ΆποψηΚύπρος

Κλάψε Ευαγόρα, κλάψε, πώς να αντέξεις τόση αηδία και όλα αυτά τα ρεζιλίκια;

 Μεσάνυκτα της 13ης Μαρτίου 1957. Εκείνη η ανοιξιάτικη βραδιά ήταν διαφορετική. Παγερή. Ακόμη και η φύση είχε αποσβολωθεί μπροστά στο μεγαλείο της στιγμής. Δεν είναι διόλου συνηθισμένο ένας 19χρονος να αντικρίζει κατάματα το θάνατο χαμογελώντας. Ακόμη κι αυτός ο Χάρος, εκείνη τη νύκτα πάγωσε. Περίμενε στο ικρίωμα. Πήγε να πάρει ένα νέο ονόματι Ευαγόρα. Περίμενε να δει κάποιο παιδαρέλι τρομοκρατημένο. Που να κλαίει και να οδύρεται.

 

Αλλά, αντίκρισε ένα νέο με ψηλά το κεφάλι. Με το χαμόγελο στα χείλη. Τον παρακολουθούσε από τη στιγμή που βγήκε για τελευταία φορά από το μαρτυρικό κελί. Βάδιζε με βήμα σταθερό έως γοργό. Περνούσε από τα κελιά άλλων αγωνιστών και φώναζε: «Γεια σας αδέλφια. Γεια σας λεβέντες. Ελπίζω να ‘μαι ο τελευταίος που εκτελούν. Αδέλφια συνεχίστε τον αγώνα. Εγώ βαδίζω στην αγχόνη, γελαστός, υπερήφανος

 

 

Στο πρόσωπο του Χάρου σχηματίστηκε ένα ύπουλο μειδίαμα. Πίστευε ότι, μόλις θα έφτανε σε απόσταση αναπνοής και αντίκριζε την τρομακτική του εικόνα, θα κλονιζόταν. Έτσι γίνεται με όλους τους κοινούς θνητούς. Ο Χάρος δεν ήξερε ποιος ακριβώς ήταν εκείνος ο νέος. Δεν ήξερε ότι το επίθετο του μαρτυρούσε, πλήρως, αυτό που ξεχείλιζε από την καρδιά του: Παλικαριά. Δεν είχε διαβάσει το τελευταίο γράμμα, που είχε γράψει στους συμμαθητές του εκείνος ο νέος, που τον αψηφούσε με τόσο προκλητικό τρόπο. «Θ’ ακολουθήσω με θάρρος τη μοίρα μου. Δεν λυπάμαι για τίποτα. Ας χάσω το κάθε τι. Μια φορά κανείς πεθαίνει. Θα βαδίσω χαρούμενος στην τελευταία μου κατοικία. Ώρα 7.30. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου», έγραφε.

 

 

 

Ο νέος πλησίασε στην αγχόνη που αιωρείτο. Του πέρασαν το σχοινί στο λαιμό. Γύρισε με το ίδιο ειρωνικό χαμόγελο και κοίταξε τον Χάρο κατευθείαν στα μάτια. Με μάτια φλογερά. Η αποκρουστική μορφή αυτού που είχε απέναντι του, λες και ήταν αόρατη. «Εγώ δεν σε φοβάμαι», του είπε. Ο Χάρος πάγωσε. Ελάχιστες φορές στην αιωνιότητα είχε αντικρίσει κάτι ανάλογο. Αλλά από ένα 19χρονο; Φαινόταν σχιζοφρενικό. Ήταν, ωστόσο, αληθινό, ηρωικό. Δευτερόλεπτα μετά, άνοιξε η καταπακτή. Το τρίξιμο της ήταν ανυπόφορο. Διέσχισε το πυκνό σκοτάδι εκείνης της φοβερής νύκτας και συντάραξε όλο το νησί. Λίγα λεπτά μετά τα μεσάνυκτα. Τόσο ισχυρό, τόσο ανατριχιαστικό, που έκανε πολλούς να πετακτούν από τον ύπνο τους.

 

 

 

 

Οι άλλοι κρατούμενοι δεν θα ξεχνούσαν ποτέ εκείνο το τρίξιμο. Ήξεραν τι ήταν… Το κορμί του υπερήφανου νέου βρέθηκε στο κενό. Ο Χάρος, που παρακολουθούσε παγωμένος το μεγαλείο της στιγμής, προσπάθησε να αρπάξει την ψυχή του. Δεν τα κατάφερε ποτέ. Η ψυχή του Βαγορή είχε από καιρό προλάβει να πάρει μιαν ανηφοριά. Ν’ ακολουθήσει τα μονοπάτια που παν στη λεφτεριά. Είχε από καιρό προλάβει να ανεβεί τα σκαλοπάτια της. Όποιος προλάβει να τα ανεβεί, βρίσκει ορθάνοικτη την Πύλη που οδηγεί στην αθανασία. Ο Χάρος δεν το γνώριζε. Και έχασε…

 

 

 

Ο διευθυντής των υπηρεσιών υγείας της βρετανικής διοίκησης, έγραψε σε έκθεση του: «Συγκροτημένος, ψυχικά προετοιμασμένος, χωρίς μεγάλες ή μικρές διαταραχές, έτοιμος για το αναπόφευκτο, τον τιμημένο θάνατο στην κρεμάλα, στάθηκε στις τελευταίες του στιγμές ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης». Δεν μπορούσε να καταλάβει. Πώς να αντιλαμβανόταν ότι το κάθε του βήμα προς την αγχόνη στηριζόταν σε σπουδαία ιδανικά, γι’ αυτό και ήταν τόσο σταθερά. Ότι είχε γαλουχηθεί στα πρότυπα της ένδοξης ελληνικής ιστορίας. Ότι οι άνθρωποι που ζουν για τη λεφτεριά και τους χαρακτηρίζει η αξιοπρέπεια, δεν διστάζουν μπροστά σε καμιά αγχόνη.

 

 

 

 

Πέρασαν ήδη 58 χρόνια από εκείνη τη βραδιά. Απόψε τα μεσάνυκτα, κάποιοι θα ακούσουν ξανά, εκείνο το διαπεραστικό και ανατριχιαστικό τρίξιμο της καταπακτής. Έτσι γίνεται τα μεσάνυκτα κάθε 13ης Μαρτίου. Είναι ο μόνος τρόπος για να ξυπνούν οι συνειδήσεις. Έστω και στιγμιαία. Όλων των γενιών που ακολούθησαν. Όλων όσων προδώσαμε τη θυσία του Ευαγόρα. Όσων επιτρέψαμε να ανοίξει η κερκόπορτα και να σκλαβώσουν οι βάρβαροι τη μισή πατρίδα. Όσων επιτρέψαμε να κυλήσει η άλλη μισή στο βούρκο. Όσων επιτρέψαμε να πνίξει το χρυσοπράσινο φύλλο η απέραντη μπόχα από οχετούς ντροπής και εξευτελισμού.

 

 

 

Εκτός από το τρίξιμο της καταπακτής, όμως, τα μεσάνυκτα κάντε όλοι σιγή. Θα ακούσετε και κάτι άλλο. Τους σπαρακτικούς λυγμούς του Βαγορή. Δεν έκλαψε μπροστά στο Χάρο. Κλαίει σήμερα από τη γη της αθανασίας, όπου βρίσκεται. Κλαίει βλέποντας το κατάντημα όσων ορκίστηκαν να υπηρετούν Πολιτεία και θεσμούς. Πώς να μην κλάψει, παρακολουθώντας χθες, όσα αηδιαστικά διαδραματίστηκαν στη Βουλή; Πώς να αντέξει τα ρεζιλίκια πολιτικών και θεσμών;

 

Πώς αυτός ο τόσο αγνός, να αντέξει τόση διαφθορά και τόση διαπλοκή; «Είναι καλό πράγμα να πεθαίνει κανείς για την Ελλάδα», έγραφε στο αποχαιρετιστήριο γράμμα. Πώς να μην κλάψει όταν ακούει σήμερα, ότι με την Ελλάδα, μας ενώνουν, απλώς, κάποιοι πολιτιστικοί δεσμοί; Πώς να μην κλάψει όταν παρακολουθεί τους αγώνες σήμερα να δίδονται με το κεφάλι σκυφτό; Ναι, ξέρω. Εκείνος το ίδιο θα έκανε και σήμερα. Διότι οι ήρωες έτσι γεννιούνται…

 

 

 

 

www.philenews.com

Back to top button