Μεγάλο το ενδιαφέρον τις 2 τελευταίες ημέρες για τις εκλογές της Κυριακής στην Αρμενία. Τα περισσότερα φιλοδυτικά αναλυτικά κείμενα για την Αρμενία των τελευταίων χρόνων παρουσιάζουν την πολιτική κρίση της χώρας σχεδόν αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα μιας γεωπολιτικής σύγκρουσης ανάμεσα στη Ρωσία και τη Δύση.
Μέσα σε αυτό το σχήμα, η κυβέρνηση Πασινιάν εμφανίζεται ως φορέας «εκσυγχρονισμού», «ειρήνης» και «ευρωπαϊκού προσανατολισμού», ενώ κάθε αντίδραση απέναντι στις επιλογές της ερμηνεύεται είτε ως κατάλοιπο παλαιών εθνικισμών είτε ως αποτέλεσμα εξωτερικής επιρροής.
Πρόκειται όμως για μια εξαιρετικά περιοριστική και συχνά παραπλανητική ανάγνωση της πραγματικότητας.
Στις περισσότερες δυτικές αναλύσεις, η εξωτερική παρέμβαση παρουσιάζεται επιλεκτικά. Η ανοιχτή πολιτική και διπλωματική στήριξη προς την κυβέρνηση του Γερεβάν, η διαρκής πίεση για συνταγματικές αλλαγές, η προώθηση συγκεκριμένων πολιτικών αφηγημάτων μέσω δυτικών οργανισμών, media και think tanks, ακόμη και η άμεση εμπλοκή της Ουάσιγκτον και προσωπικά του Τράμπ στις διαπραγματεύσεις με το Αζερμπαϊτζάν, περιγράφονται συνήθως ως στήριξη στη δημοκρατία, στην ειρηνευτική διαδικασία ή στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Το αποτέλεσμα είναι ένα εμφανές διπλό μέτρο, όπου κάθε μορφή δυτικής επιρροής παρουσιάζεται περίπου ως φυσιολογική και αναγκαία εξέλιξη, ακόμη κι όταν επηρεάζει άμεσα την εσωτερική πολιτική πορεία της χώρας.
Αυτή ακριβώς η λογική οδηγεί και σε μια βαθύτερη παρερμηνεία της αρμενικής κοινωνίας. Ένα μεγάλο μέρος της δυτικής ανάλυσης αδυνατεί να κατανοήσει ότι η αντίθεση προς την πολιτική Πασινιάν δεν είναι απαραίτητα φιλορωσική. Για πολλούς Αρμένιους, το ζήτημα δεν είναι η επιστροφή σε παλιές εξαρτήσεις, αλλά ο φόβος ότι η χώρα οδηγείται σε μια διαδικασία σταδιακής αποδόμησης της ιστορικής και εθνικής της ταυτότητας στο όνομα μιας αμφίβολης «ειρήνης». Η απώλεια του Αρτσάχ, η πίεση για αλλαγή του Συντάγματος, η αποδυνάμωση της ιστορικής μνήμης, η σύγκρουση με την Αρμενική Αποστολική Εκκλησία και η σταδιακή απομάκρυνση της διασποράς από τον εθνικό πυρήνα του κράτους δημιουργούν σε πολλούς την αίσθηση ότι η Αρμενία μετασχηματίζεται από κράτος εθνικής επιβίωσης σε ένα μικρό, ευάλωτο και πλήρως προσαρμοσμένο περιφερειακό κράτος.
Οι περισσότερες φιλοδυτικές αναλύσεις αντιμετωπίζουν αυτή την ανησυχία είτε ως συναισθηματική υπερβολή είτε ως εμπόδιο στον ρεαλισμό της κυβέρνησης του Πασινιάν. Όμως για μια χώρα όπως η Αρμενία, η ιστορική μνήμη δεν αποτελεί δευτερεύον στοιχείο πολιτικής ταυτότητας. Η ύπαρξη του κράτους συνδέθηκε διαχρονικά με την επιβίωση ενός λαού που βίωσε γενοκτονία, εκτοπισμούς, πολέμους και απώλειες πατρίδων.
Γι’ αυτό και για πολλούς Αρμένιους το Αρτσάχ δεν είναι απλώς ένα εδαφικό ζήτημα που μπορεί να κλείσει με μια διπλωματική υπογραφή. Είναι μέρος της συλλογικής τους ιστορίας και ταυτότητας.
Παράλληλα, η φιλοδυτική προσέγγιση συχνά παρουσιάζει την ειρήνη ως κάτι που μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω μονομερών παραχωρήσεων της Αρμενίας. Η αλλαγή του Συντάγματος, η αποδοχή όλων των όρων του Μπακού και η εγκατάλειψη ιστορικών αναφορών εμφανίζονται ως αναγκαία βήματα για τη σταθερότητα. Πολύ λιγότερο συζητείται το κατά πόσο αυτή η διαδικασία δημιουργεί νέα προηγούμενα πιέσεων ή ενθαρρύνει περαιτέρω απαιτήσεις από την πλευρά του Αζερμπαϊτζάν και της Τουρκίας. Έτσι, κάθε αμφισβήτηση αυτής της στρατηγικής τείνει να παρουσιάζεται περίπου ως αντίθεση στην ειρήνη ή ως μορφή ακραίου εθνικισμού.
Την ίδια στιγμή, όλο και περισσότεροι Αρμένιοι αισθάνονται ότι η χώρα βρίσκεται μπροστά σε ένα υπαρξιακό δίλημμα. Δεν θεωρούν ότι αυτές οι εκλογές αφορούν απλώς ένα ακόμη κυβερνητικό σχήμα ή μια συνηθισμένη πολιτική εναλλαγή.
Για πολλούς, το ερώτημα είναι αν θα συνεχίσει να υπάρχει ένα αρμενικό κράτος με ιστορική και εθνική συνείδηση ή αν η χώρα θα οδηγηθεί σε μια σταδιακή αποκοπή από τις ίδιες της τις ρίζες. Η συζήτηση γύρω από το Αρτσάχ, τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, τη θέση της Εκκλησίας και τη συλλογική μνήμη δεν αντιμετωπίζεται ως απλή ιδεολογική διαμάχη αλλά ως ζήτημα εθνικής συνέχειας.
Γι’ αυτό και αυξάνονται οι φόβοι ότι μια νέα πολιτική επικράτηση της σημερινής εξουσίας θα συνοδευτεί από ακόμη μεγαλύτερες παραχωρήσεις.
Πολλοί πιστεύουν ότι θα ενταθούν οι πιέσεις απέναντι στην Αρμενική Αποστολική Εκκλησία, η οποία θεωρείται από σημαντικό μέρος της κοινωνίας τελευταίο θεσμικό ανάχωμα της ιστορικής και εθνικής ταυτότητας του λαού.
Παράλληλα, ενισχύεται η ανησυχία ότι θα ανοίξει ακόμη περισσότερο η συζήτηση για επιστροφή μεγάλου αριθμού Αζέρων στην Αρμενία, ιδιαίτερα σε περιοχές στρατηγικής σημασίας όπως το Σιουνίκ, το Βαρντενίς και το Αραράτ, κάτι που για πολλούς δεν αντιμετωπίζεται ως ζήτημα συμφιλίωσης, αλλά ως πιθανή δημογραφική και γεωπολιτική ανατροπή με απρόβλεπτες συνέπειες.
Υπάρχει επίσης διάχυτος φόβος ότι η διαδικασία παραχωρήσεων δεν θα σταματήσει στο Αρτσάχ. Για πολλούς Αρμένιους, η συζήτηση γύρω από το Τιγκρανασέν, τον διάδρομο του Ζανγκεζούρ και την αυξανόμενη τουρκική και αζερική οικονομική παρουσία στη νότια Αρμενία δημιουργεί την αίσθηση μιας σταδιακής απώλειας κυριαρχίας. Η ανησυχία αυτή εντείνεται από την πεποίθηση ότι κάθε προηγούμενη υποχώρηση παρουσιάστηκε ως «τελευταία απαραίτητη παραχώρηση», χωρίς όμως να σταματούν οι νέες απαιτήσεις του Μπακού.
Γι’ αυτό και η αντίδραση μεγάλου μέρους της κοινωνίας δεν προέρχεται μόνο από γεωπολιτικούς υπολογισμούς αλλά και από μια βαθύτερη αίσθηση ιστορικής απώλειας. Πολλοί θεωρούν ότι η αποδοχή της νέας πραγματικότητας συνοδεύεται από μια σιωπηλή απαίτηση λήθης: να ξεχαστεί το Αρτσάχ, να περιοριστεί η εθνική αφήγηση, να αντιμετωπιστεί η ιστορική μνήμη ως εμπόδιο για το μέλλον. Όμως για ένα έθνος που επέζησε μέσα από διαρκείς απώλειες και εκτοπισμούς, η μνήμη δεν είναι πολυτέλεια ούτε ρομαντισμός. Είναι στοιχείο επιβίωσης.
Η πραγματικότητα επομένως είναι πολύ πιο σύνθετη από το απλοϊκό δίπολο «φιλοδυτικοί εναντίον φιλορώσων». Υπάρχει και μια τρίτη οπτική, η οποία απορρίπτει τόσο την πλήρη εξάρτηση από ξένες δυνάμεις όσο και την άκριτη προσαρμογή στις γεωπολιτικές επιδιώξεις άλλων κρατών. Μια προσέγγιση που θεωρεί ότι η Αρμενία χρειάζεται πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, στρατηγική αυτονομία και διατήρηση της ιστορικής και εθνικής της συνέχειας.