γεωπολιτικό αποτύπωμα. Από την αρχή της τοποθέτησής του ξεκαθάρισε ότι δεν βρέθηκε εκεί για να εκφωνήσει έναν πανηγυρικό, αλλά για να παρουσιάσει ανάλυση, θέλοντας να φωτίσει τις διεθνείς πραγματικότητες που περιέβαλαν την πολιορκία και την πτώση της πόλης.

Στον πυρήνα της παρέμβασής του βρέθηκε η μελέτη που, όπως ανέφερε, παρουσίαζε για πρώτη φορά δημόσια, ειδικά για το συγκεκριμένο ακροατήριο και το «ιερό χώμα» του Μεσολογγίου. Ο τίτλος της εργασίας του ήταν χαρακτηριστικός: «Η θυσία ως καταλύτης – το διπλωματικό και γεωπολιτικό πλαίσιο κατά την περίοδο της Εξόδου του Μεσολογγίου». Μέσα από αυτή τη συλλογιστική, ο καθηγητής επιχείρησε να αναδείξει πως η Έξοδος δεν ήταν απλώς ένα δραματικό επεισόδιο της Επανάστασης, αλλά μια τομή που επηρέασε ολόκληρη την ευρωπαϊκή πολιτική του 19ου αιώνα.

Όπως υποστήριξε, η θυσία των υπερασπιστών της πόλης δεν λειτούργησε μόνο ως σύμβολο αυτοθυσίας και αντίστασης, αλλά ως στρατηγικός καταλύτης που αναδιάταξε διπλωματικές ισορροπίες και επιτάχυνε διαδικασίες που οδήγησαν τελικά στη δημιουργία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Κατά την προσέγγισή του, η ιστορία του Μεσολογγίου δεν μπορεί να διαβαστεί αποκλειστικά με στρατιωτικούς ή ηρωικούς όρους. Οφείλει να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο διεθνές περιβάλλον, όπου συγκρούονταν συμφέροντα, ιδέες και στρατηγικές επιδιώξεις των Μεγάλων Δυνάμεων.

Ο Ιωάννης Μάζης ανέτρεξε στο ευρωπαϊκό πλαίσιο των ετών 1821-1826, υπενθυμίζοντας ότι η Ελληνική Επανάσταση προκάλεσε αρχικά ενθουσιασμό, αλλά και σοβαρές επιφυλάξεις. Η Ιερά Συμμαχία, το σύστημα που είχε οικοδομηθεί μετά το Συνέδριο της Βιέννης, αντιμετώπιζε κάθε επαναστατικό κίνημα ως απειλή κατά της μοναρχικής νομιμότητας. Ωστόσο, όπως επεσήμανε, η ελληνική περίπτωση δεν ήταν μια συνηθισμένη εξέγερση. Συνδύαζε την εθνική αφύπνιση με την τεράστια πολιτισμική κληρονομιά της αρχαιότητας, κάτι που λειτουργούσε ως ισχυρό συμβολικό κεφάλαιο για την ευρωπαϊκή διανόηση και την κοινή γνώμη.

Σε αυτό το σημείο ο καθηγητής στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία του ελληνικού πολιτισμού, τον οποίο χαρακτήρισε ουσιαστικά ως το μεγάλο στρατηγικό κεφάλαιο της Ελλάδας. Τόνισε ότι η Επανάσταση διαβάστηκε στην Ευρώπη με διπλό τρόπο: αφενός ως ανατρεπτική εξέγερση και αφετέρου ως ιστορικό δικαίωμα ενός έθνους να αποτινάξει τον οθωμανικό ζυγό.

Περνώντας στα έτη 1825-1826, επισήμανε ότι τότε η Επανάσταση βρισκόταν στο κρισιμότερο σημείο της. Οι εμφύλιες συγκρούσεις είχαν εξαντλήσει τους Έλληνες, ενώ η επέμβαση του Ιμπραήμ πασά, με εκπαιδευμένο αιγυπτιακό στρατό και ισχυρό στόλο, ανέτρεψε δραματικά την κατάσταση στο πεδίο. Μέσα σε αυτή τη δυσμενή συγκυρία, το Μεσολόγγι αποκτούσε τριπλή σημασία: στρατηγική για τον έλεγχο της Δυτικής Ελλάδας, ψυχολογική για το ηθικό των Ελλήνων και γεωπολιτική ως σύμβολο αντίστασης απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Κατά την ανάλυσή του, η Έξοδος δεν ήταν πράξη απελπισίας, αλλά ύστατη επιλογή αποφυγής της αιχμαλωσίας, της ταπείνωσης και της παραίτησης. Και ακριβώς τη στιγμή που στο Μεσολόγγι εκτυλισσόταν το δράμα της απόλυτης εξαθλίωσης, στην Ευρώπη συνέβαιναν σαρωτικές διπλωματικές μεταβολές. Το ελληνικό ζήτημα είχε πάψει να θεωρείται απλώς ένα επαναστατικό επεισόδιο και είχε ενταχθεί πλέον στη μεγάλη στρατηγική αντιπαράθεση ανάμεσα στη Ρωσία και τη Βρετανία για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Ιωάννης Μάζης ανέλυσε ξεχωριστά τον ρόλο των Μεγάλων Δυνάμεων. Για τη Βρετανία σημείωσε ότι η πολιτική της δεν υπαγορευόταν από ρομαντικό φιλελληνισμό, αλλά από ψυχρό υπολογισμό ισχύος. Το Λονδίνο δεν φοβόταν την ύπαρξη ενός μικρού ελληνικού κράτους καθαυτή, αλλά το ενδεχόμενο αυτό το κράτος να εξελιχθεί σε ρωσικό προτεκτοράτο, δίνοντας στη Μόσχα πλεονέκτημα στη Μεσόγειο. Γι’ αυτό και η βρετανική στρατηγική στόχευσε στη διεθνοποίηση του ελληνικού ζητήματος, ώστε να αποτραπεί μια μονομερής ρωσική επέμβαση.

Για τη Ρωσία, ο καθηγητής υπογράμμισε ότι μετά την άνοδο του Νικολάου Α’ στο θρόνο, η εξωτερική πολιτική της αυτοκρατορίας μεταβλήθηκε σημαντικά. Ο νέος τσάρος, πιο πραγματιστής σε διεθνές επίπεδο, έβλεπε την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως αναξιόπιστο συνομιλητή και εμφανιζόταν πιο πρόθυμος να εξετάσει ακόμη και μονομερή στρατιωτική δράση. Αυτό ακριβώς, κατά τον Μάζη, ανησύχησε βαθιά το Λονδίνο και οδήγησε τη Βρετανία στην επιλογή της συνεννόησης και της εξισορρόπησης.

Αναφερόμενος στην Αυστρία του Μέτερνιχ, την παρουσίασε ως τη δύναμη που έμεινε περισσότερο προσκολλημένη στη διατήρηση του στάτους κβο. Η Βιέννη έβλεπε την Ελληνική Επανάσταση ως επικίνδυνο προηγούμενο, ικανό να αναζωπυρώσει φιλελεύθερα κινήματα σε όλη την Ευρώπη. Όμως, όπως σημείωσε, η θέση της Αυστρίας αποδυναμωνόταν προοδευτικά και τελικά δεν διέθετε την ισχύ για να αποτρέψει μια διεθνή πρωτοβουλία.

Ξεχωριστό βάρος έδωσε και στον αιγυπτιακό παράγοντα, χαρακτηρίζοντας την είσοδο της Αιγύπτου στον πόλεμο ως καταλύτη που άλλαξε τον στρατιωτικό και διπλωματικό χάρτη. Ο Ιμπραήμ πασάς δεν ήταν, κατά την προσέγγιση του καθηγητή, απλώς εκτελεστής εντολών του Σουλτάνου, αλλά όργανο μιας ανερχόμενης περιφερειακής δύναμης, με σύγχρονο στρατιωτικό μηχανισμό και φιλοδοξίες. Η παρουσία αυτού του μηχανισμού στον ελληνικό χώρο ενίσχυσε τον φόβο ότι το ανατολικό ζήτημα δεν μπορούσε πλέον να λυθεί με απλή καταστολή.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο διπλωματικό παρασκήνιο του 1826. Ο Ιωάννης Μάζης θύμισε ότι μόλις έξι ημέρες πριν από την Έξοδο, στις 4 Απριλίου 1826, είχε υπογραφεί το Πρωτόκολλο της Αγίας Πετρούπολης, η πρώτη διεθνής πράξη που αναγνώριζε πολιτική ύπαρξη στους Έλληνες. Αν και δεν προέβλεπε πλήρη ανεξαρτησία, έσπαγε την αρχή της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εντόπισε μάλιστα εδώ μια τραγική ειρωνεία: ενώ οι διπλωμάτες υπέγραφαν το κείμενο που άνοιγε τον δρόμο για τη σωτηρία της Ελλάδας, το Μεσολόγγι έπεφτε αβοήθητο.

Σύμφωνα με την ομιλία του, η πτώση του Μεσολογγίου λειτούργησε ως ηλεκτροσόκ για την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Οι περιγραφές της σφαγής, της αυτοθυσίας και της φρίκης δεν αντιμετωπίστηκαν ως απλές πολεμικές απώλειες, αλλά ως μαρτύριο. Έτσι, ο φιλελληνισμός έπαψε να είναι υπόθεση ρομαντικών διανοουμένων και μετατράπηκε σε λαϊκό κίνημα πίεσης. Οι εφημερίδες, τα λογοτεχνικά έργα, οι πίνακες και οι δημόσιες παρεμβάσεις διαμόρφωσαν ένα κλίμα στο οποίο η αδράνεια των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων γινόταν πλέον πολιτικά επιζήμια.

Με βάση αυτή τη λογική, ο Μάζης υποστήριξε πως η Έξοδος υπήρξε το σημείο επιτάχυνσης ενός μεγάλου διπλωματικού μετασχηματισμού: από τη λογική της καταστολής των επαναστάσεων, που κυριαρχούσε μετά το 1815, η Ευρώπη πέρασε σταδιακά στη λογική της παρέμβασης, η οποία οδήγησε στη Συνθήκη του Λονδίνου, στη Ναυμαχία του Ναβαρίνου και τελικά στη Συνθήκη της Αδριανούπολης, που άνοιξε οριστικά τον δρόμο προς την ελληνική ανεξαρτησία.

Στο τελικό του συμπέρασμα, ο καθηγητής ήταν σαφής: στρατιωτικά, η Έξοδος ήταν καταστροφή. Διπλωματικά, όμως, υπήρξε θρίαμβος του ηθικού πλεονεκτήματος. Το Μεσολόγγι απέδειξε στις Μεγάλες Δυνάμεις ότι οι Έλληνες δεν επρόκειτο να υποταχθούν ξανά και ότι η ειρήνευση στην περιοχή δεν μπορούσε να επιτευχθεί με επιστροφή στο παλαιό καθεστώς, αλλά μόνο με τη δημιουργία κράτους. Με αυτή τη συλλογιστική, ο Ιωάννης Μάζης έδωσε στην Έξοδο του Μεσολογγίου τη διάσταση που, όπως ο ίδιος άφησε να εννοηθεί, πολύ συχνά λείπει από τους πανηγυρικούς λόγους: όχι μόνο μνήμη ηρωισμού, αλλά μάθημα γεωπολιτικής.

Back to top button