breaking newsΕλλάδαΙστορικά

Απ’ τους Οθωμανούς του Μωάμεθ στους νεο-Οθωμανούς του Ερντογάν…

[Σκηνές απ’ το λυκαυγές και το λυκόφως της Αγια Σοφιάς ]

Κωνσταντινούπολη, Αγία Σοφία, 960

Μπροστά στο Χρυσοτρίκλινο της Αγίας Σοφίας η Ελληνίδα αυτοκράτειρα του Βυζαντίου Θεοφανώ (περιστοιχισμένη από αρχόντισσες της Αυλής της, που ήταν στολισμένες με τα λαμπρότερα διαμαντικά τους), έσκυβε ελαφρά στο πλευρό του άντρα της Ρωμανού Β’, για να βλέπει καλύτερα απ’ τον χρυσοσκάλιστο θρόνο της τη στέψη του δίχρονου γιου τους (Βασίλειου Β’) ως συναυγούστου στον Ναό τη Αγίας Σοφίας.

Στον Κυρίως Ναό, που ήταν ολοφώτιστος απ’ τις αναμμένες λαμπάδες, τα αργυρά πολυκάντηλα και τα πολύχρωμα ψηφιδωτά, έκαναν να αστράφτουν εντυπωσιακά τα χρυσοῢφαντα υφάσματα του αυτοκρατορικού ζεύγους και των αρχόντων, μα προπάντων η κόκκινη χλαμύδα με τις πόρπες στους ώμους του εστεμμένου γιου του Ρωμανού.

Ο μικρός αυτοκράτορας έδειχνε να απολαμβάνει την όλη ιεροτελεστία και – παρά το μικρό της ηλικίας του – παρακολουθούσε ευθυτενής την τελετή (δίπλα στη σωματοφύλακα τροφό του), χαμηλώνοντας πού και πού το βλέμμα μόνο για να χαζέψει τα πορφυρά του ταγία, που είχαν κεντημένο επάνω τους τον δικέφαλο αετό, το σύμβολο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας…

Ο κόσμος, περνώντας από νωρίς την Χαλκή Πύλη, συνωστιζόταν με συγκίνηση και ενθουσιασμό, για να παρακολουθήσει τη στέψη του διαδόχου. Στα αριστερά του Βασίλειου στέκονταν οι παραστάτες της συνοδείας του κρατώντας στα χέρια τους τα σκήπτρα και τα άλλα στρατιωτικά του εμβλήματα.

Στα δεξιά του είχαν πάρει τις θέσεις τους οι συγκλητικοί, μαζί με τους εκπροσώπους των δήμων της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας. Όλοι ανεξαιρέτως είχαν στραμμένα τα μάτια τους τόσο στον χαμένο μες στην βασιλική πορφύρα μικρό, όσο και το αυτοκρατορικό ζεύγος που τον καμάρωνε:

Την νεαρή Θεοφανώ (που άστραφτε από νιάτα και ομορφιά μέσα στα ατλάζια και τα χρυσαφικά της) και τον Ρωμανό (που ήταν εξίσου λαμπρά ντυμένος και εντυπωσιακός με την συνομήλικη σχεδόν γυναίκα του).

Στα μάτια της Σπαρτιάτισσας αυτοκράτειρας τρεμόπαιζαν δάκρυα συγκίνησης, καθώς έφερνε στον νου της ασυναίσθητα τη μέρα της βάφτισης του Βασίλειου (958) στο ”Μεγάλο Βαπτιστήριο” της Αγίας Σοφίας, μια μέρα γιορτής για την Βασιλεύουσα και τον λαό της, που είχε ξεχυθεί στους στολισμένους με άφθονα λουλούδια δρόμους της…

Γύρισε να ψελλίσει κάτι στον άντρα της, μα εκείνος την επανέφερε τρυφερά στην τάξη καρφώνοντας την ματιά του στην ”Ωραία Πύλη”, όπου ο Πατριάρχης Πολύευκτος έψαλλε με τη βαθύπαλμη φωνή του το ”Πολυχρόνιο” έχοντας καρφωμένο το βλέμμα επάνω τους:

Πολυχρόνιον ποιήσοι Κύριος ο Θεόςτον ευσεβέστατον Βασιλέα ημών Ρωμανόν. Συν τη ευσεβεστάτη Βασιλίσση ημών, Θεοφανώ. Συν τω ευσεβεστάτω Διαδόχω Αυτών Βασίλειον. Κύριε, φύλαττε αυτούς εις πολλά έτη, εις πολλά έτη, εις πολλά έτη…η…η.

Κωνσταντινούπολη, Ναός Αγίων Αποστόλων, 963

Τρία χρόνια μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα πατέρα του Κωνσταντίνου Ζ’ Πορφυρογέννητου, πέθαινε μετά από πτώση απ’ το άλογό του (που την χαρακτήρισαν δολιοφθορά ο αυτοκράτορας Ρωμανός, πατέρας του Βασιλείου Β’ (Βουλγαροκτόνου).

Μετά το λαζάρωμα (σαβάνωμα) του νεκρού και την παραμονή του στο ”τετράπυλον” του ανακτόρου (”Αίθουσα της Δάφνης” / αίθουσα τελετών) του παλατιού του Βουκολέοντα, όπου παρέμεινε η νεκρική, βασιλική κλίνη για τον τελευταίο αποχαιρετισμό, οι βεστοσακράνοι (υπάλληλοι του βασιλικού ιματιοφυλακίου) μετέφεραν στην Εκκλησία τον νεκρό αυτοκράτορα, για να ψαλεί η νεκρώσιμη ακολουθία.

Πλήθος κόσμου είχε καταλάβει τις δυο πλευρές της Μέσης Οδού και συνόδευε με κραυγές και θρήνους το νεκροκρέβατο του Ρωμανού (που την κρατούσαν ψηλά οι Πρωτοσπαθάριοι της αυτοκρατορικής φρουράς του) ραίνοντάς τον με άνθη, υπό τους ψαλμούς του Πατριάρχη και άλλων ιεραρχών οι οποίοι έψελναν τις εξόδιες ευχές κρατώντας λαμπάδες στα χέρια τους …

Η πομπή σταμάτησε για λίγο μπροστά απ’ την Αγία Σοφία, ίσαμε να ψάλλουν πιστοί και Ιεράρχες εν χορώ το ”Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια” , για να συνεχίσουν μετά την πορεία χωρίς διακοπή ως τον Ναό των Αγίων Αποστόλων (το ”Πολυάνδριον”), όπου ήταν θαμμένοι κι άλλοι αυτοκράτορες με τους συγγενείς τους.

Σαν έφτασε η πομπή στην εκκλησία, τοποθετήθηκε η ”κλίνη της λύπης” σε εξέδρα κι άρχισε να ψάλλεται η νεκρώσιμη ακολουθία, μέχρι το τέλος που ακούστηκε τρεις φορές απ’ το στόμα του Πατριάρχη το:

– Είσελθε, Βασιλεύ, καλεί σε ο Βασιλεύς των Βασιλευόντων και Κύριος των Κυριευόντων… (Μπες μέσα, Βασιλιά, σε φωνάζει ο Βασιλιάς των Βασιλέων και Κύριος των Κυρίων)…

Κωνσταντινούπολη, Αγία Σοφία, 27 Μαΐου 1453

Τα σήμαντρα της Μεγάλης Εκκλησίας – σκεπάζοντας τα κύμβαλα των εχθρών και τους αλαλαγμούς τους γύρω απ’ τα τείχη – χτυπούσαν πένθιμα πολλές ώρες μέχρι το τέλος της λιτανείας, στην οποία συμμετείχε σύσσωμος ο λαός ενωμένος και συγκινημένος. Τις κρίσιμες εκείνες στιγμές παραμερίστηκε το ”εγώ” του καθένα τους και η μόνη τους έγνοια ήταν η πατρίδα κι η σωτηρία της.

Φορώντας τη λευκή πολεμική στολή του ο τελευταίος (Έλληνας) αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος κατευθύνθηκε στην Αγία Σοφία, μαζί με πλήθος πιστών, στους οποίους προσπαθούσε να δώσει κουράγιο. Κι εκείνοι του το ανταπέδιδαν με φανερή συγκίνηση και καρτερία:

– Χαίρε της βασιλείας το απόρθητο τείχος!..

– Χαίρε της Εκκλησίας ο ασάλευτος πύργος!..

Την ίδια στιγμή, στις επάλξεις των πολυτραυματισμένων χερσαίων τειχών – κατά μήκος των Πυλών του Ρησίου, του Χαρισίου, της Καλιγαρίας, της Ζωοδόχου πηγής, της Βλάγκας και της Πύλης του Αγίου Ρωμανού ως το σημείο που κατέληγε στη Χρυσή Πύλη και την αποβάθρα των Πηγών απ’ όπου άρχιζε το μονό τείχος της Προποντίδας – έμεναν ξάγρυπνοι οι τελευταίοι υπερασπιστές της Κωνσταντινούπολης.

Ήταν οι εναπομείναντες οφφικιάλιοι και βιγλάτορες του Βυζαντίου, που με τόξα στα χέρια περίμεναν την νέα έφοδο των απίστων, οι οποίοι – υπό τους ήχους των προσευχών των ιμάμηδων, των δερβίσηδων και των ουλεμάδων – άνοιγαν πελώριες τάφρους απέναντι κι έστηναν σταυρωτούς πασσάλους πάνω στους οποίους κατασκεύαζαν νέα οχυρά, για να σφυροκοπούν ευκολότερα τις βυζαντινές πολεμίστρες (που τις υπεράσπιζαν οι σαϊτοφόροι βιγλάτορες), μέχρι να τις γκρεμίσουν.

Το αίτημα του Μωάμεθ Β’ στον αυτοκράτορα είχε απορριφθεί ακαριαία απ’ τον τελευταίο (” Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοι δοῦναι, οὔτ’ ἐμόν ἐστιν οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ· κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν” (”Το να σου παραδώσω την Πόλη ούτε δικό μου δικαίωμα είναι ούτε κανενός άλλου από τους κατοίκους της· γιατί όλοι με μια ψυχή προτιμούμε να πεθάνουμε με τη θέλησή μας και δε λυπόμαστε για τη ζωή μας”) κι αυτό είχε κάνει τους στρατιώτες του σουλτάνου να λυσσάξουν απ’ το κακό τους.

Κάποια στιγμή ησύχασε ο τόπος απ’ την ώρα που τα βυζαντινά βούκινα είχαν προειδοποιήσει για νέο κύμα επίθεσης του εχθρού.

Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος βρήκε την ευκαιρία που ζητούσε και έσπευσε με μικρή φρουρά απ’ την πύλη του Ρωμανού στην Αγία Σοφία, για να παρακολουθήσει την έσχατη χριστιανική λειτουργία και να ακούσει τον παραμυθητικό λόγο του Πατριάρχη (Αθανάσιου Β’, που αντικατέστησε τον φυγάδα στην Ιταλία Γρηγόριο Γ’ Μαμμή το 1450).

Λίγο πριν μεταλάβει για τελευταία φορά, ο τραγικός αυτοκράτορας γύρισε προς το πλήθος που έκλαιγε βουβά και είπε με τρεμάμενη απ’ τη συγκίνηση φωνή και βλέμμα εξαϋλωμένο:

– Χριστιανοί, συγχωρέστε τις αμαρτίες μου, και ο Θεός ας συγχωρέσει τις δικές σας.

– Συγχωρεμένος είσαι από εμάς. Ο Θεός ας σε συγχωρέσει, αντευχήθηκαν με αλλοιωμένη απ’ τη συγκίνηση φωνή οι πιστοί και ξέσπασαν σε σπαραχτικό θρήνο συμπαρασύροντας και τον αυτοκράτορα που έκλαιγε γοερά.

Με λυγισμένα γόνατα εκείνος έσυρε τα βήματά του στην ”Ωραία Πύλη”, όπου τον περίμενε ο Πατριάρχης κρατώντας το ασημένιο δισκοπότηρο με τα Άχραντα Μυστήρια.

– Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού…, ξεκίνησε να λέει.

Κωνσταντίνος, συμπλήρωσε τρέμοντας ο αυτοκράτορας κάνοντας το σημείο του σταυρού.

Λίγη ώρα μετά, έφτανε καλπάζοντας πάνω στο βασιλικό, αραβικό άτι του στο παλάτι των Βλαχερνών, όπου τον περίμεναν με δάκρυα στα μάτια οι άνθρωποι της Αυλής του, ανάμεσα στους οποίους ήταν κι ο στενός φίλος, συνεργάτης και ”γραμματικός” του Γεώργιος Φραντζής, μαζί με τον Δημήτριο Καντακουζηνό και τους άντρες της αυτοκρατορικής φρουράς του…

Κωνσταντινούπολη, Αγία Σοφία, 29 Μαΐου 1453

Ξημερώματα Τρίτης και στον ουρανό της ”Βασιλίδας των πόλεων” που ψυχορραγούσε τρεμόσβηναν τα τελευταία αστέρια, όταν έσχισαν τον αέρα ξετρελαμένες οι καμπάνες της Αγια Σοφιάς και των άλλων εκκλησιών, σαν να ήθελαν να τις ακούσει ο Θεός και να τις συντρέξει, πριν τις καταδικάσουν οι βάρβαροι στην αιώνια σιωπή.

Την ίδια στιγμή οι κεράτινες σάλπιγγες των Οθωμανών άρχισαν να ηχούν δαιμονισμένα, δίνοντας το σύνθημα στην φρικαλέα μάζα των βαρβάρων να κινηθεί συντονισμένα απ΄την ξηρά και τη θάλασσα. Οι σπαρακτικές κραυγές των αμάχων ακούγονταν πλέον σ’ όλη την Πόλη, καθώς έτρεχαν αλαλιασμένοι απ’ την μια Πύλη στην άλλη αναζητώντας διαφυγή για να γλιτώσουν τη ζωή τους και να αποφύγουν την αιχμαλωσία.

Ο αέρας γέμισε ξαφνικά θρήνους και οδυρμούς, φρικαλέες κραυγές και σπαρακτικά βογγητά πληγωμένων ανθρώπων που ζητούσαν απεγνωσμένα απ’ τον Θεό να τους λυπηθεί και να πάρει τη ζωή τους, καθώς οι Τούρκοι με τον Καρατζά πασά – μετά από τρίτη έφοδο στα τείχη – είχαν εισβάλει απ’ την αφύλακτη Κερκόπορτα και ύψωναν τις παντιέρες τους στη θέση των βυζαντινών θυρεών με τον δικέφαλο αετό.

Μία προς μία έπεφταν οι απόρθητες Πύλες στα χέρια του στρατού του Μωάμεθ. Στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, την τελευταία που έπεσε, ο αυτοκράτορας – αγνοώντας ότι η Πόλη είχε, ήδη, εκπορθηθεί – έδινε τον ύστατο αγώνα τιμής του, εφορμώντας έφιππος πάνω στους άπιστους που τον είχαν περικυκλώσει.

Κάποια στιγμή, βλέποντας πως δεν υπάρχει πια σωτηρία, ύψωσε με οδύνη το βλέμμα του στον ουρανό και φώναξε απελπισμένος:

– Η Πόλις αλίσκεται και εγώ ζω έτι; Ουκ εστί τις των χριστιανών του λαβείν την κεφαλήν μου απ’ εμού; (Η Πόλη χάνεται κι εγώ ζω ακόμα; Δεν υπάρχει κανείς χριστιανός να μου πάρει το κεφάλι;)

Λίγα λεπτά μετά, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος σωριαζόταν αιμόφυρτος στο έδαφος μ’ ένα σπαθί τουρκικό καρφωμένο στην πλάτη, για να περάσει στο Πάνθεον των Αθανάτων.

Όσο γίνονταν όλα αυτά στην Πύλη του Ρωμανού, απ’ το ύψος της Μέσης Οδού έκανε την εμφάνισή του ένα σώμα γενιτσάρων που κάλπαζε αγριεμένο προς την μεριά της Αγίας Σοφίας, ενώ έσκιζαν τον αέρα οι γοερές φωνές των παιδιών που έκλαιγαν φοβισμένα και σφίγγονταν στις αγκαλιές των μανάδων τους

Σε κατάσταση αλλοφροσύνης ο κόσμος γύρω απ’ την Εκκλησία έψαχνε μέρος να κρυφτεί. Κάποιες γυναίκες έπεφταν στα γόνατα κι έκαναν το σταυρό τους μουρμουρίζοντας μια προσευχή. Άλλες έβγαζαν ουρλιαχτά και λιποθυμούσαν βλέποντας τους Οθωμανούς δαίμονες του Μωάμεθ να πλησιάζουν.

Ο Ναός ήδη είχε πλημμυρίσει με αίμα βρεφών και παιδιών, που πετιούνταν απ’ τα παράθυρα, γερόντων που ξεκοιλιάζονταν, και νεαρών κοριτσιών και μανάδων που βιάζονταν στην Αγία Τράπεζα και ύστερα αποκεφαλίζονταν ραντίζοντας με το αίμα τους τις εικόνες…

Ο αέρας μύριζε αίμα και σκορπούσε παντού σαν ηχώ μια τραγική φράση που δήλωνε το τετελεσμένο πεπρωμένο της ρημαγμένης Βασιλεύουσας:

Εάλω η Πόλις…, εάλω…, εάλω…

Κωνσταντινούπολη: Η Αγία Σοφία τζαμί, 24 Μαΐου 2020

“Κι αν πέσαμε σε πέσιμο πρωτάκουστο
και σε γκρεμό κατρακυλήσαμε
που πιο βαθύ καμιά φυλή δεν είδε ως τώρα,
είναι γιατί με των καιρών το πλήρωμα
όμοια βαθύ εν’ ανέβασμα μας μέλλεται
προς ύψη ουρανοφόρα!”

Κωστή Παλαμά (1859 – 1943) «Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου»

Αν η Τουρκία του Κεμάλ έπεισε την μισή Ευρώπη και παραπάνω ότι έγινε κοσμικό κράτος και άλλαξε σελίδα στην ιστορία της, έστω κι αν δεν αποδέχτηκε ποτέ τα εγκλήματα και τις γενοκτονίες της, η Τουρκία του Ερντογάν ξαναθύμισε στη Δύση το βαρβαρικό παρελθόν της και τις απροκάλυπτες πλέον προθέσεις της.

Προθέσεις που παραπέμπουν ευθέως στο πρωτόγονο Ισλάμ, στην Αλ Κάιντα και τον ISIS. Παραπέμπουν στους Ταλιμπάν του Αφγανιστάν, που είχαν εξαπολύσει απηνείς διωγμούς εναντίον των χριστιανικών μειονοτήτων και ανατίναζαν μνημεία παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς – όπως αυτά της Παλμύρας στη Συρία – κατά τα πρότυπα των βαρβάρων του ISIS και των τζιχαντιστών του ισλαμικού κράτους.

Το πρώτο θύμα του τουρκικού εκβαρβαρισμού είναι η Αγία Σοφία, σύμφωνα με προειλημμένη απόφαση του Ερντογάν που επικύρωσε τυπικά το Συμβούλιο της Επικρατείας της Τουρκίας στις 10 Ιουλίου, ενώ το επόμενο αναμένεται να είναι η Μονή της Παναγίας Σουμελά και οι άλλες χριστιανικές εκκλησίες σε όλη την τουρκική Επικράτεια.

Με δεδομένα αυτά η Τουρκία πρέπει να αντιμετωπίζεται πλέον όχι ως εθνικό, κοσμικό κράτος, αλλά ως κράτος σκοταδιστικό, ακραία εθνικιστικό και ισλαμιστικό, που θέλει να νεκραναστήσει τον Οθωμανισμό ξεκινώντας απ’ τα Βαλκάνια, με προοπτική να φτάσει μέχρι τη Σομαλία και να επεκταθεί απ’ τον Ινδικό μέχρι τον Ατλαντικό Ωκεανό.

Ένα σύγχρονο χαλιφάτο, δηλαδή, με επεκτατικές διαθέσεις – κατά τα πρότυπα εκείνων των Μεσαιωνικών χρόνων – που να ηγείται του μουσουλμανικού κόσμου και να δηλώνει παρών στις παγκόσμιες γεωπολιτικές ανακατατάξεις, οι οποίες θα φέρουν σε σύγκρουση οσονούπω τον χριστιανικό με τον μουσουλμανικό κόσμο.

Με δεδομένο αυτό, ο Τούρκος Πρόεδρος πρέπει να αντιμετωπίζεται από τώρα και στο εξής ως ο ηγήτωρ ενός κράτους το οποίο μεταμόρφωσε από οθωμανικό σε κοσμικό ο γενοκτόνος Κεμάλ, αλλά κατέληξε να είναι σήμερα συνιστώσα ισλαμιστική σε ρόλο συνισταμένης, με κεφαλή της τον Ερντογάν σε ρόλο ιθύνοντα νου του ISIS…

Σημειωτέον ότι η επιλογή της 24ης Ιουλίου για την πρώτη προσευχή στην Αγία Σοφία των Τούρκων μόνο τυχαία δεν είναι, αφού συμπίπτει με τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923.

Όπερ σημαίνει ότι ο Ταγίπ Ερντογάν μάς στέλνει για πολλοστή φορά δείγματα των προθέσεών του να επιβάλει τον αναθεωρητισμό της Συνθήκης, ώστε να ακυρώσει την τότε διευθέτηση των ελληνοτουρκικών συνόρων αναπροσαρμόζοντάς τα σε βάρος μας (σε Αιγαίο και Θράκη), με βάση τις επιταγές της ”Γαλάζιας Πατρίδας”…

 

Κρινιώ Καλογερίδου (Βούλα Ηλιάδου, συγγραφέας)
antinews

Related Articles