breaking newsΔιεθνή

ΝΑΤΟ, ΗΠΑ και Ευρωπαϊκή Ένωση: Επαναπροσδιορισμός της Ευρωπαϊκής Ασφάλειας

Γράφει ο Στάθης Κοκκορόγιαννης*

Οι επαναλαμβανόμενες τοποθετήσεις του Donald Trump για το κόστος της συμμαχικής άμυνας, καθώς και η πίεση προς τους Ευρωπαίους συμμάχους – συχνά με οξύ και προσβλητικό λόγο – για ενεργότερη συμμετοχή σε συγκρούσεις όπως αυτή με το Ιράν, επαναφέρουν στο προσκήνιο ερωτήματα που μέχρι πρόσφατα ανήκαν κυρίως στη σφαίρα της θεωρίας. Τι θα σήμαινε στην πράξη ένα ΝΑΤΟ χωρίς τις ΗΠΑ; Ποια μορφή θα μπορούσε να λάβει η Κοινή Πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας (ΚΠΑΑ) της Ευρωπαϊκής Ένωσης; Και πώς θα μπορούσε να καλυφθεί το τεράστιο κενό ασφαλείας που θα δημιουργείτο σε ένα ταχέως μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό περιβάλλον, όπου συγκρούσεις εκδηλώνονται τόσο στην εγγύς όσο και στην ευρύτερη γειτονιά της Ευρώπης;

Η δημόσια συζήτηση τείνει να επικεντρώνεται κυρίως στην πολιτική διάσταση μιας ενδεχόμενης αμερικανικής αποχώρησης. Ωστόσο, το ουσιαστικό ζήτημα είναι βαθύτερο και κυρίως πρακτικό: πώς αποσυνδέεται στην πράξη ένας μηχανισμός συλλογικής άμυνας που έχει οικοδομηθεί επί δεκαετίες γύρω από την αμερικανική ισχύ; Η πραγματικότητα είναι ότι το κρίσιμο στοιχείο της αμερικανικής συνεισφοράς δεν αποτυπώνεται εύκολα σε οικονομικούς δείκτες. Στρατηγικές μεταφορές, δορυφορικά συστήματα επιτήρησης, πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο, δυνατότητες κυβερνοασφάλειας, αλλά και η συνολική αρχιτεκτονική διοίκησης αποτελούν πεδία όπου η αμερικανική παρουσία είναι κυρίαρχη και καθοριστική. Σε αυτό το πλαίσιο, μια ενδεχόμενη αποχώρηση δεν θα μπορούσε να είναι στιγμιαία, αλλά θα εξελισσόταν σε μια πολυετή διαδικασία μετάβασης. Αρχικά, θα περιλάμβανε την αποχώρηση προσωπικού και την αναδιάταξη στρατιωτικών υποδομών, δημιουργώντας αναπόφευκτα κενά στη διοίκηση και στον συντονισμό. Στη συνέχεια, οι ευρωπαϊκές χώρες θα καλούνταν να αντικαταστήσουν χιλιάδες επιτελικά στελέχη, να αναλάβουν κρίσιμες θέσεις ευθύνης και να αναπτύξουν δομές που μέχρι σήμερα λειτουργούν υπό αμερικανική ηγεσία. Μόνο σε βάθος χρόνου θα μπορούσε να διαμορφωθεί μια νέα ισορροπία, με διαφορετική κατανομή ισχύος και ευθυνών.

Ωστόσο, η απώλεια πρόσβασης σε προηγμένα συστήματα πληροφοριών και επιτήρησης, καθώς και η απουσία της αμερικανικής αποτρεπτικής ισχύος, θα δημιουργούσαν ένα κενό που δύσκολα θα μπορούσε να καλυφθεί άμεσα. Ακόμη και με σημαντική αύξηση των αμυντικών δαπανών, η ανάπτυξη αντίστοιχων δυνατοτήτων απαιτεί χρόνο, τεχνογνωσία και κυρίως κοινή πολιτική βούληση.

Σε αυτό τον προβληματισμό προστίθεται αναπόφευκτα και η πυρηνική διάσταση, η οποία αποτελεί θεμέλιο της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Η «πυρηνική ομπρέλα» των ΗΠΑ λειτουργεί ως καθοριστικός πολλαπλασιαστής ισχύος, τον οποίο η Ευρώπη δεν είναι σε θέση να αναπληρώσει. Η υφιστάμενη πυρηνική δυνατότητα της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, αν και σημαντική, παραμένει περιορισμένη σε σύγκριση με τις αμερικανικές δυνατότητες και το ρωσικό πυρηνικό οπλοστάσιο. Ως εκ τούτου, η διαμόρφωση μιας αξιόπιστης ευρωπαϊκής πυρηνικής αποτροπής έναντι δυνάμεων όπως η Ρωσία καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι ανέφικτη, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον.

Είναι εύλογο ότι η παραπάνω συζήτηση συνδέεται άμεσα με τον ευρύτερο προβληματισμό για τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της άμυνας και συγκεκριμένα την υπό διαμόρφωση Κοινή Πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας. Μια πιθανή αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ θα μπορούσε να λειτουργήσει σε αυτή την κατεύθυνση ως καταλύτης αλλά με σοβαρά κενά ασφαλείας για την Ευρώπη που θα απαιτούσαν εκτός από κοινή πολιτική βούληση, πολλά χρήματα από τους προϋπολογισμούς των κρατών και πολύ χρόνο. Από τη μία πλευρά δηλαδή θα αναδείκνυε τις αδυναμίες του υφιστάμενου μοντέλου ασφάλειας αλλά από την άλλη, θα μπορούσε να επιταχύνει την διαδικασία αναπροσαρμογής, ωθώντας τα ευρωπαϊκά κράτη σε βαθύτερη συνεργασία και μεγαλύτερη ανάληψη ευθύνης. Ωστόσο αποχώρηση των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ δεν σημαίνει αυτόματα και αποχώρηση από την Ευρώπη. Οι ΗΠΑ έχουν πολλές στρατιωτικές βάσεις στην Ευρώπη οι οποίες θα μπορούσαν να παραμείνουν με διακρατικές ή άλλου είδους συμφωνίες.

Τέλος, το βασικό ερώτημα δεν είναι αν το ΝΑΤΟ μπορεί να επιβιώσει χωρίς τις ΗΠΑ, αλλά με ποια μορφή. Μια πιο «ευρωπαϊκή» Συμμαχία, με διαφορετική κατανομή ρόλων, αποτελεί ένα πιθανό σενάριο. Ωστόσο, η μετάβαση προς ένα τέτοιο μοντέλο δεν θα είναι ούτε εύκολη ούτε ανώδυνη. Σε τελική ανάλυση, το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη δομή μιας συμμαχίας, αλλά τη φύση της ίδιας της διεθνούς ασφάλειας και τον επαναπροσδιορισμό της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Σε έναν κόσμο αυξανόμενων γεωπολιτικών ανταγωνισμών, η ικανότητα συλλογικής δράσης παραμένει κρίσιμη. Το αν αυτή θα συνεχίσει να βασίζεται στην αμερικανική ισχύ ή θα αναδιαμορφωθεί σε πιο ισόρροπη βάση, αποτελεί ένα από τα κεντρικά ερωτήματα της επόμενης δεκαετίας.

*O Στάθης Κοκκορόγιαννης είναι συνταγματάρχης ε.α. – Έχει υπηρετήσει ως Στρατιωτικός Παρατηρητής του ΟΗΕ στον πρώτο πόλεμο του κόλπου και διετέλεσε επιχειρησιακός Υποδιοικητής στο μοναδικό στρατηγείο πολιτικοστρατιωτικής συνεργασίας του ΝΑΤΟ διευθύνοντας τις επιχειρήσεις του στρατηγείου στο Κόσσοβο, το Λίβανο και το Αφγανιστάν – Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στις “Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές” του Παντείου Πανεπιστημίου και Διδάκτωρ Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του ιδίου πανεπιστημίου με τίτλο διατριβής ” Κοινή Πολιτική Άμυνας και Ασφάλειας της ΕΕ”
Back to top button