breaking newsΙστορικά

Μάχη του Βελεστίνου: Ο Συνταγματάρχης Σμολένσκη ταπεινώνει τους Τούρκους – ΦΩΤΟ – BINTEO

Κατά τη διάρκεια της ελληνοτουρκικής σύρραξης του 1897 (5 Απριλίου), του λεγόμενου «Ατυχούς Πολέμου» ή αλλιώς «Πολέμου των Τριάντα Ημερών», ελάχιστες υπήρξαν οι περιπτώσεις κατά τις οποίες η αντίσταση που προέβαλαν τα ελληνικά στρατεύματα έναντι των αντιπάλων τους ήταν συγκροτημένη, αξιοπρεπής και κατ’ ελάχιστο όχι ντροπιαστική. 

Από: creteplus.gr

Σε αυτές συγκαταλέγονται οι μάχες που διεξήχθησαν στην περιοχή του Βελεστίνου από την 3η Ταξιαρχία Πεζικού, υπό τη διοίκηση του συνταγματάρχη πυροβολικού Κωνσταντίνου Σμολένσκη.    
                                              
Μετά την κατάρρευση του μετώπου των συνόρων και την υποχώρηση του Ελληνικού Στρατού προς τα Φάρσαλα, η εν λόγω ταξιαρχία στις 14 Απριλίου διατάχθηκε να εγκατασταθεί αμυντικά στα στενά του Βελεστίνου, ασφαλίζοντας (καλύπτοντας) το ανατολικό πλευρό του κύριου όγκου των ελληνικών δυνάμεων της Στρατιάς Θεσσαλίας και διατηρώντας ανοιχτές τις γραμμές επικοινωνιών με τον Βόλο. Από την ημέρα εκείνη έπαψε να ανήκει στην οργανική της μεραρχία (ΙΙ Μεραρχία) και μετετράπη σε ανεξάρτητο σχηματισμό, υπαγόμενη απευθείας στο Αρχηγείο.
Τα στενά του Βελεστίνου σχηματίζονται από τις δυτικές καταπτώσεις του όρους Πήλιο (ύψωμα Οβρηάς Γάλα) και το όρος Χαλκοδόνιο (Κυνός Κεφαλαί – Καρά Νταγ). Από αυτά διερχόταν η κύρια αμαξιτή οδός από Λάρισα, η οποία εντός των στενών διακλαδιζόταν σε δύο κατευθύνσεις προς Βόλο (ανατολικά) και Αλμυρό (νότια). Επίσης δια των στενών διερχόταν η σιδηροδρομική γραμμή Φάρσαλα – Λάρισα, η οποία από το Βελεστίνο αποκτούσε διακλάδωση προς Βόλο.
Ο Ετέμ πασάς, αρχιστράτηγος της Τουρκικής Στρατιάς, ενώ προέλαυνε προς τα Φάρσαλα, ουσιαστικά ακολουθώντας και όχι καταδιώκοντας τον Ελληνικό Στρατό, αποφάσισε να καταλάβει τον Βόλο με μέρος των δυνάμεών του, όταν πληροφορήθηκε από κατοίκους της πόλης για τις εκεί ελληνικές δυνάμεις.

Ο Τουρκικός Στρατός της περιόδου είχε οργανωθεί και εκπαιδευτεί από Γερμανούς αξιωματικούς, αρκετοί από τους οποίους διατηρήθηκαν ως επιχειρησιακοί σύμβουλοι σε διάφορα κλιμάκια διοίκησης.
Οι ελληνικές δυνάμεις ήταν κατά πολύ λιγότερες. Επιπλέον υστερούσαν σε κάθε είδους εξοπλισμό όσο και σε εκπαίδευση. Η Τουρκική Στρατιά διέθετε τις 1η έως 6η Μεραρχίες Πεζικού, Μεραρχία Ιππικού και Ανεξάρτητη Ταξιαρχία Πεζικού. Η ελληνική Στρατιά Θεσσαλίας διέθετε τις Ι και ΙΙ Μεραρχίες Πεζικού.
Η 3η Ταξιαρχία, με διοικητή τον  συνταγματάρχη πυροβολικού Κωνσταντίνου Σμολένσκη και δύναμη περίπου 7.000 άνδρες, διέθετε το οργανικό της 7ο Σύνταγμα Πεζικού, το 8ο Σύνταγμα Πεζικού (της 4ης Ταξιαρχίας) τριών ταγμάτων το καθένα και την 1η Πυροβολαρχία Ορειβατικού Πυροβολικού (του 2ου Συντάγματος Πυροβολικού). Επιπλέον της διατέθηκαν υπό διοίκηση το VI Τάγμα Ευζώνων (της ΙΙ Μεραρχίας), η 2η Πυροβολαρχία Ορειβατικού Πυροβολικού (του 2ου Συντάγματος Πυροβολικού), ο 3ος Λόχος Μηχανικού (του ΙΙ Τάγματος Μηχανικού), η 2η Ιλη Ιππικού (του 2ου Συντάγματος Ιππικού) και η 4η Πυροβολαρχία Πεδινού Πυροβολικού (του 2ου Συντάγματος Πυροβολικού).
Έτσι με βάση την 3η Ταξιαρχία συγκροτήθηκε ένας νέος μεγαλύτερος και ισχυρότερος σχηματισμός, ο οποίος αργότερα με την προσθήκη ενός ανεξάρτητου τάγματος πεζικού και τριών πεζοπόρων ιλών ιππικού αποτέλεσε τη «Μικτή Ταξιαρχία».

Πρώτη Μάχη (18 Απριλίου)
Η μετακίνηση των περισσοτέρων μονάδων της ελληνικής ταξιαρχίας πραγματοποιήθηκε σιδηροδρομικώς και τμηματικά (15 Απριλίου). Ταυτόχρονα ο Ετέμ πασάς προώθησε προς τον Βόλο τη Μεραρχία Ιππικού (υποστράτηγος Σουλεϊμάν πασάς), με τα 13ο και 14ο Συντάγματα Ιππικού, 3 ίλες του 6ου Συντάγματος Ανακτορικής Φρουράς, μια έφιππη πυροβολαρχία και το 3ο Σύνταγμα της 5ης Μεραρχίας Πεζικού.
Μία τουρκική ίλη ιππικού, κινούμενη ως εμπροσθοφυλακή και οι ελληνικές προφυλακές μάχης ενεπλάκησαν στις 17.30 της ίδιας ημέρας, για μισή περίπου ώρα μόνο, καθώς οι Τούρκοι, υπερεκτιμώντας τη δύναμη των Ελλήνων, συμπτύχθηκαν βορειότερα.
Παρόλα αυτά, στα ελληνικά τμήματα διαδόθηκε η φήμη ότι ο εχθρός είχε καταλάβει τα υψώματα βορείως του Βελεστίνου, απειλώντας με κύκλωση τις ελληνικές δυνάμεις. Τη νύχτα Ν15/16 η διάδοση αυτή προκάλεσε σύγχυση και οδήγησε σε πανικό. Μεμονωμένοι άνδρες αλλά και ολόκληρα τμήματα εγκατέλειψαν τις θέσεις τους προσπαθώντας να γλυτώσουν από τον εχθρό. Το ίδιο βράδυ ολοκληρώθηκε η μετακίνηση των δυνάμεων της ελληνικής ταξιαρχίας.
Την επόμενη ημέρα ο συνταγματάρχης Σμολένσκη ασχολήθηκε με την ανασυγκρότηση της ταξιαρχίας του, ανακαλώντας τα τμήματα που είχαν εγκαταλείψει την τοποθεσία, ενώ παράλληλα προσπάθησε να λάβει μέτρα πειθαρχίας και με κάθε τρόπο να ανυψώσει το ηθικό των ανδρών του.

Το πρωί της 16 Απριλίου αφίχθησαν στην περιοχή ακόμα ένα σύνταγμα πεζικού και μια ορειβατική πυροβολαρχία της τουρκικής 5ης Μεραρχίας, ενώ η διοίκηση του συνόλου των τουρκικών δυνάμεων ανατέθηκε στον υποστράτηγο Ναΐμ πασά.
Η τουρκική επίθεση, με την υποστήριξη ισχυρών πυρών πυροβολικού, εκδηλώθηκε στις 05.00 της 18 Απριλίου. Οι προσπάθειες των Τούρκων δεν επέφεραν ουσιαστικό αποτέλεσμα, αλλά συνεχίστηκαν αδιάκοπα καθόλη τη διάρκεια της ημέρας. Τα αμυνόμενα ελληνικά τμήματα κατόρθωσαν να τους αντιμετωπίσουν σθεναρά και να αναχαιτίσουν κάθε τουρκική προσπάθεια, με αναδιάταξη των δυνάμεών τους όπου απαιτείτο και αντεπιθέσεις. Στις 18.00 τα πυρά είχαν σταματήσει εντελώς σε όλο το μέτωπο, πλην ελάχιστων μεμονωμένων περιπτώσεων και το σύνολο των τουρκικών μονάδων συμπτύχθηκε στις αρχικές τους θέσεις εξορμήσεως.
Κατά την πρώτη αυτή μάχη του Βελεστίνου οι απώλειες των Τούρκων ανήλθαν σε 138 νεκρούς και 254 τραυματίες. Οι ελληνικές δυνάμεις απώλεσαν 28 και 142 άνδρες αντίστοιχα.

Δεύτερη Μάχη (23 και 24 Απριλίου)
Μετά την αποτυχία των Τούρκων, ο Ετέμ πασάς ανακάλεσε στη Λάρισα το μεγαλύτερο μέρος του ιππικού και την έφιππη πυροβολαρχία και διέθεσε τις υπόλοιπες δυνάμεις της τουρκικής 5ης Μεραρχίας. Έτσι η τουρκική δύναμη διαμορφώθηκε σε 15 τάγματα πεζικού, 4 ίλες ιππικού και 4 πυροβολαρχίες, αριθμώντας συνολικά περίπου 12.000 άνδρες και 24 πυροβόλα.
Οι επιχειρήσεις επαναλήφθηκαν στις 23 Απριλίου, την ίδια ημέρα που διεξήχθη και η μάχη των Φαρσάλων. Η τουρκική 5η Μεραρχία (αντιστράτηγος Χακή πασάς) έλαβε επαφή με την ελληνική τοποθεσία στις 09.00. Μία ώρα αργότερα και για τριάντα περίπου λεπτά, ξέσπασε ξαφνική ραγδαία βροχή με χαλαζόπτωση, κατά τη διάρκειά της η ορατότητα σχεδόν μηδενίστηκε. Οι Τούρκοι εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός και προωθήθηκαν σε κατάλληλες θέσεις ακόμα πιο κοντά στον ελληνικό τομέα.
Το τουρκικό πυροβολικό, λόγω του μεγαλύτερου βεληνεκούς του, κατάφερε να εξουδετερώσει τις ελληνικές πυροβολαρχίες. Αντίθετα τα τουρκικά τμήματα προσπάθησαν με συνεχείς ενέργειες να ανατρέψουν τις ελληνικές δυνάμεις, αλλά δεν τα κατάφεραν.
Κατόπιν αυτού ο Χακή πασάς ζήτησε ενισχύσεις και ο αρχιστράτηγος Ετέμ πασάς προώθησε στο Βελεστίνο την 3η Μεραρχία Πεζικού (15 τάγματα πεζικού) και την εφεδρική Ταξιαρχία Πεζικού (10 τάγματα πεζικού), υπό τη διοίκηση των αντιστράτηγου Μεμδούχ πασά και υποστράτηγου Μεχμέτ πασά, αντίστοιχα.

Τη νύχτα 23/24 Απριλίου, μετά την πρώτη ημέρα των επιχειρήσεων στα Φάρσαλα και ύστερα από εκτίμηση της κατάστασης, ο Διάδοχος Κωνσταντίνος (αρχιστράτηγος της Ελληνικής Στρατιάς Θεσσαλίας) αποφάσισε την απαγκίστρωση των ελληνικών δυνάμεων και τη σύμπτυξή τους στην τοποθεσία Δομοκού.
Στο πλαίσιο αυτής της απόφασης τηλεγράφησε στον Σμολένσκη: «Υποχωρώ μετά του στρατού εις Δομοκόν. Ελθετε εκεί αμέσως …» προκαλώντας την οργή του συνταγματάρχη.
Στις 05.00 της 24 Απριλίου οι Τούρκοι επανέλαβαν την επίθεσή τους. Ο αγώνας διεξάχθηκε λυσσώδης και από τις δύο πλευρές σε ολόκληρο το μέτωπο. Κατά τις μεσημβρινές ώρες, κάτω από τη μεγάλη πίεση των επιτιθεμένων, τα τμήματα στο δεξιό της ελληνικής παράταξης αναγκάσθηκαν να συμπτυχθούν.
Τελικά, ο συνταγματάρχης Σμολένσκη, θεωρώντας την κατάσταση ιδιαίτερα κρίσιμη για ολόκληρη την ταξιαρχία του, αποφάσισε να διατάξει στις 15.00 τη σύμπτυξή της.  12_VELESTINO-97_metafora traymationΟ ελληνικός σχηματισμός συμπτύχθηκε μία ώρα αργότερα, χωρίς εχθρική πίεση καθώς, άλλη μια φορά και χωρίς εμφανή αιτία, οι Τούρκοι δεν εκμεταλλεύθηκαν την τροπή της μάχης και δεν καταδίωξαν τις συμπτυσσόμενες ελληνικές δυνάμεις, αλλά σταμάτησαν για να αναπαυθούν. Παρόλα αυτά η ελληνική ενέργεια στο σύνολό της δεν πραγματοποιήθηκε με τάξη όπως είχε σχεδιαστεί. Σε αρκετές περιπτώσεις η κίνηση ορισμένων τμημάτων, ξεφεύγοντας από τον έλεγχο των αξιωματικών τους, πήρε τη μορφή φυγής.

Το μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών δυνάμεων αφίχθηκε στον Αλμυρό στις 25 Απριλίου. Ορισμένα τμήματα, τα οποία συμπτύχθηκαν προς Βόλο, μεταφέρθηκαν στον Αλμυρό μέσω θαλάσσης. Την ίδια ημέρα οι δυνάμεις της τουρκικής 5ης Μεραρχίας εισήλθαν στο Βελεστίνο χωρίς να καταδιώξουν τις ελληνικές δυνάμεις νοτιότερα και χωρίς να εκμεταλλευτούν την επιτυχία τους. Μια ημέρα μετά εισήλθαν στην πόλη του Βόλου.

Κατά τον διήμερο αγώνα οι απώλειες της 3ης Ταξιαρχίας ανήλθαν σε 73 νεκρούς και 306 τραυματίες, έναντι 59 και 361 αντίστοιχα των Τούρκων.

Η σημασία

Τη σημασία της μάχης του Βελεστίνου και η σφοδρότητά της αποδεικνύουν οι απώλειες των εμπλεκομένων:

«Κατά την μάχην η γενναιότητα των Τούρκων υπήρξε παραδειγματική.. το πυρ του Ελληνικού πεζικού καταστρεπτικόν…η δράσις του πυροβολικού αποτελεσματική και η κατανάλωσις των πυρομαχικών εκατέρωθεν τεραστία. Αι απώλειαι των Τούρκων ανήρχοντο εις 1.300 νεκρούς και τραυματίες. Αι απώλειαι των Ελλήνων συνίστατο εις 30 νεκρούς και 100 περίπου τραυματίας».

Ο Σμολένσκη μετά το τέλος της μάχης τηλεγράφησε στην Αθήνα την επιτυχία με την παροιμιώδη φράση «Η Ταξιαρχία μου πλέει εις το αίμα». Η Κυβέρνηση συνεχάρη ολόθερμα με το πιο κάτω τηλεγράφημα:        «Το Υπουργικόν Συμβούλιον συγκεκινημένο εκφράζει υμίν και εις τον υφ υμάς γενναίον στρατόν την ευγνωμοσύνην του Έθνους δια τας λαμπράς υμών νίκα, δικαιώσάσας την τιμήν του στρατού και της χώρας».

Στην Βουλή εγκωμιάστηκε ο νικητής του Βελεστίνου.

Αλλά η πανελλήνια αυτή δόξα του Σμολένσκη προκάλεσε και το αντίστοιχο μίσος από την πλευρά των Ανακτόρων, διότι ο γενναίος με το παράδειγμά του είχε εκθέσει τον  Κωνσταντίνο που υποχωρούσε διαρκώς κατηγορώντας μάλιστα το στράτευμα ως «στρατό δειλών και φυγάδων».

Για την ακρίβεια των παραπάνω στο «ημερολόγιόν του» ο Ιωάννης Μεταξάς, που υπηρετούσε στο στρατηγείο του Κωνσταντίνου κριτικάρει σκληρά τον Σμολένσκη:

«Μετά την εν Λαρίσση υποχώρησιν, όσον εμειούτο το γόητρον του Διαδόχου τόσον υψούτο το του Σμολένσκη. Ήτο ου μόνον ήρως αλλά και έξοχος στρατιωτικός νους. Απεσιωπήθη τελείως υπό των εφημερίδων η εκ Ρεβενίου άτακτος και εν πλήρει αποσυνθέσει υποχώρησίς του, η πρώτη εν Βελεστίνω κατά την 15 Απριλίου αποτυχία του ένεκα της κακής πορείας της Ταξιαρχίας του. Συγχρόνως, αι εφημερίδες εκαλύφθησαν υπό πλήθους επεισοδίων των ηρωικών πράξεων του εξόχου στρατηγού. Τα επεισόδια ταύτα απολύτως ψευδή, εδόθησαν ή διεδόθησαν παρ ααυτού του ιδίου ή των συγγενών του. Άλλα επλάστηκαν υπό των ανταποκριτών των εφημερίδων τους οποίους επεριποιήθει, και οι οποίοι σχεδόν πάντες έτυχον τοιούτων περιποιήσεων παρά του Διαδόχου ή του Σαμπουτζάκη.. Άλλα επλάστηκαν παρά των επιθυμούντων την κατάληψιν της αρχής Ράλλης πχ»

(Ο Ράλλης έγινε πρωθυπουργός με παράκληση του Γεωργίου πριν την νίκη του Βελεστίνου) 

«Ο ήρως Σμολένσκη αποδεικνύεται εις αμαθής στρατηγός πλειστάκις εκθέσας τον στρατόν του εις καταστροφήν και πολλαχού υποστάς αποτυχίας, επιμελώς υπό των εν Αθήναις φίλων του και συγγενών αποκρυβείσας».

Το μίσος των ανακτόρων φανερώθει όταν τέθηκε θέμα αντικατάστασης του αποτυχόντος Σαπουντζάκη με τον Σμολένσκη , τότε ο Κωνσταντίνος ΑΡΝΗΘΗΚΕ ΜΕ ΠΕΙΣΜΑ να τον δεχθεί στο στρατηγείο του, ο υπουργός εξώρκιζε τον Κωνσταντίνο ότι «αι περιστάσεις είναι δειναί» και εκάμφθει μόνο μετά την επέμβαση του Γεωργίου. Απάντησε δια τηλεγραφήματος πικρού αφού πρόσθεσε περί της Κυβερνήσεως απειλή εκδικήσεως «Je m en souviendrai».

Με το τελευταίο φως ο εχθρός αποσύρθηκε στις βάσεις του και οι πολεμιστές του Σμολένσκη καταπονημένοι έπεσαν για ύπνο.

Στο μεταξύ ο εχθρός συγκέντρωνε εφεδρείες για να αναπληρώσει τα κενά που του δημιουργήθηκαν και να αποκτήσει υπεροπλία που θα του επέτρεπαν την επικράτηση του. Αλλά και ο Σμολένσκη ήταν προετοιμασμένος να συνεχίσει τον αγώνα , το είπε μάλιστα και προς τους ξένους δημοσιογράφους «Ευρισκόμεθα ενταύθα δια να υπερασπίσω τον Βόλον, οι Τούρκοι δέον να διέλθουν επί του σώματός μου πριν εισέλθουν εις την πόλιν αυτήν. Σας βεβαιώ ότι δεν θα αποθάνω εύκολα. Θα προτιμούσα να βαδίσω προς Λάρισα , αλλά μόνος μου δεν δύναμαι να το πράξω».

Ο Κωνσταντίνος δεν του έστειλε ενισχύσεις και όχι μόνο αυτό αλλά στις 3 το πρωί ενώ αναπαυόταν του έστειλε ένα συνταρακτικό τηλεγράφημα: «Υποχωρώ την εσπέραν ταύτην μετά του στρατού εις Δομοκόν. Έλθετε εκεί αμέσως Κωνσταντίνος Διάδοχος».

Ο γιγαντώσομος αγαθός Συνταγματάρχης δεν μπόρεσε να κρατήσει την οργή του και άρχισε να φωνάζει «Ντροπή ! Ντροπή! Οι στρατιώτες του Διαδόχου είναι οι ίδιοι με τους δικούς μου, μπορούν να κερδίσουν μάχες, εάν τους διοικεί ικανός αρχηγός». Όταν δόθηκε η επίσημη διαταγή εκκένωσης της πόλης, του Βόλου εξελίχθηκαν σκηνές κολάσεως. Εκατοντάδες γυναικόπαιδα βρήκαν άσυλο στα πολεμικά πλοία, χιλιάδες άνδρες πήραν τα βουνά. Όλοι περίμεναν σφαγές από τους Τούρκους.

Οι ξένοι πρόξενοι έστειλαν πρεσβεία στον Ετέμ πασά και του ζητούσαν ειρηνική κατάληψη της πόλης και εγγυήσεις για την ασφάλεια της ζωής και της περιουσίας.

Ο Οθωμανός πασάς συγκατάνευσε και στις 26 Απριλίου 1897 μπήκαν στον Βόλο οι Τούρκοι, μόλις 17 χρόνια πρόλαβε να ζήσει ελευθέρα η πόλη.

Στην Αθήνα όταν μαθεύτηκε η πλήρης κατάληψη της Θεσσαλίας και η πυρπόληση του Βελεστίνου από τους Τούρκους άρχισε να πνέει επαναστατικός άνεμος. Η νίκη του Σμολένσκη έσωσε το Θρόνου του Γεωργίου, ο κόσμος κάλμαρε, παρηγορήθηκε, συνέτεινε και η ανακοίνωση ότι η Ελλάς ζητούσε επισήμως την μεσολάβηση της Ευρώπης. Η Ελλάς ταπεινωμένη, εξουθενωμένη προσέφευγε στο έλεος των Ισχυρών. 

Συμπερασματικά μπορούμε σήμερα να πούμε με ασφάλεια ότι ο Αρχιστράτηγος του υπόψη ατυχούς πολέμου ήξερε ότι  ήταν προσυμφωνημένα η στρατιωτική ήτα και οι οικονομικές παραχωρήσεις προς τη διεθνή οικονομική κοινότητα της εποχής, που έλεγχαν οι τότε μεγάλες δυνάμεις .

Ποιος ήταν ο Κωνσταντίνος Σμολένσκη

Ο Κωνσταντίνος Σμολένσκη ή Σμολένσκυ (1843 – 27 Σεπτεμβρίου 1915) ήταν αντιστράτηγος πυροβολικού, ήρωας του Ελληνοτουρκικού πόλεμου του 1897 και δυο φορές υπουργός στρατιωτικών.

Γόνος της ελληνοβλαχικής οικογένειας Δήμου, η οποία έλαβε τίτλο ευγενείας στην Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους. Η οικογένειά του καταγόταν από τη Φούρκα της Ηπείρου. Ο τίτλος ευγενείας όριζε ως νέο όνομα της οικογένειας το Σμολένσκη, καθώς δήλωνε με αυτό τον τρόπο τη φεουδαρχική κατοχή του όρους Σμόλικα της οροσειράς της Πίνδου, όπου οι Δήμου ήσαν δερβεντζήδες και φοροεισπράκτορες πριν καταφύγουν στο κράτος των Αψβούργων και είχαν μεγάλα κτήματα στην ιδιοκτησία τους από την βυζαντινή περίοδο, όπως δήλωσαν. Ήδη από το 1770 κλάδος της οικογένειας είχε εγκατασταθεί στην Ουγγαρία, όπου το πρεντικάτο Σμολένσκη προφέρονταν Σμολένιτζ. Μετά την Επανάσταση του 1821, το 1825, ο πατέρας του Λεωνίδας Σμόλεντς ήρθε στην Ελλάδα.

Ο Κωνσταντίνος φοίτησε στη Σχολή Ευελπίδων, από την οποία αποβλήθηκε λόγω του ζωηρού του χαρακτήρα. Στη συνέχεια φοίτησε στη στρατιωτική σχολή των Βρυξελλών, στο Βέλγιο. Κατατάχθηκε στον ελληνικό στρατό το 1862 ως ανθυπασπιστής πυροβολικού. Μετείχε στην Κρητική Επανάσταση (1866-1867) ως λοχαγός, όπου και διακρίθηκε. Στη συνέχεια στάλθηκε για ευρύτερες σπουδές στη Γερμανία και Γαλλία, οπότε με την επιστροφή του προάχθηκε σε ταγματάρχη και το 1881 συνέταξε τον Κανονισμό της ελληνοτουρκικής μεθορίου, ενώ το 1885-1886 επιστάτησε της οχύρωσης των ελληνικών συνόρων. Διατέλεσε δε επί μακρού καθηγητής της οχυρωματικής στη Σχολή Ευελπίδων.

Στον πόλεμο του 1897, φέροντας το βαθμό του συνταγματάρχου, ανέλαβε διοικητής της 3ης ταξιαρχίας και αμύνθηκε στα στενά του Ρεβενίου, υποχωρώντας στα Φάρσαλα, οπότε και στάλθηκε στο Βελεστίνο, προκειμένου να ανακόψει την προς Βόλο προέλαση του τουρκικού στρατού.

Αφού κατέλαβε τα παρά το «Πιλάφ τεπέ» υψώματα, απέκρουσε στις 17, 23 και 24 Απριλίου τουρκικές επιθέσεις. Αλλά όταν ο άλλος ελληνικός στρατός υποχώρησε από τα Φάρσαλα και υπήρξε κίνδυνος υπερκερασμού της 3ης ταξιαρχίας, διατάχθηκε να την οδηγήσει στη Λαμία. Με την αποτελεσματική του άμυνα στο Βελεστίνο ο Σμολένσκης προάχθηκε σε υποστράτηγο, καθιστάμενος ίνδαλμα του ελληνικού λαού, ο οποίος και τον τίμησε κατ΄ επανάληψη εκλέγοντάς τον Βουλευτή Αττικοβοιωτίας.

Επί Κυβερνήσεως Ζαΐμη (Σεπτέμβριος – Νοέμβριος 1897) χρημάτισε Υπουργός των Στρατιωτικών καθώς επίσης και επί Κυβερνήσεως Θεοτόκη το 1903. Τέλος, κατά την επανάσταση του 1909, δια νόμου της Βουλής προήχθη σε αντιστράτηγο.

Η σύζυγός του ήταν θεία του ήρωα του Μακεδονικού Αγώνα Παύλου Μελά, ενώ είχε δύο κόρες η μία μάλιστα , η Ραλλού, αυτοκτόνησε 20 ετών για κληρονομικούς λόγους, σύμφωνα με τον τύπο της εποχής έπασχε από μελαγχολία μετά τον θάνατο της μητέρας της. 

Πηγές:
wikipedia.gr/ mixanitouxronou.gr/ CretePlus.gr/ skolix216.wordpress.com/ lerakis.blogspot.gr

freepen

Related Articles

Αρέσει σε %d bloggers: