Σε μια ανάλυση με καθαρά γεωοικονομικό χαρακτήρα, ο Σταύρος Καλεντερίδης βάζει στο επίκεντρο τη μεγάλη σύγκρουση που εξελίσσεται πίσω από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή: τη μάχη για την κυριαρχία του δολαρίου. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι κινήσεις του Ιράν, της Κίνας και, στο βάθος, της Ρωσίας δεν αφορούν μόνο την ενέργεια ή τη γεωπολιτική ισχύ, αλλά έναν βαθύτερο σχεδιασμό αποδολαριοποίησης του διεθνούς εμπορίου.
Ο βασικός πυρήνας της ανάλυσης είναι ότι το Ιράν, αξιοποιώντας τη θέση του στα Στενά του Ορμούζ και τη σχέση του με την Κίνα, επιχειρεί να επιβάλει συναλλαγές σε κινεζικό γουάν, παρακάμπτοντας το δολάριο και το σύστημα SWIFT. Όπως σημειώνει ο Καλεντερίδης, το μήνυμα της Τεχεράνης είναι σαφές: όποιος θέλει να συναλλάσσεται ή να περνά από μια από τις πιο κρίσιμες ενεργειακές αρτηρίες του πλανήτη, θα πρέπει να αποδεχθεί νέα δεδομένα πληρωμών.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το κινεζικό διατραπεζικό σύστημα πληρωμών CIPS, το οποίο λειτουργεί ως εναλλακτικός μηχανισμός απέναντι στο δυτικό χρηματοπιστωτικό δίκτυο. Ο Καλεντερίδης υποστηρίζει ότι το Πεκίνο, μέσα από αυτό το σύστημα, προσπαθεί να δημιουργήσει παράλληλη υποδομή διεθνών συναλλαγών, ικανή να περιορίσει την εξάρτηση χωρών όπως το Ιράν και η Ρωσία από το δολάριο και τις αμερικανικές κυρώσεις.
Κατά την ανάλυσή του, η Κίνα αγοράζει το μεγαλύτερο μέρος των ιρανικών εξαγωγών πετρελαίου, με τις πληρωμές να γίνονται σε γουάν. Αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό τμήμα του ενεργειακού εμπορίου μετακινείται εκτός του αμερικανικού νομισματικού ελέγχου. Η Ουάσινγκτον, η οποία επί δεκαετίες χρησιμοποίησε το δολάριο και το SWIFT ως εργαλεία πίεσης και κυρώσεων, βλέπει τώρα αντιπάλους και ανταγωνιστές να οικοδομούν εναλλακτικά κανάλια συναλλαγών.
Ο αναλυτής υπογραμμίζει ότι δεν μιλάμε ακόμη για άμεση κατάρρευση του δολαρίου. Αντίθετα, παραδέχεται ότι το αμερικανικό νόμισμα παραμένει κυρίαρχο στα παγκόσμια αποθέματα των κεντρικών τραπεζών και στις διεθνείς συναλλαγές. Όμως, όπως επισημαίνει, το κρίσιμο δεν είναι μόνο η σημερινή εικόνα, αλλά η τάση. Και η τάση δείχνει ότι όλο και περισσότερες χώρες αναζητούν εναλλακτικές λύσεις.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει και στο λεγόμενο mBridge, μια πλατφόρμα που συνδέεται με ψηφιακά νομίσματα κεντρικών τραπεζών και στην οποία εμπλέκονται χώρες όπως η Κίνα, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Ταϊλάνδη και η Σαουδική Αραβία. Για τον Καλεντερίδη, αυτή η εξέλιξη έχει μεγάλη βαρύτητα, διότι δείχνει ότι ακόμη και χώρες του Κόλπου, παραδοσιακά δεμένες με το πετροδολάριο, δοκιμάζουν νέους μηχανισμούς πληρωμών.
Αυτό είναι το κομβικό σημείο της ανάλυσης: αν οι χώρες του Κόλπου αρχίσουν να απομακρύνονται σταδιακά από την απόλυτη εξάρτηση από το δολάριο, τότε η αμερικανική οικονομική ηγεμονία θα δεχθεί σοβαρό πλήγμα. Από τη δεκαετία του 1970, το πετροδολάριο αποτέλεσε έναν από τους βασικούς πυλώνες της παγκόσμιας ισχύος των ΗΠΑ. Εάν όμως ένα μέρος του εμπορίου πετρελαίου αρχίσει να μεταφέρεται στο γουάν, τότε η εικόνα του διεθνούς συστήματος αλλάζει.
Ο Καλεντερίδης συνδέει αυτή τη διαδικασία με την ευρύτερη δυσαρέσκεια απέναντι στην αμερικανική πολιτική. Κατά την εκτίμησή του, οι κυρώσεις, η εργαλειοποίηση του δολαρίου, οι πιέσεις σε τρίτες χώρες και οι πολιτικές κινήσεις της Ουάσινγκτον έχουν οδηγήσει πολλούς παίκτες να εξετάζουν εναλλακτικές. Δεν πρόκειται μόνο για οικονομική μετατόπιση, αλλά για πολιτική και στρατηγική απομάκρυνση από την αμερικανική επιρροή.
Στην ίδια ανάλυση γίνεται αναφορά και στη Ρωσία. Μετά την αποβολή ρωσικών τραπεζών από το SWIFT λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, η Μόσχα στράφηκε σε μη δυτικά συστήματα συναλλαγών. Αυτό, σύμφωνα με τον Καλεντερίδη, έδωσε στην Κίνα την πρώτη μεγάλη ευκαιρία να δοκιμάσει στην πράξη τις δικές της οικονομικές υποδομές. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, όπως τον περιγράφει, αποτελεί το επόμενο και πιο κρίσιμο πεδίο αυτής της γεωοικονομικής αντιπαράθεσης.
Στο πλαίσιο αυτό, τα Στενά του Ορμούζ αποκτούν σημασία πέρα από τη στρατιωτική και ενεργειακή τους αξία. Από εκεί περνά σημαντικό μέρος του παγκόσμιου πετρελαίου και του υγροποιημένου φυσικού αερίου. Αν το Ιράν καταφέρει να επιβάλει έστω και μερικώς πληρωμές ή τέλη σε γουάν, τότε η Τεχεράνη δεν θα έχει απλώς απαντήσει στις ΗΠΑ. Θα έχει δώσει στο Πεκίνο ένα στρατηγικό εργαλείο για την ενίσχυση του κινεζικού νομίσματος.
Ο Καλεντερίδης εκτιμά ότι η Κίνα δεν επιδιώκει απαραίτητα την άμεση εκθρόνιση του δολαρίου, αλλά τη δημιουργία αντίβαρου. Έναν πολυπολικό οικονομικό κόσμο, στον οποίο το δολάριο δεν θα είναι το μοναδικό νόμισμα αναφοράς και οι ΗΠΑ δεν θα μπορούν να ελέγχουν μονομερώς τις διεθνείς συναλλαγές. Αυτό, όπως τονίζει, είναι το πραγματικό διακύβευμα.
Παράλληλα, η ανάλυση αγγίζει και το ζήτημα της αξιοπιστίας των ΗΠΑ στους συμμάχους τους. Ο Καλεντερίδης αναφέρεται στις εντάσεις εντός ΝΑΤΟ, στις τριβές με ευρωπαϊκές χώρες, αλλά και στη συζήτηση για το κατά πόσο κράτη όπως ο Καναδάς ή χώρες της Ευρώπης μπορούν μακροπρόθεσμα να βασίζονται στην Ουάσινγκτον. Η δεύτερη θητεία Τραμπ, οι δασμοί, οι πιέσεις προς συμμάχους και οι απρόβλεπτες κινήσεις της αμερικανικής ηγεσίας, σύμφωνα με τον ίδιο, εντείνουν την αμφισβήτηση.
Στο τέλος, η εικόνα που παρουσιάζει είναι αυτή ενός κόσμου που μπαίνει σε περίοδο μεγάλης αναδιάταξης. Το δολάριο παραμένει ισχυρό, όμως δεν είναι πλέον απρόσβλητο. Η Κίνα χτίζει υποδομές. Το Ιράν αξιοποιεί τη γεωγραφία του. Η Ρωσία έχει ήδη στραφεί σε εναλλακτικές. Οι χώρες του Κόλπου παρακολουθούν και δοκιμάζουν. Και οι ΗΠΑ βλέπουν το βασικότερο οικονομικό τους όπλο να αμφισβητείται σταδιακά από ένα νέο, πολυκεντρικό σύστημα.
Το συμπέρασμα της ανάλυσης Καλεντερίδη είναι βαρύ: ο πόλεμος δεν διεξάγεται μόνο με πυραύλους, στόλους και βάσεις. Διεξάγεται και με νομίσματα, συστήματα πληρωμών, ενεργειακές ροές και γεωοικονομικά δίκτυα. Και σε αυτό το πεδίο, η Κίνα και το Ιράν επιχειρούν να ανοίξουν ρήγμα στην αμερικανική κυριαρχία.