θρησκεια

Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

 

Η ΠΡΩΤΗ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΗ ΦΑΣΗ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ (326-336 μ.Χ.)
 
Η γνώση μας για την πρώτη και μεγαλύτερη σε έκταση και λαμπρότητα οικοδομική φάση του Πανίερου Ναού της Αναστάσεως στην εποχή του Κωνσταντίνου (325/6-335/6 μ.Χ.) στηρίζεται τόσο σε γραπτές πηγές, όσο και στα αρχαιολογικά ευ­ρήματα που ήλθαν στο φως από εκτεταμένες ανα­σκαφικές έρευνες.
Το έναυσμα για την ιδέα να ανεγερθεί μεγαλο­πρεπής ναός στη θέση του Μαρτυρίου και της Τα­φής του Θεανθρώπου φαίνεται ότι δόθηκε τον Ιούνιο/Ιούλιο του 325 στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδος της Νικαίας. Εκεί ο επίσκοπος Ιεροσολύμων Μακάριος (314-333 μ.Χ.) υπέβαλε την ιδέα στον Μεγάλο Κωνσταντίνο να κατεδαφισθεί ο ειδωλο­λατρικός ναός της Αφροδίτης, κάτω από τον ο­ποίον είχαν ταφεί ο Γολγοθάς και ο Τάφος του Ιη­σού.

 

5026547967_ae3db917f1_oΤο αίτημα του Μακαρίου έγινε αποδεκτό, ό­πως αναφέρει ο Ευσέβιος (V.C. 3,28), και αμέσως άρχισαν ανασκαφές, τις οποίες φαίνεται ότι πα­ρακολούθησε η βασιλομήτωρ Αγία Ελένη, ήδη βα­πτισμένη Χριστιανή. Ο Ευσέβιος (V. C. 3, 26) δεν φείδεται εντυπωσιακών απορριπτικών φράσεων για τους «δυσσεβείς άνδρες… δαιμόνων γένος», οι οποίοι «σπουδήν έθεντο σκότω και λήθη παραδούναι το θεσπέσιον… της αθανασίας μνήμα…», όσο και αποθεωτικών για τον αυτοκράτορα, ο ο­ποίος τώρα «…μόνος εις τω παμβασιλεί θεώ φίλος… πνεύματα γουν κάτοχος θείω χώρον αυτόν ε­κείνον τον δεδηλωμένον, πάσαις ου καθαραίς ύλαις εχθρών επιβουλαίς κατακεκρύφθαι… καθαίρεσθαι προστάττει…». Δίνεται, επομένως, η εντο­λή να καθαιρεθούν και να διαλυθούν «τα της πλά­νης οικοδομήματα» μαζί με τα ξόανα και τους ει­δωλολατρικούς δαίμονες. Στην περιγραφή του Ευσεβίου, πέρα από τον εγκωμιαστικό χαρακτήρα της επιχείρησης για την αποκάλυψη του τόπου του Μαρτυρίου, είναι ενδιαφέρουσα η φράση «χώρον αυτόν εκείνον τον δεδηλωμένον».

 

 Αποκαλύπτεται, έτσι, ότι ο εντοπισμός του αυθεντικού σημείου της Σταυρώσεως και της Ταφής ήταν για τους Χρι­στιανούς του 326 μ.Χ. αναντίρρητα σαφής και «δε­δηλωμένος», ώστε να σκάψουν εκεί ακριβώς όπου υπήρχαν τα τεκμήρια της θυσίας. Το υπογραμμί­ζουμε εδώ, για να φανεί πόσο ανυπόστατη είναι κάθε προσπάθεια αμφισβήτησης της αυθεντικότη­τας του τόπου.

 

Τα ευρήματα της ανασκαφής περιγράφουν τό­σο ο Ευσέβιος, όσο και ο επίσκοπος Κύριλλος στην «Κατήχησίν» του (348-350 μ.Χ.). Ο πρώτος ομιλεί για το «σωτήριον άνδρον» (=Τάφος), ενώ ο Κύριλλος είναι περισσότερο περιγραφικός και σα­φής. Ομιλεί για «μνήμα» το οποίο λαξεύθηκε σε στερεά πέτρα (13, 35). Κατά την Κωνσταντίνεια οικοδομική φάση, ο λαξευμένος και με «σκεπήν» διαμορφωμένος Τάφος υφίστατο την πρώτη επέμ­βαση, στην προσπάθεια των αρχιτεκτόνων του Κωνσταντίνου να σχεδιάσουν και να πραγματο­ποιήσουν το νέο αρχιτεκτονικό μνημείο: τη λαξευ­μένη αυτή «σκέπην… προ της θύρας του σωτηρίου μνήματος…» (14, 9) φαίνεται ότι την αφαιρούν, για να δημιουργήσουν μια νέα αρχιτεκτονική σύν­θεση μεταξύ του λαξευμένου στον φυσικό βράχο Τάφου και του κελύφους, το οποίο από εδώ και στο εξής θα τον περιβάλλει μέχρι σήμερα ως «Ιε­ρόν Κουβούκλιον».

 

Βέβαια, η ακριβής μορφή της πρώτης αυτής Κωνσταντίνειας διαμόρφωσης δεν μας είναι πλέον γνωστή. Ο M. Biddle προτείνει μια κυκλοτερή δια­μόρφωση με επτά κίονες να περιβάλλουν τον λίθι­νο λαξευμένο Τάφο, ενώ δύο κίονες προς Α σχημα­τίζουν είσοδο και προθάλαμο. Το ζήτημα είναι ότι οι αρχιτέκτονες του Μ. Κωνσταντίνου προχώρη­σαν σε δραστική επέμβαση γύρω από τον Τάφο, με την έννοια ότι λατόμησαν το σώμα του φυσικού βράχου του παλαιού λατομείου γύρω από τον Τά­φο του Ιησού. Η μέχρι τώρα έρευνα θεωρεί συμπα­γείς τη βόρεια, δυτική και νότια πλευρά του. Έτσι δημιούργησαν μια επίπεδη επιφάνεια ολόγυρα, όπου θα χωροθετηθεί στη συνέχεια η Ροτόντα με τον Τάφο πάντα έκκεντρο.

 

Εάν παρατηρήσουμε με προσοχή τα δεδομένα μακροχρόνιων ερευνών γύρω και μέσα στον χώρο του Πανίερου Ναού της Αναστάσεως, ιδιαίτερα τα διάφορα ύψη στις επιμέρους περιοχές του, αποκαλύπτεται η ακανόνιστη και ανώμαλη επιφάνεια του παλαιότερου λατομείου με εξάρσεις και βυθί­σματα, τα οποία διαμορφώνουν μια έκταση 200 μ. (από Β προς Ν) και 150 μ. (από Α προς Δ). Πιθα­νότατα, οι αρχιτέκτονες του Κωνσταντίνου δεν α­φαίρεσαν τον φυσικό βράχο γύρω από τον Τάφο, για να διαμορφώσουν την κυκλοτερή μορφή της Ροτόντας.

 

Πιθανόν μετά τις ανασκαφικές εργα­σίες και την απομάκρυνση των μη «καθαρών υλών» (Ευσέβιος, V. C. 3, 26) και των ερειπίων του Αδριάνειου ναού της Αφροδίτης, με επόπτη τον ε­πίσκοπο Μακάριο, προχώρησαν στη διαμόρφωση του με πυρήνες τα δύο κορυφαία στοιχεία-τεκμήρια του Θείου Πάθους, τον Τάφο και τον Γολγο­θά. Ολόκληρη η περιοχή γνώρισε μια νέα ριζική α­ναδιαμόρφωση, η οποία ισοπέδωσε τη στάθμη του Τάφου (753,22 μ.) γύρω από τον Γολγοθά (759,32 μ.), δημιουργώντας το δάπεδο του Ναού, με ακόμη χαμηλότερη στάθμη στην περιοχή της εύρεσης του Τιμίου Σταυρού (743,70 μ.). Η ανασκαφή έφθασε στο βαθύτερο σημείο του παλαιού λατομείου. Μετά τις προκαταρκτικές εργασίες μπόρεσε να εφαρμοσθεί το σχέδιο ανέγερσης των αρχιτεκτόνων Ζηνοβίου και Ευσταθίου.
 
Αριστερά, η σημερινή μορφή τον Ναού της Αναστάσεως με τις προσθήκες των σταυροφόρων (μαύρα στην κάτοψη δεξιά). (Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 60, άρθρο «Ο Πανίερος ΝΑΟΣ της ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ στα Ιεροσόλυμα», Γ.Π. Λάββας Ακαδημαϊκός Αρχαιολόγος – Αρχιτέκτονας, σελίδα 41)
 
Η εκκλησία τον Φρικτού Γολγοθά, Ναός Αναστάσεως. Ο χώρος της Σταυρώσεως το 1987. Ο βράχος είναι καλυμμένος με απλές πλάκες. (Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 60, άρθρο «Ο Πανίερος ΝΑΟΣ της ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ στα Ιεροσόλυμα», Γ.Π. Λάββας Ακαδημαϊκός Αρχαιολόγος – Αρχιτέκτονας, σελίδα 41)
 
Η εκκλησία τον Φρικτού Γολγοθά. Αντικατάσταση των πλακών με μεταλλικό σκελετό και κρύσταλλο, που αποκαλύπτει τον Φρικτό Βράχο, όπου στήθηκε ο Σταυρός. (Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 60, άρθρο «Ο Πανίερος ΝΑΟΣ της ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ στα Ιεροσόλυμα», Γ.Π. Λάββας Ακαδημαϊκός Αρχαιολόγος – Αρχιτέκτονας, σελίδα 41)
 
Η εκκλησία τον Φρικτού Γολγοθά. Γενική άποψη από τα πλάγια, μετά την τοποθέτηση τον διαφανούς προστατευτικού καλύμματος. . (Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 60, άρθρο «Ο Πανίερος ΝΑΟΣ της ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ στα Ιεροσόλυμα», Γ.Π. Λάββας Ακαδημαϊκός Αρχαιολόγος – Αρχιτέκτονας, σελίδα 42)
 
Η εργασία άρχισε από τον Τάφο, τον οποίο ο Ευσέβιος (3, 33-39) θεωρεί το πρώτο και κορυφαίο μνημείο του όλου συγκροτήματος. Εδώ η «φιλοτιμία του βασιλέως» προέβλεπε τη λαμπρή διαμόρφωση του με εξαίρετους κίονες και με άλλο δυνατό διάκοσμο. Η πιθανή μορφή του πρώτου Κωνσταντίνειου κελύφους αποδίδεται σκίτσο κάτοψης και όψης του M. Biddle, μα πιθανές κατόψεις και τομές του αυθεντικού λαξευμένου στον βράχο Τάφου. Εάν συγκρίνουμε. λαξευμένο και το πρώτο αρχιτεκτονικό κελί του Τάφου (Α και Β) μπορούμε να εννοήσουν όσα γράφει ο μετέπειτα επίσκοπος Ιεροσολύμων Κύριλλος (348 μ.Χ.) στην «Κατήχησίν» του (XVI, 9), όπου έμμεσα ασκεί κριτική στον αρχιτέκτονα που φαίνεται ότι αφήρεσε μεγάλο μέρος του φυσικού βράχου και το στέγαστρο του προθαλάμου για να διαμορφώσει τον Τάφο αρχιτεκτονικά με κιονοστοιχία ολόγυρα και νέο πρόπυλο με κίονες στην ανατολική πλευρά. Από τον αρχικό λίθινο όγκο του έμεινε μόνο όσο ήταν αναγκαίο για να ορίσει τον εσωτερικό του χώρο. Έτσι, όλο απέκτησε πλέον ναόσχημη επένδυση με κωνική στέγη, προθάλαμο και εσωτερικό ταφικό χώρο.

 

Ο Ευσέβιος δεν αναφέρει άλλη αρχιτεκτονική κατασκευή στο σημείο αυτό και προχωρεί σε περιγραφή ανατολικά, όπου διαμορφώνεται «καθαρόν αίθριον», «χώρος παμμεγέθης», περιβαλλόμένος με στοές στις τρεις πλευρές και επιστρωμένος και διακοσμημένος με «λαμπρόν λίθον». Κωνσταντίνεια Βασιλική, «έργον εξαίσιον», είναι πανύψηλη με μεγάλες διαστάσεις και επενδεδυμένη με ποικίλα μάρμαρα εσωτερικά. Η εξωτερική τοιχοδομία ήταν από «ξεστόν λίθον» με τόσο πολλούς αρμούς και επεξεργασία, όμοια σε ομορφιά και λαμπρότητα με μαρμάρινη πρόσοψη. Τη στέγη κάλυπτε «μολύβδου ύλη», που προστάτευε το μνημείο από τη βροχή. Η οροφή εσωτερικά ήταν διαμορφωμένη «γλυφαίς φατνωμάτων» σε όλη της την έκταση, με φατνώματα επιχρισμένα «χρυσώ διαυγεί», τα οποία διαδεχόμενα το ένα το άλλο δημιουργούσαν την εικόνα «μεγάλου πελάγους» κυματιστού, καθώς το φως σπινθηροβολούσε επάνω τους και έκανε «τον πάντα νεών» να λάμπει. Στη συνέχεια, ο Ευσέβιος περιγράφει τις διπλές στοές που δημιουργούν τα πλάγια κλίτη της Βασιλική που είχαν και αυτά την οροφή «χρυσώ πεποικιλμένην», ενώ τα υποστυλώματα των εξωτερικά κλιτών ήταν πεσσοί διακοσμημένοι.

 

Τρεις πύλες στην ανατολική της πλευρά δέχονταν τα πλήθη των προσκυνητών, ενώ απέναντι τους, στη δυτική πλευρά, ήταν το σημαντικότερο σημείο όλων: το ημισφαίριο, στεφανωμένο με 12 κίονες (όσοι και οι Απόστολοι), κοσμημένου στην κορυφή με κρατήρες «εξ αργύρου», «ανάθεμα κάλλιστον» του βασιλιά Κωνσταντίνου στον Θεό του. Η περιγραφή του Ευσεβίου κλείνει με την αναφορά του ανατολικού αίθριου που περιβαλλό­ταν επίσης με στοές. Εδώ βρίσκονται και οι «αύλειοι πύλαι», οι οποίες συνέδεαν το όλο συγκρότη­μα με την κεντρική λεωφόρο (Cardo), και «τα προπύλαια φιλοκάλως ησκημένα», ώστε να καθίσταται δυνατή εις τους διαβάτες η «καταπληκτική θέα των ένδον ορωμένων». Στην ίδια γενική περιγρα­φή επανέρχεται ο Ευσέβιος στο έργο του «De laudibus Constantini» (9,16), όπου εξαίρει το έργο της ανέγερσης του παρόντος ιερού συγκροτήμα­τος.
 
Κάτοψη τον Γολγοθά μετά την απομάκρυνση των λίθινων πλακών. Διακρίνονται η σεισμική ρωγμή (δεξιά), το σημείο όπου στήθηκε ο Σταυρός (κέντρο), και διάφορα επίπεδα διαμόρφωσης του Ιερού Προσκυνήματος αριστερά. Σχέδιο Λάββας-Μητρόπουλος. (Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 60, άρθρο «Ο Πανίερος ΝΑΟΣ της ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ στα Ιεροσόλυμα», Γ.Π. Λάββας Ακαδημαϊκός Αρχαιολόγος – Αρχιτέκτονας, σελίδα 43)
 
Εργασία επάνω στον βράχο τον Γολγοθά (αριστερά). Η αποκάλυψη της μεγάλης σεισμικής ρωγμής στο ίδιο σημείο το 1987 φέρει στη μνήμη τη ρήση του Ματθαίου: «καὶ ἡ γῆ ἐσείσθη καὶ αἱ πέτραι ἐσχίσθησαν» (27,51). (Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 60, άρθρο «Ο Πανίερος ΝΑΟΣ της ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ στα Ιεροσόλυμα», Γ.Π. Λάββας Ακαδημαϊκός Αρχαιολόγος – Αρχιτέκτονας, σελίδα 43)
 
 
Η ιστορική τεκμηρίωση της πρώτης αυτής και λαμπρότερης οικοδομικής φάσης του κορυφαίου χριστιανικοί συγκροτήματος απασχόλησε πλειάδα ερευνητών από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα. Με­λέτη των μεταγενέστερων του Ευσεβίου πηγών και ανασκαφικά δεδομένα επαληθεύουν, με μικρές αποκλίσεις ως προς την ακριβή διάρθρωση των επιμέρους τμημάτων και τη χωροθέτηση ορισμένων λειτουργιών (π.χ. Βαπτιστήριο), την κάτοψη του Κωναταντίνειου αρχιτεκτονικού συνόλου. Βέ­βαια, υπάρχουν πολυάριθμες προσπάθειες αναπαράστασης του, από τις οποίες πολλές είναι ακραία υποθετικές, ιδίως οι προτάσεις του προηγούμενου αιώνα.

 

Οι σύγχρονες απεικονίσεις αποτυπώνουν τη συστηματική μελέτη και τη σύνθεση των ιστορι­ών πληροφοριών και των ανασκαφικών δεδομέ­νων του, αποκρυσταλλώνοντας τα συμπεράσματα από τις μέχρι στιγμής έρευνες. Νέες ανασκαφές ί­σως διαφωτίσουν λεπτομερέστερα κάποια σημεία, το βασικό ωστόσο σχήμα και η έκταση της πρώτης οικοδομικής φάσης μπορεί να θεωρηθεί ότι περιέ­χονται στην κάτοψη των Gibson και Taylor και στην αναπαράσταση του όλου συγκροτήματος με μακέτα από τον Biddle.
 
Ροτόντα. Το Ιερό Κουβούκλιο στο κέντρο με τον τρούλο. Αρχιτέκτων ο Έλληνας Νικόλαος Κάλφας Κομνηνός, από τη Μυτιλήνη (1810). (Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 60, άρθρο «Ο Πανίερος ΝΑΟΣ της ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ στα Ιεροσόλυμα», Γ.Π. Λάββας Ακαδημαϊκός Αρχαιολόγος – Αρχιτέκτονας, σελίδα 43)
 
Το όλο συγκρότημα είχε και διατηρεί ως γενικό προσανατολισμό τον κατά μήκος άξονα από Α προς Δ. Η μνημειακή του είσοδος βρισκόταν ανατολικά, στην κεντρική λεωφόρο της Αιλίας Καπιτωλίνας. Η Ιπποδάμεια πολεοδομική φάση της Ιε­ρουσαλήμ (σχέδιο του αυτοκράτορα Αδριανού του 135 μ.Χ.) δέχθηκε με τη χωροθέτηση του Κωνσταντίνειου συγκροτήματος μια πρώτη απόκλιση από τη γεωμετρική κανονικότητα του καννάβου. Η κεντρική λεωφόρος με τη διπλή κιονοστοιχία να διατρέχει όλο της το μήκος διεκόπη «αυθαίρε­τα» από τη μνημειακή διαμόρφωση της εισόδου του νεοανεγειρόμενου συγκροτήματος. Σηματοδοτείται, έτσι, μια πολεοδομική πρακτική, η οποία έχει εδώ την αρχή της, για να αποτελέσει στο εξής τον κανόνα χωροθέτησης των θρησκευτικών μνη­μείων στις υπάρχουσες «ιπποδάμειες», αλλά και νέες, πόλεις ή οικισμούς της Χριστιανικής Περιό­δου. Ο πυρήνας αυτής της ιεράρχησης ενυπάρχει στην έννοια του «ιερού ή αγίου χώρου» που ανα­δεικνύεται σε νέο, κυρίαρχο και επιβαλλόμενο στοιχείο πολεοδομικής σύνθεσης, χωρίς υποταγή ή συσχέτιση του με προϋπάρχοντα ρυμοτομικά σχήματα, οργανογράμματα ή ιδεογράμματα.
 
Ροτόντα. Το Ιερό Κουβούκλιο από ΒΑ. (Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 60, άρθρο «Ο Πανίερος ΝΑΟΣ της ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ στα Ιεροσόλυμα», Γ.Π. Λάββας Ακαδημαϊκός Αρχαιολόγος – Αρχιτέκτονας, σελίδα 44)
 
Σε ό,τι αφορά τον Ναό της Αναστάσεως, όπως αναφέρει η Εγερία το 384 μ.Χ. («Itineraria» 43, 7), ο προσκυνητής εισερχόταν μέσα από τρεις θύρες του εξωτερικού περιβόλου σ’ ένα ευρύ αίθριο με κιονοστοιχίες στις τρεις πλευρές του (Ν, Α και το οποίο, με τρεις επίσης θύρες στην απέναντι πλευρά, οδηγούσε στο εσωτερικό της πεντάκλιτης Βασιλικής. Ίχνη των δύο από τις τρεις αυτές θύρες του εξωτερικού περιβόλου εντοπίσθηκαν μέσα στα σημερινά οικοδομήματα της περιοχής (στο ζαχαροπλαστείο «Xalatimos» και στο ρωσικό κτήριο).

 

Η Βασιλική είχε διαστάσεις 58,50 μ. μήκος και 40,50 μ. πλάτος, με το μεσαίο κλίτος υπερυψωμένο και φωτιζόμενο με σειρά πλευρικών παραθύρων και σημαντικά πλατύτερο από τα διπλά, πλάγια κλίτη. Δύο σειρές πεσσών και κιόνων δεξιά και αριστερά του κεντρικού κλίτους έφεραν δίκλινη μεσαία και τις απλές πλάγιες στέγες των τεσσάρων κλιτών. Ο στυλοβάτης της κιονοστοιχίας, μεταξύ του κεντρικού και του βόρειου προ του κλίτους, βρέθηκε στο σημερινό αρμενικό παρεκκλήσιο του Αγίου Βαρτάν, ενώ η δυτική του προέκταση εντοπίζεται στο παρεκκλήσιο της Αγίας Ελένης. Ο νότιος τοίχος του ίδιου παρεκλησίου πρέπει να είναι ο στυλοβάτης της κιονοστοιχίας που χώριζε το κεντρικό από το νότιο πρώτο κλίτος. Η δυτική προέκταση αυτού του στυλοβάτη είναι ορατή σήμερα στην ανατολική πλευρά του βράχου του Γολγοθά, με τον στυλοβάτη επίσης της κιονοστοιχίας που βρισκόταν μεταξύ των δύο νότιων πλευρικών κλιτών. Έχουμε, έτσι, αρκετά τεκμήρια των θεμελίων της Κώνσταντίνειας Βασιλικής, στην οικοδόμηση της οποίας φαίνεται ότι χρησιμοποιήθηκαν πολλοί δόμοι της Αδριάνειας κατασκευής του τεχνητού επιπέδου.

 

 

Η διαμόρφωση των επιπέδων του προπύλου από την κεντρική λεωφόρο, του ανατολικού αιθρίου της Βασιλικής του Ιερού Βράχου, του δυτι­κού αίθριου, του Τάφου με τη Ροτόντα και, τέλος, του Σπηλαίου της εύρεσης του Τιμίου Σταυρού με το παρεκκλήσιο της Αγίας Ελένης, είναι αρκετά σύνθετη και θα πρέπει να απασχόλησε έντονα τους αρχιτέκτονες του συγκροτήματος. Ιδιαίτερα η σχέση του Σπηλαίου της εύρεσης και της Βασιλι­κής πρέπει να οδήγησε σε μια τολμηρή λύση: το επίπεδο της Βασιλικής να υψωθεί σημαντικά από το επίπεδο της κεντρικής λεωφόρου και αντίστοι­χα από τη δυτική πλευρά της, όπου βρισκόταν το δεύτερο αίθριο, μεταξύ αυτής και του Τάφου.
Τό­σο το μεγάλο σε έκταση κλιμακοστάσιο, όπως α­πεικονίζεται στον χάρτη της Μαδηβάς, όσο και οι σωζόμενοι τοίχοι θεμελίωσης της Βασιλικής στην ανατολική πλευρά του βράχου του Γολγοθά, υπο­δεικνύουν ότι το δάπεδο της Βασιλικής έπρεπε να είναι σε σημαντικό ύψος επάνω από το επίπεδο της κεντρικής λεωφόρου. Η λύση αυτή επέτρεπε την άνετη πρόσβαση στο βαθύτερο τμήμα της εύ­ρεσης του Τιμίου Σταυρού, το οποίο ασφαλώς θα αποτελούσε χώρο προσκυνήματος και επομένως χρειαζόταν ανάλογη διαμόρφωση του χώρου κά­τω από το δάπεδο της Βασιλικής.

 

Αν οι μετρήσεις και οι υποθέσεις αντιστοι­χούν στην πραγματικότητα της εποχής, τότε έχου­με ένα αρχιτεκτονικό σύνολο όπου ο όγκος της Βασιλικής δέσποζε κυριαρχικά -καθώς η Ροτόντα ακόμη δεν υπήρχε-, ενώ τόσο το σημείο της Σταυρώσεως όσο και της Ταφής υποτάσσονταν. Ο Γολ­γοθάς βρισκόταν σε μια θέση τουλάχιστον έκκε­ντρη στη νοτιοδυτική της γωνία, σαν να συνιστούσε δευτερεύον στοιχείο της όλης σύνθεσης. Πράγ­ματι, από την πρώτη Κωνσταντίνεια φάση φαίνε­ται ότι, αρχιτεκτονικά τουλάχιστον, η προσοχή ε­πικεντρώθηκε στο σημείο του ευρεθέντος χριστιανικού συμβόλου, του Σταυρού, επάνω στο οποίο θα υψωθεί το μνημειακότερο αρχιτεκτόνημα του όλου ως αφιέρωμα του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Συνιστούσε έμπρακτη έκφραση ευγνωμοσύ­νης για τη νίκη του εναντίον του Μαξεντίου (312) και του Λικινίου (324) («εν τούτω (τω Σταυρώ) νί­κα»).
Ο Γολγοθάς, πάντως, παρέμεινε και αργότερα, σε μέγεθος ή μεγαλοπρέπεια, η architettura minora τον όλου συγκροτήματος. Το γεγονός αυτό ίσως δεν είναι άσχετο με το επίθετο που τον συνοδεύει μέχρι σήμερα, «φρικτός». Ένας «φρικτός τόπος» δεν είναι δυνατόν να εξαίρεται αρχιτεκτονικά ή καλλιτεχνικά. Παρέμεινε, έτσι, κορυφαίο προσκύ­νημα μέσα στον Άγιο Χώρο του Πάθους, αλλά στη γωνία και χωρίς ένταξη στους κύριους άξονες του όλου αρχιτεκτονικού συγκροτήματος σε όλες τις οικοδομικές του φάσεις.
 
Το Ιερό Κουβούκλιο. Νεκρικός θάλαμος. Δεξιά ο Τάφος τον Χριστού. (Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 60, άρθρο «Ο Πανίερος ΝΑΟΣ της ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ στα Ιεροσόλυμα», Γ.Π. Λάββας Ακαδημαϊκός Αρχαιολόγος – Αρχιτέκτονας, σελίδα 45)
 
Ροτόντα. Προθάλαμος Ιερού Κουβουκλίου με την είσοδο στον Τάφο. (Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 60, άρθρο «Ο Πανίερος ΝΑΟΣ της ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ στα Ιεροσόλυμα», Γ.Π. Λάββας Ακαδημαϊκός Αρχαιολόγος – Αρχιτέκτονας, σελίδα 45)
 
Ως προς τη μορφή του χώρου της Αναστάσεως (Ροτόντας) στην πρώτη αυτή οικοδομική φάση, πρέπει να σημειωθεί ότι η Ροτόντα -το κυκλικό περίβλημα γύρω από τον Τάφο- δεν αναφέρεται από τον Ευσέβιο (337 μ.Χ.), τον ανώνυμο προ­σκυνητή των Βορδιγάλλων (333 μ.Χ.) ή τον Κύ­ριλλο (348 μ.Χ.) που περιγράφουν αυτή τη φάση. Αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να είναι σύγχρονη, αλλά μεταγενέστερη από την Κωνσταντίνεια Βα­σιλική (εγκαινιάσθηκε τον Σεπτέμβριο του 335 μ.Χ., ίσως την ημέρα του Σταυρού (14/9)).

 

Η πρώτη μνεία για τη Ροτόντα φαίνεται ότι γίνεται στο «Οδοιπορικό» της Εγερίας (384 μ.Χ.), η οποία ομιλεί για τις εισόδους και τις εξόδους κατά τη διάρκεια των τελετών στον χώρο της Ανα­στάσεως. Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι το δεύτερο σε όγκο και μνημειακότητα αρχιτεκτό­νημα της πρώτης οικοδομικής φάσης πρέπει να οικοδομήθηκε μετά τον θάνατο του Μεγάλου Κωνσταντίνου (337 μ.Χ.) και πριν από το «Οδοι­πορικό» της Εγερίας (384 μ.Χ.). Μια ακόμη αρχι­τεκτονική ένδειξη αυτής της ύστερης ανέγερσης της Ροτόντας είναι και η παράλληλη, όχι όμως ταυτόσημη, αξονική τους σχέση.

 

Το Ιερό Συγκρότημα συμπλήρωναν το Βαπτιστήριο και τα βοηθητικά κτίσματα για τις αναγκαίες πρακτικές χρήσεις της λειτουργίας του. Η χωροθέτησή του απασχόλησε τους ερευνητές, χωρίς ωστόσο να υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες για την αναντίρρητη θέση του. Η πιθανότητα να βρισκόταν στη νότια πλευρά του συγκροτήματος όπως και οι κινστέρνες, αναγκαίες για τη λειτουργία του, ίσως είναι η ισχυρότερη. Βέβαια, πολλά άλλα σημεία και χώροι, που είτε αναφέρονται στις πηγές, είτε αποκαλύφθηκαν με έρευνες και ανασκαφές, δεν μπορούν να αναγνωρισθούν ή να εντοπισθούν, με βεβαιότητα ή ακρίβεια, σε ένα αρ­χιτεκτονικό σύνολο με συνεχή ζωή, καταστροφές και φθορές ή αλλαγές κατόχων επί δεκαετίες αιώ­νων.
 
Το Ιερό Κουβούκλιο. Ο Τάφος τον Χριστού. (Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 60, άρθρο «Ο Πανίερος ΝΑΟΣ της ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ στα Ιεροσόλυμα», Γ.Π. Λάββας Ακαδημαϊκός Αρχαιολόγος – Αρχιτέκτονας, σελίδα 46)
 
Το Ιερό Κουβούκλιο. Η είσοδος. (Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 60, άρθρο «Ο Πανίερος ΝΑΟΣ της ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ στα Ιεροσόλυμα», Γ.Π. Λάββας Ακαδημαϊκός Αρχαιολόγος – Αρχιτέκτονας, σελίδα 46)
 
Οι έρευνες, κυρίως αρχαιολογικές, συμφω­νούν επίσης με την έλλειψη γραπτών ειδήσεων για την αρχιτεκτονική διαμόρφωση του Γολγοθά και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι αυτό το Προσκύνημα δέχθηκε κτίσμα στην επόμενη οικοδομική φάση του 7ου αιώνα, μετά την επιδρομή των Περσών και τις νέες εργασίες οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από τον ηγούμενο και κατόπιν πατριάρχη Μόδεστο.
Στους αιώνες που θα ακολουθήσουν, ο μνημονικός τόπος του Γολγοθά και του Τάφου του Χριστού θα αποτελέσει το πεδίο στο οποίο, μέσα από την αρχιτεκτονική, θα καταγραφεί η πολλαπλότη­τα και η απόκλιση από τον αρχικό δογματικό άξο­να της θρησκείας του Ναζωραίου.

 

Το «πίστευε και μη ερεύνα» υπήρξε μια ανα­γκαιότητα των πρώτων χριστιανικών χρόνων, ό­ταν οι αιρέσεις και οι αντιπαραθέσεις του ελληνι­κού και του ιουδαϊκού κοσμοθεωρητικού πνεύμα­τος είχαν φθάσει σε πρωτοφανή ακρότητα. Η εσω­τερική, όμως, αναγκαιότητα της σκέψης για ερωτή­ματα και έρευνα δημιούργησε την ίδια εποχή το «ε­ρευνάτε τας γραφάς». Ο Ναός της Αναστάσεως είναι ένα μοναδικό τοπογραφικό σημείο όπου συ­νυπάρχει η αναζήτηση ταύτισης ενός ιστορικού γε­γονότος -ας την ονομάσουμε αρχαιολογική έρευ­να- με την ανάγκη της πίστης. Στην πίστη η κινητήρια δύναμη είναι το συναίσθημα και όχι ο ορθολογισμός. Ωστόσο, αντικειμενική οντότητα δεν υπάρ­ξει σε ερωτήματα όπου συμπλέκονται λογική και συναίσθημα. Ένας ερευνητής της βιβλικής αρχαιολογίας χρήσιμο θα ήταν να αφήνει, ως ουδέτερος τρίτος, τα πράγματα – ευρήματα – μαρτυρίες να φωτίζουν το γεγονός, κρατώντας τις οριστικές ερμηνείες για ευθετότερο χρόνο, στην περίπτωση που μια μονοσήμαντη θέση δημιουργεί ασυμφωνία μαρτυρίας και ευρήματος.

 

Σε ό,τι αφορά την αποκατάσταση της μορφής του Γολγοθά ως λατομείου και όχι ως λόφου, η νέα θεώρηση δεν αναιρεί το συμβολικό και υπαρξιακό του περιεχόμενο, ως του καθοδικού τόπου (βυθίσματος) του θανάτου, του ευρισκόμενου πλησιέστερα στον Κάτω Κόσμο, από όπου θα μπορούσε να προέλθει η Άνοδος, η Ανάσταση.
 
Αριστερά: ο Μέγας Κωνσταντίνος στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια. Μικρογραφία. Δεξιά: προτομή-αντίγραφο τον Μ. Κωνσταντίνου, που βρίσκεται στο Κάστρο του Μπερατίου στην Αλβανία. (Πηγή: Περιοδικό Corpus, τεύχος 60, άρθρο «Ο Πανίερος ΝΑΟΣ της ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ στα Ιεροσόλυμα», Γ.Π. Λάββας Ακαδημαϊκός Αρχαιολόγος – Αρχιτέκτονας, σελίδα 47)

 

 

 

 

 

http://www.apologitis.com

 
Back to top button