breaking newsΕλλάδα

Οι Πρέσπες έφεραν επαίνους αλλά και τρεις διπλωματικές ήττες

Ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας διολίσθησε προ δεκαπενθημέρου στη Λευκωσία, στη δημόσια διατύπωση της μέγιστης αυταπάτης ότι η Συμφωνία των Πρεσπών «θα βοηθήσει την προσπάθειά μας να διεκδικήσουμε, στο πλαίσιο της διεθνούς κοινότητας, μια δίκαιη και βιώσιμη λύση» και στο Κυπριακό. Η αβάσιμη προσδοκία ότι, χάρη στις «Πρέσπες», θα επιτύχουν οι χειρισμοί σε όλα τα μέτωπα, επαναλαμβάνεται συνεχώς από το Μαξίμου και από τα περισσότερα κυβερνητικά στελέχη.

Αλέξανδρος Τάρκας

Σε ανθρώπινο επίπεδο, ίσως ο Αλέξης Τσίπρας να έχει επηρεαστεί από τα εγκώμια, που εκφράζονται εκατέρωθεν του Ατλαντικού, για τον ρόλο του στα Δυτικά Βαλκάνια και για την αύξηση της αξιοπιστίας του ιδίου και της Ελλάδας.

Ωστόσο, στη διπλωματική πραγματικότητα, η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική. Το Κυπριακό εξαρτάται από την -απειλητική και αδιάλλακτη- Τουρκία και από τον συνδυασμό συμφερόντων των ΗΠΑ, της Ρωσίας και των ισχυρών εταίρων της ΕΕ απέναντι στην Άγκυρα και την ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.

Πρόκειται για αναμενόμενη αναδιάταξη των προτεραιοτήτων των ξένων κυβερνήσεων και για διαφορετικό ζύγισμα των συμφερόντων τους σε κάθε περίπτωση. Αυτό μαζί με τις συνέπειες που έχει η αλλαγή προσώπων σε ανώτερο κυβερνητικό επίπεδο ή σε μέσο υπηρεσιακό στις ΗΠΑ και στις ευρωπαϊκές χώρες. Όσο σταθεροί κι αν είναι οι άξονες της πολιτικής τους, πάντοτε αυτές οι αλλαγές επηρεάζουν τους χειρισμούς και τις ιεραρχήσεις των θεμάτων.

Σε αυτό το πλαίσιο, η δυσάρεστη πραγματικότητα είναι ότι η Συμφωνία των Πρεσπών όχι μόνο δεν θα ωφελήσει στο Κυπριακό, αλλά μάλλον είναι ήδη αδιάφορη για το συγκεκριμένο και όλα τα άλλα θέματα (εκτός των Βαλκανίων). Σύμφωνα με ελληνικές και ξένες διπλωματικές πηγές, οι αρνητικές εξελίξεις καταγράφονται σε τρεις τομείς τις τελευταίες ημέρες.

Πρώτον, στο ΝΑΤΟ, σε δύο μάλιστα θέματα. Το πρώτο αφορά το πρωτόκολλο προσχώρησης της λεγόμενης «Βόρειας Μακεδονίας», για το οποίο η ελληνική κυβέρνηση είχε ζητήσει από τον γενικό γραμματέα της Ατλαντικής Συμμαχίας, Γενς Στόλτενμπεργκ, να καθυστερήσει, μέχρι να διευκρινιστεί η νομική ισχύς της υπογραφής των συνταγματικών τροποποιήσεων από τον πρόεδρο της Βουλής, αντί του προέδρου της Δημοκρατίας της γειτονικής χώρας.

Σχετική ενημέρωση είχε γίνει και από τον αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών, Γιώργο Κατρούγκαλο, προς τον Αμερικανό πρεσβευτή στην Αθήνα, Τζέφρι Πάιατ, αν και η Ουάσινγκτον είχε εξηγήσει νωρίτερα ότι ήταν επείγουσα η ολοκλήρωση των διαδικασιών στο ΝΑΤΟ, ώστε να αναχαιτιστούν οι ρωσικές παρεμβάσεις. Ως άτυπο όριο επανεξέτασης του θέματος είχε τεθεί η σύνοδος των υπουργών Άμυνας του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες αυτές τις ημέρες.

Ως γνωστόν, αδιαφορώντας για τις ελληνικές επιφυλάξεις και μολονότι το νομικό πρόβλημα παραμένει, το πρωτόκολλο υπεγράφη στο ΝΑΤΟ την περασμένη εβδομάδα. Επιπλέον, η Βουλή των Ελλήνων ήταν η πρώτη που το κύρωσε, όπως αξίωνε ο πρωθυπουργός Ζόραν Ζάεφ, για να δοθεί «καλό παράδειγμα» στα άλλα μέλη του ΝΑΤΟ.

Το δεύτερο θέμα, εντός ΝΑΤΟ, εντοπίζεται στη διεξαγωγή άσκησης πλοίων της Τουρκίας και τριών συμμάχων εντός της κυπριακής ΑΟΖ. Η Άγκυρα μεθόδευσε τη συμμετοχή των έξι από τα δέκα πλοία της μόνιμης ναυτικής δύναμης του ΝΑΤΟ (SNMG2) και οι ελληνικές διαμαρτυρίες προς τον Γενς Στόλτενμπεργκ δεν είχαν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, παρά την «επιτυχία» των «Πρεσπών».

Αντιφατικά τα μηνύματα

Δεύτερον, στο σχέδιο του αγωγού φυσικού αερίου EastMed (από τα κοιτάσματα της Ανατολικής Μεσογείου προς την Ευρώπη) και της συμμετοχής του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών στην προσεχή σύνοδο κορυφής των ηγετών Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ, τα μηνύματα είναι αντιφατικά.

Η Αθήνα είχε τη βεβαιότητα συμμετοχής του Μάικ Πομπέο στη σύνοδο, περί τα τέλη Φεβρουαρίου στην Κρήτη, χωρίς να εκτιμήσει ούτε άλλες προτεραιότητες του επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ ούτε και την αμερικανική ανησυχία, μήπως υπάρξει τουρκική αντίδραση.

Ήδη, η σύνοδος μάλλον μετατίθεται για τον Μάρτιο και αν ο Μάικ Πομπέο δεν έρθει στην Κρήτη ούτε τον επόμενο μήνα, φαίνεται ότι, αργότερα, δεν υπάρχει περιθώριο από καμία πλευρά. Πρόβλημα υφίσταται και με την κυβέρνηση της Ρώμης που άλλοτε δέχεται τη Διακυβερνητική Συμφωνία του EastMed και άλλοτε υπαναχωρεί, λόγω του πολιτικού κόστους για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις στη νότια Ιταλία (όπως και προ διετίας με τον TAP).

Τρίτον, στο Κυπριακό, παρά την αισιοδοξία του Αλέξη Τσίπρα και του Κύπριου προέδρου Νίκου Αναστασιάδη, ο ΟΗΕ και οι ΗΠΑ τείνουν να αποδεχθούν τις τουρκικές προτάσεις περί άτυπων επαφών, ώστε να εξεταστούν εναλλακτικές λύσεις πέραν της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας.

Ταυτόχρονα, παρά τις παρασκηνιακές εκκλήσεις της Αθήνας και της Λευκωσίας προς τα ισχυρότερα μέλη της ΕΕ για τη λήψη μέτρων κατά της σκόπιμης, εκ μέρους της Τουρκίας, αύξησης των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών προς την Κυπριακή Δημοκρατία, δεν έχει γίνει το παραμικρό.

Οι τρεις παραπάνω διπλωματικές ήττες και οι ανεπιτυχείς χειρισμοί δείχνουν ότι καμιά πλευρά δεν δέχεται τη λογική των αντιπαροχών προς επιβράβευση των «Πρεσπών».

Ίσως δε, να δικαιώνεται κιόλας η πρόβλεψη ότι από τη στιγμή που η Ελλάδα μετέβαλε μια τόσο καίρια εθνική επιλογή δεκαετιών (μη αναγνώριση «Μακεδόνων» και εθνοτικών χαρακτηριστικών, και όχι σύνθετο όνομα που γρήγορα θα εκφυλιστεί στο σκέτο «Μακεδονία»), τότε οι ξένες κυβερνήσεις θα θεωρούν ότι είναι έτοιμη να υποχωρήσει σε όλα τα θέματα.

 

 

 

 

https://slpress.

Related Articles

Αρέσει σε %d bloggers: