Ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε επένδυση ύψους 700 εκατομμυρίων δολαρίων στη βιομηχανία του άνθρακα, με στόχο τη διατήρηση της λειτουργίας υφιστάμενων ορυχείων και την κατασκευή δύο νέων ηλεκτροπαραγωγικών σταθμών που θα χρησιμοποιούν το συγκεκριμένο ορυκτό καύσιμο. Η απόφαση αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από την αντιπολίτευση των δημοκρατικών.
Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, ο αμερικανός πρόεδρος υπογράμμισε ότι οι πολιτείες στις οποίες βρίσκονται οι σχετικές εγκαταστάσεις, συνολικά 14 εργοστάσια και 42 ορυχεία— τον είχαν στηρίξει στις προεδρικές εκλογές του 2024. Ο ίδιος δήλωσε ότι η επένδυση θα επιτρέψει τον εκσυγχρονισμό των υποδομών, θα ενισχύσει την αξιοπιστία του δικτύου ηλεκτροδότησης και θα συμβάλει στη διατήρηση χαμηλών τιμών ηλεκτρικού ρεύματος.
Έκθεση του Global Energy Monitor αναφέρει ότι οι ΗΠΑ ήταν η μοναδική μεγάλη οικονομία που αύξησε αισθητά την κατανάλωση άνθρακα το 2025. Η προηγούμενη πτώση της χρήσης του συνδεόταν τόσο με την απώλεια ανταγωνιστικότητας έναντι χωρών όπως η Κίνα όσο και με τις περιβαλλοντικές ανησυχίες.
Η περιβαλλοντική διάσταση και οι αντιδράσεις
Η καύση άνθρακα αποτελεί μία από τις κύριες αιτίες εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, καθιστώντας την εγκατάλειψή του κρίσιμη για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Παρ’ όλα αυτά, ο Ντόναλντ Τραμπ αναφέρθηκε στον «όμορφο καθαρό άνθρακα», τονίζοντας την πρόθεσή του να αξιοποιήσει τεχνολογία εντελώς νέα, πολύ καθαρή για τις δύο νέες μονάδες που θα κατασκευαστούν στη Δυτική Βιρτζίνια και στην Αλάσκα.
Η τελευταία μονάδα παραγωγής ηλεκτρισμού με καύση άνθρακα στις ΗΠΑ είχε εγκαινιαστεί το 2013, ενώ μελέτη έξι πανεπιστημίων το 2023 εκτιμούσε ότι οι εκπομπές των σταθμών άνθρακα προκάλεσαν εκατοντάδες χιλιάδες θανάτους μεταξύ 1999 και 2000.
Ο υπουργός Εσωτερικών Νταγκ Μπέργκουμ υποστήριξε ότι η προηγούμενη κυβέρνηση του Τζο Μπάιντεν έθεσε σε κίνδυνο το ενεργειακό δίκτυο λόγω της εξάρτησής του από επιδοτούμενες ανανεώσιμες πηγές. Όπως είπε, «ο άνθρακας είναι η ραχοκοκαλιά της αξιόπιστης, φθηνής και ασφαλούς αμερικανικής ενέργειας».
Αντίθετα, η συμμαχία κοινοβουλευτικών SEEC (Sustainable Energy & Environment Coalition) κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι «χαρίζει 700 εκατομμύρια δολάρια σε πηγή ενέργειας βρόμικη και αναποτελεσματική», δίνοντας προτεραιότητα στους ρυπαντές εις βάρος των Αμερικανών πολιτών.
energypress.gr