Με σαφείς αιχμές για τη στρατηγική πορεία της Άγκυρας, αλλά και με έντονη ανησυχία για τις εξελίξεις από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι τα Στενά και από τη Συρία μέχρι τον Περσικό Κόλπο, παρενέβη στο Radio Max ο αντιστράτηγος ε.α. Λάζαρος Καμπουρίδης, περιγράφοντας μια Τουρκία που, όπως είπε, εγκαταλείπει την αυτάρκη ισορροπία που επιδίωκε τα προηγούμενα χρόνια και πέφτει ξανά κάτω από τη δυτική σκέπη, επειδή αδυνατεί να διαχειριστεί μόνη της τις νέες απειλές.
Στην αρχή της συζήτησης, ο κ. Καμπουρίδης στάθηκε στην τουρκική προσπάθεια πολιτισμικής οικειοποίησης της αρχαιότητας, με αφορμή τις νέες εξαγγελίες της Άγκυρας για το 2026 ως χρονιά του «χρυσού αιώνα της τουρκικής αρχαιολογίας». Όπως ανέφερε, στην Τουρκία εξελίσσεται εδώ και χρόνια ένα οργανωμένο σχέδιο πολιτισμικού «γκριζαρίσματος», με σκοπό να αφομοιωθούν ή να αποκοπούν από την ελληνική τους ρίζα αρχαίοι πολιτισμοί, μνημεία και κληρονομιές. Υποστήριξε μάλιστα ότι η Τουρκία κινείται μεθοδικά σε πεδία όπου η Ελλάδα θα έπρεπε να έχει το πάνω χέρι, όπως η πολιτισμική και η θρησκευτική διπλωματία, αλλά δεν αξιοποιεί το βάθος της δικής της ιστορικής κληρονομιάς.
Από το πεδίο του πολιτισμού, ο αντιστράτηγος πέρασε στο σκληρό γεωπολιτικό σκέλος, επιμένοντας ότι η Τουρκία προκαλεί ολοένα και περισσότερο τη Ρωσία. Όπως σημείωσε, η αποστολή δύο τουρκικών φρεγατών, τεσσάρων περιπολικών, ελικοπτέρων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών στη Μαύρη Θάλασσα, με πρόσχημα την αυξημένη ανασφάλεια στις βόρειες περιοχές της Τουρκίας, αποτελεί κίνηση με σαφές στρατηγικό αποτύπωμα. Υπενθύμισε τα προηγούμενα περιστατικά πτώσης ρωσικών drones σε τουρκικό έδαφος, αλλά και το χτύπημα σε τουρκικό τάνκερ κοντά στα όρια της τουρκικής θαλάσσιας ζώνης, τονίζοντας ότι η Άγκυρα χρησιμοποιεί αυτά τα γεγονότα για να ενισχύσει τη στρατιωτική της παρουσία στη Μαύρη Θάλασσα.
Το πιο σοβαρό σημείο της παρέμβασής του αφορούσε, ωστόσο, την αποκάλυψη ότι η Τουρκία φαίνεται να παραχωρεί κρίσιμες ναυτικές εγκαταστάσεις και χώρο στα Στενά για τη δημιουργία πολυεθνικής ναυτικής δομής που θα συνδέεται με το πολυεθνικό επιχειρησιακό στρατηγείο για την Ουκρανία. Ο κ. Καμπουρίδης περιέγραψε την επίσκεψη Γάλλου διοικητή και Βρετανού υποδιοικητή του στρατηγείου αυτού σε απαγορευμένη στρατιωτική περιοχή στην είσοδο του Βοσπόρου, συνοδεία Τούρκων αξιωματικών, υποστηρίζοντας ότι αυτό σηματοδοτεί κάτι πολύ βαθύτερο: ότι η Άγκυρα ανοίγει τα Στενά στη δυτική στρατιωτική παρουσία με τρόπο που η Ρωσία δεν μπορεί να αγνοήσει.
Κατά την εκτίμησή του, αυτή η επιλογή θα ενοχλήσει βαθιά τη Μόσχα, ακριβώς επειδή η Ρωσία έχει ιστορική και στρατηγική ευαισθησία στο ζήτημα των Στενών. Ο ίδιος μίλησε για μια Τουρκία που παραχωρεί έδαφος σε μια πολυεθνική, ουσιαστικά δυτική, δύναμη στην είσοδο του Βοσπόρου και προειδοποίησε ότι αυτή η εξέλιξη θα έχει βάθος και αρνητική προοπτική τόσο για την Τουρκία όσο και για τη συνολική ασφάλεια στην περιοχή.
Στο ίδιο πνεύμα, ανέδειξε και τη δημιουργία πολυεθνικού στρατηγείου επιπέδου σώματος στρατού στα Άδανα, κοντά στη Συρία και σε απόσταση που το καθιστά επιχειρησιακά σημαντικό έναντι του Ισραήλ. Υποστήριξε ότι η Άγκυρα φτάνει στο σημείο να κάνει αυτό ακριβώς για το οποίο κατηγορούσε την Ελλάδα: να δέχεται στη χώρα της ξένες ή πολυεθνικές βάσεις και δομές ασφάλειας, την ώρα που στο εσωτερικό της τουρκικής ρητορικής καταδίκαζε τέτοιες κινήσεις ως ένδειξη εξάρτησης από τη Δύση.
Ο Λάζαρος Καμπουρίδης παρουσίασε τη στρατηγική διαδρομή της Τουρκίας σε τρεις φάσεις. Πρώτα, την περίοδο Ερντογάν της προσέγγισης με τη Δύση, ύστερα τη μεταβατική φάση της ευρασιατικής στροφής και της σύμπλευσης με τον εθνικιστικό χώρο, και τώρα μια νέα περίοδο κατά την οποία η Άγκυρα, αντιμέτωπη με μεγαλύτερες απειλές, κυρίως από τη Ρωσία και το Ισραήλ, αναγκάζεται να επιστρέψει στη δυτική ομπρέλα ασφαλείας. Με άλλα λόγια, κατά την ανάλυσή του, η Τουρκία κατάλαβε ότι δεν μπορεί να στηρίξει μόνη της μια πλήρως ανεξάρτητη στρατηγική και γι’ αυτό επανέρχεται, έστω και αντιφατικά, σε δυτικές εξαρτήσεις.
Σε ό,τι αφορά τον ρόλο των Κούρδων, ο αντιστράτηγος σημείωσε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίστηκε αρχικά πρόθυμος να τους αξιοποιήσει κατά του Ιράν, όμως στη συνέχεια έκανε πίσω για να μη γίνει ακόμη πιο περίπλοκος ο «γόρδιος δεσμός» της περιοχής. Κατά τον ίδιο, η Τουρκία έπαιξε ρόλο σε αυτή την αναδίπλωση, επειδή φοβάται ότι οποιαδήποτε ενίσχυση κουρδικού παράγοντα εναντίον του Ιράν μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές επιπτώσεις και στο εσωτερικό της, όπου ζουν δεκάδες εκατομμύρια Κούρδοι.
Σχετικά με το ενδεχόμενο χερσαίας αμερικανικής επέμβασης στο Ιράν, ο κ. Καμπουρίδης εμφανίστηκε πιο επιφυλακτικός ως προς τα μεγάλα σενάρια βαθιάς εισόδου στην ιρανική ενδοχώρα. Εκτίμησε ότι, αν τελικά υπάρξει κίνηση, οι Αμερικανοί θα αναζητήσουν την πιο «εύκολη» και ελεγχόμενη επιχείρηση, με στόχο κυρίως τα στρατηγικά σημεία των Στενών του Ορμούζ και την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, όχι μια βαθιά και επικίνδυνη αποβατική ή ελικοπτερική επιχείρηση στην καρδιά του Ιράν ή στο νησί Χαργκ. Θεωρεί, δηλαδή, πιθανότερο ένα περιορισμένο στρατιωτικό εγχείρημα ελέγχου των στενών παρά μια γενικευμένη χερσαία εισβολή.
Για την πορεία του πολέμου, εκτίμησε ότι η σύγκρουση έχει ακόμη δρόμο. Ανέφερε πως το Ισραήλ πλήττει στρατηγικές υποδομές του Ιράν με τη λογική ότι ακόμη κι αν ο Τραμπ αποφασίσει ξαφνικά να αποχωρήσει ή να «κηρύξει νίκη και να φύγει», να έχει ήδη προκαλέσει τέτοιο πλήγμα ώστε η Τεχεράνη να χρειαστεί χρόνια για να ξαναστήσει το στρατιωτικό και πυρηνικό της υπόβαθρο. Υπογράμμισε ότι η ιρανική πολεμική μηχανή παραμένει ενεργή και απαντά, άρα δεν μπορεί να μιλά κανείς για οριστική εξουδετέρωσή της, αλλά παραδέχθηκε ότι κρίσιμες στρατηγικές υποδομές έχουν καταστραφεί.
Σε ό,τι αφορά την ελληνική στάση, ο κ. Καμπουρίδης άσκησε κριτική στην Αθήνα επειδή, όπως είπε, έκλεισε πλήρως το παράθυρο προς το Ιράν, ενώ θα έπρεπε να διατηρεί πολυεπίπεδη εξωτερική πολιτική, ακόμη κι αν στηρίζει στρατηγικά τη σχέση με το Ισραήλ λόγω της τουρκικής απειλής. Παράλληλα, όμως, επαίνεσε την ταχύτητα της ελληνικής αντίδρασης σε επίπεδο στρατιωτικής κινητοποίησης, αναφέροντας θετικά την αποστολή δύο φρεγατών και τεσσάρων σκαφών, καθώς και τη μετακίνηση Patriot σε κρίσιμα σημεία όπως η Σαμοθράκη. Κατά την άποψή του, η Ελλάδα ορθώς εκμεταλλεύεται το περιβάλλον του πολέμου για να προωθήσει εθνικά συμφέροντα και να ενισχύσει την αμυντική της εικόνα.
Τέλος, εμφανίστηκε επιφυλακτικός απέναντι σε δηλώσεις περί γρήγορης αποχώρησης των ευρωπαϊκών και ελληνικών δυνάμεων από την Κύπρο, εκτιμώντας ότι η αστάθεια στη Μέση Ανατολή θα διατηρηθεί και ότι η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να κρατήσει δυνάμεις στην περιοχή με τη νομιμοποίηση που της δίνει το ίδιο το εύφλεκτο περιβάλλον ασφαλείας.
Το γενικό συμπέρασμα της παρέμβασής του ήταν σαφές: η Τουρκία κινείται σε λεπτό και επικίνδυνο σχοινί, προκαλώντας ταυτόχρονα τη Ρωσία, φοβούμενη το Ισραήλ, αξιοποιώντας τη Δύση και ανοίγοντας νέα μέτωπα στρατηγικής τριβής. Και μέσα σε αυτό το τοπίο, η Ελλάδα οφείλει να κινηθεί ψύχραιμα αλλά και αποφασιστικά, με πολυεπίπεδη στρατηγική, όχι με μονοδιάστατες επιλογές.