breaking newsΔιεθνή

Το διπλό παιχνίδι του Ερντογάν απέναντι στον ισλαμισμό και στο κουρδικό ζήτημα

Τον δρόμο σε κουρδικό ισλαμιστικό δίκτυο ανοίγει ξανά η Τουρκία σε ένα διπλό παιχνίδι του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν απέναντι στον ισλαμισμό και στο κουρδικό ζήτημα. Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει με επιείκεια ριζοσπαστικές ισλαμιστικές ομάδες όταν τις θεωρεί χρήσιμες ως αντίβαρο απέναντι σε άλλες δυνάμεις της αντιπολίτευσης ή σε εσωτερικούς αντιπάλους.

Γράφει ο Χρήστος Κωνσταντινίδης

Σοβαρές αποκαλύψεις για τη στάση της Τουρκίας απέναντι σε ριζοσπαστικό κουρδικό ισλαμιστικό δίκτυο φέρνει στο φως ο Αμπντουλάχ Μποζκούρτ στο Nordic Monitor.  Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η κυβέρνηση Ερντογάν επέτρεψε ουσιαστικά την επανεμφάνιση του KİDH, δηλαδή του «Κινήματος Ισλαμικής Επανάστασης του Κουρδιστάν», μέσω δικαστικών αποφάσεων που αποδόμησαν παλαιότερες καταδίκες για τρομοκρατία.

Το δίκτυο KİDH εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1990 και συνδύαζε τον κουρδικό εθνικισμό με ριζοσπαστική ισλαμιστική ιδεολογία. Στόχος του, σύμφωνα με τουρκικά δικαστικά και αστυνομικά έγγραφα που επικαλείται το Nordic Monitor, ήταν η δημιουργία ανεξάρτητου κουρδικού ισλαμικού κράτους σε περιοχές της Τουρκίας, της Συρίας, του Ιράκ και του Ιράν.

Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά την απόφαση τουρκικού δικαστηρίου στις 13 Μαΐου 2026, με την οποία επτά κατηγορούμενοι απαλλάχθηκαν από την κατηγορία της απόπειρας ανατροπής της συνταγματικής τάξης. Οι ίδιοι είχαν καταδικαστεί παλαιότερα για ένοπλη ληστεία τράπεζας που, κατά τις τότε δικαστικές κρίσεις, έγινε για τη χρηματοδότηση του KİDH.

Η αρχική υπόθεση αφορούσε ένοπλη ληστεία σε υποκατάστημα της Ziraat Bank στο Ντιγιάρμπακιρ το 2009. Τα δικαστήρια είχαν κρίνει τότε ότι η ληστεία έγινε για λογαριασμό της οργάνωσης, με σκοπό τη χρηματοδότηση δράσεων και προπαγάνδας. Στη νέα δίκη, όμως, οι κατηγορούμενοι παρουσίασαν την πράξη ως κοινό ποινικό αδίκημα, υποστηρίζοντας ότι ενήργησαν για προσωπικούς οικονομικούς λόγους. Το δικαστήριο αποδέχθηκε αυτή τη γραμμή και αφαίρεσε από την υπόθεση τη διάσταση της τρομοκρατίας.

Κατά το Nordic Monitor, αυτή η εξέλιξη δεν αποτελεί μεμονωμένο δικαστικό γεγονός. Αντιθέτως, εντάσσεται σε ευρύτερη μεταβολή της τουρκικής Δικαιοσύνης μετά τις εκκαθαρίσεις που πραγματοποίησε η κυβέρνηση Ερντογάν σε δικαστικό σώμα και αστυνομία την περίοδο 2014-2017. Το δημοσίευμα υποστηρίζει ότι δικαστήρια, πλέον ελεγχόμενα από ισλαμιστές δικαστές διορισμένους επί Ερντογάν, αναθεώρησαν υποθέσεις που παλαιότερα αντιμετώπιζαν το KİDH ως σοβαρή απειλή εθνικής ασφάλειας.

Τα έγγραφα που παρουσιάζει το Nordic Monitor περιγράφουν το KİDH ως οργανωμένο δίκτυο με ιδεολογική δομή, πυρήνες στρατολόγησης, ένοπλες μονάδες και μηχανισμούς χρηματοδότησης. Η οργάνωση φέρεται να είχε αναπτύξει τετραφασική στρατηγική: ιδεολογική κατήχηση, στρατολόγηση σε μικρούς πυρήνες, μαζικοποίηση και τελικά ένοπλη εξέγερση κατά της κρατικής εξουσίας.

Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, το δίκτυο δραστηριοποιήθηκε σε Ντιγιάρμπακιρ, Μπάτμαν, Βαν, Ελαζίγ, Γκαζιαντέπ και Μαλάτεια, ενώ δημιούργησε ένοπλες ομάδες με την ονομασία «Μονάδες Ένοπλης Άμυνας». Τα μέλη τους λάμβαναν εκπαίδευση σε συλλογή πληροφοριών, παρακολούθηση, χρήση όπλων, κατασκευή εκρηκτικών, αναγνώριση στόχων και ένοπλες ληστείες.

Ιδιαίτερο ρόλο στο δίκτυο είχε το περιοδικό Mizgin, το οποίο οι τουρκικές αρχές είχαν χαρακτηρίσει προπαγανδιστικό όργανο της οργάνωσης. Το περιοδικό προωθούσε την ιδέα ενός ανεξάρτητου κουρδικού ισλαμικού κράτους και δημοσίευσε χάρτες με τίτλους όπως «Ανεξάρτητο Κράτος του Κουρδιστάν» και «Ανεξάρτητο Ισλαμικό Κράτος του Κουρδιστάν».

Το Nordic Monitor αναφέρει ακόμη ότι το KİDH χρησιμοποίησε νόμιμες ενώσεις και φιλανθρωπικές δομές ως βιτρίνα. Κεντρικό ρόλο είχε η Toplum-Der, ένωση που εμφανιζόταν ως φορέας εκπαίδευσης, αλληλεγγύης και ανθρωπιστικής βοήθειας, αλλά σύμφωνα με τις έρευνες κάλυπτε στρατολόγηση και ιδεολογική κατήχηση.

Το κρίσιμο συμπέρασμα του δημοσιεύματος είναι πολιτικό. Ο Μποζκούρτ υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση Ερντογάν αντιμετωπίζει με επιείκεια ριζοσπαστικές ισλαμιστικές ομάδες όταν τις θεωρεί χρήσιμες ως αντίβαρο απέναντι σε άλλες δυνάμεις της αντιπολίτευσης ή σε εσωτερικούς αντιπάλους. Έτσι, η τουρκική Δικαιοσύνη εμφανίζει πλέον αντιφατική στάση. Από τη μία πλευρά διώκει σκληρά πολιτικούς αντιπάλους του καθεστώτος και από την άλλη υποβαθμίζει υποθέσεις οργανώσεων με ανοιχτά αντισυνταγματική και τζιχαντιστική ιδεολογία.

Η υπόθεση φωτίζει ξανά το πρόβλημα της εργαλειοποίησης της Δικαιοσύνης στην Τουρκία. Οι χαρακτηρισμοί περί «τρομοκρατίας» δεν εφαρμόζονται πλέον με ενιαία νομικά κριτήρια, αλλά φαίνεται να εξαρτώνται από τις πολιτικές ανάγκες της κυβέρνησης Ερντογάν. Αυτό ακριβώς αναδεικνύει το Nordic Monitor. Ένα δίκτυο που παλαιότερα τα τουρκικά δικαστήρια αντιμετώπιζαν ως απειλή για τη συνταγματική τάξη, σήμερα εμφανίζεται μέσα από νέες αποφάσεις ως υπόθεση κοινής εγκληματικότητας.

Για την περιοχή, η εξέλιξη έχει βαρύνουσα σημασία. Η Τουρκία εμφανίζεται να παίζει διπλό παιχνίδι απέναντι στον ισλαμισμό και στο κουρδικό ζήτημα, άλλοτε καταστέλλοντας και άλλοτε χαλαρώνοντας την πίεση, ανάλογα με τις πολιτικές προτεραιότητες της Άγκυρας. Το αποτέλεσμα, όπως προειδοποιεί το Nordic Monitor, είναι η κανονικοποίηση ενός βίαιου εξτρεμιστικού δικτύου που επιδίωκε τη διάλυση της συνταγματικής τάξης και την εγκαθίδρυση υπερεθνικής ισλαμικής κουρδικής οντότητας με βάση τη σαρία.

Back to top button