breaking newsΔιεθνή

Καλεντερίδης: Σε αδιέξοδο ο πόλεμος

Μια ζοφερή αλλά καθαρή εικόνα για το πού βρίσκεται η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έδωσε ο Σάββας Καλεντερίδης, παρεμβαίνοντας στο Ράδιο Πρώτο, περιγράφοντας έναν πόλεμο που, όπως είπε, έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο για όλες τις πλευρές, ενώ πλέον εξελίσσεται ταυτόχρονα σε διπλωματικό και επιχειρησιακό επίπεδο.

Ο έμπειρος αναλυτής εκτίμησε ότι το κομβικό σημείο που σκλήρυνε δραματικά το σκηνικό ήταν η απόφαση του Ιράν να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ. Κατά την ανάλυσή του, εκεί το αρχικό αδιέξοδο μετατράπηκε σε «γόρδιο δεσμό», αφού ουσιαστικά μπήκε φραγμός στη ροή πετρελαίου από τις αραβικές χώρες προς τις διεθνείς αγορές. Απέναντι σε αυτή την κίνηση, όπως εξήγησε, ο Ντόναλντ Τραμπ έβαλε στο τραπέζι ένα ισοδύναμο σχέδιο πίεσης: είτε την κατάληψη είτε την καταστροφή της νήσου Χαρκ, από όπου εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό οι ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου, κυρίως προς την Κίνα.

Ο Καλεντερίδης υποστήριξε ότι το αμερικανικό τελεσίγραφο λειτούργησε ως καταλύτης. Σημείωσε πως η απειλή καταστροφής των υποδομών στο Χαρκ, με συνέπειες που θα μπορούσαν να κρατήσουν τρία έως πέντε χρόνια και να προκαλέσουν, όπως είπε, πλήρη οικονομική καταστροφή του Ιράν, πίεσε καθοριστικά την Τεχεράνη. Από εκεί και πέρα, κατά την ίδια ανάλυση, άνοιξε ένα παράθυρο διπλωματίας, με το Πακιστάν να διαδραματίζει ρόλο διαύλου επικοινωνίας και με τον Τραμπ να δίνει αρχικά πενθήμερη και στη συνέχεια νέα δεκαήμερη παράταση, μέχρι τις 6 Απριλίου, ώστε να συνεχιστούν οι διεργασίες.

Ο ίδιος περιέγραψε ότι πλέον τρέχουν παράλληλα δύο επίπεδα εξελίξεων: το διπλωματικό, με ανταλλαγή όρων και προϋποθέσεων ανάμεσα στις δύο πλευρές, και το επιχειρησιακό, με προετοιμασία στρατιωτικών επιλογών. Όπως ανέφερε, μέχρι τις 6 Απριλίου θεωρείται πιθανό να έχει ολοκληρωθεί η κινητοποίηση δυνάμεων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν είτε για κατάληψη του Χαρκ είτε για κατάληψη των επτά νησιών που χαρακτήρισε «αβύθιστα αεροπλανοφόρα» του Ιράν στα Στενά του Ορμούζ, είτε και για τα δύο μαζί.

Ιδιαίτερο βάρος έδωσε και στον ρόλο των Χούθι, λέγοντας ότι η Τεχεράνη έβαλε πλέον και αυτό το χαρτί στο τραπέζι για να οικοδομήσει δικό της μέσο πίεσης. Όπως τόνισε, οι Χούθι δεν περιορίστηκαν μόνο σε πλήγματα κατά του Ισραήλ, αλλά αφήνουν ανοιχτό και το ενδεχόμενο να πλήξουν είτε το στενό Μπαμπ ελ Μαντέμπ είτε τον αγωγό East-West της Σαουδικής Αραβίας, τον οποίο χαρακτήρισε βαλβίδα αποσυμπίεσης για τη διεθνή αγορά, αφού μέσω αυτού μεταφέρονται περίπου έξι εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε και τις ισραηλινές επιθέσεις σε κρατικές υποδομές, επισημαίνοντας ότι χτυπήθηκαν εγκαταστάσεις ηλεκτροπαραγωγής, με αποτέλεσμα μεγάλο μέρος της Τεχεράνης να μείνει χωρίς ρεύμα.

Ερωτηθείς για τα τουρκικά δημοσιεύματα που ισχυρίζονται ότι η Άγκυρα απέτρεψε σχέδιο αξιοποίησης κουρδικών δυνάμεων ως χερσαίας αιχμής εναντίον του Ιράν, ο Καλεντερίδης απέρριψε αυτή την ερμηνεία ως τουρκική «επιτυχία». Υποστήριξε ότι το πραγματικό πρόβλημα ήταν η αδυναμία των Ηνωμένων Πολιτειών να δώσουν τις εγγυήσεις που ζητούσαν οι Κούρδοι: ζώνη απαγόρευσης πτήσεων, αεροπορική υποστήριξη στις επιχειρήσεις τους και πολιτικές διαβεβαιώσεις για την επόμενη μέρα. Χωρίς αυτά, εξήγησε, δεν μπορούσε να προχωρήσει μια τέτοια εμπλοκή.

Στο ίδιο σημείο ανέπτυξε και την εκτίμησή του για την τουρκική στρατηγική, λέγοντας ότι η Άγκυρα «πατάει σε πολλές βάρκες». Από τη μία, συνεργάζεται με το Ιράν στο Κουρδικό για να αποτρέψει τη δημιουργία τρίτου αυτόνομου κουρδικού κράτους στην περιοχή. Από την άλλη, συνεργάζεται με τις ΗΠΑ και εμμέσως με το Ισραήλ, μεταξύ άλλων μέσω του ραντάρ στο Κιουρετσίκ, το οποίο -όπως είπε- εντοπίζει τις ιρανικές εκτοξεύσεις πυραύλων και μεταφέρει δεδομένα μέσω ΝΑΤΟ. Κατά τον Καλεντερίδη, ο στρατηγικός στόχος της Τουρκίας είναι να συνεχιστεί ο πόλεμος ώστε να αποδυναμωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο το Ιράν και να δημιουργηθεί χώρος για έναν σουνιτικό άξονα με επίκεντρο την Τουρκία, τη Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και την Αίγυπτο.

Σε ό,τι αφορά Ελλάδα και Κύπρο, ο αναλυτής εκτίμησε ότι Αθήνα και Λευκωσία κινήθηκαν σωστά σε αυτή τη γεωπολιτική φάση. Στάθηκε ιδιαίτερα σε δύο σημεία. Το πρώτο ήταν η ανταπόκριση ευρωπαϊκών χωρών στην έκκληση του Νίκου Χριστοδουλίδη να σταλούν δυνάμεις, κάτι που χαρακτήρισε πρωτοφανές για την Ευρωπαϊκή Ένωση και εν δυνάμει αφετηρία θεσμικής αξιοποίησης του άρθρου 42 για την αμοιβαία συνδρομή. Το δεύτερο ήταν το θέμα των βρετανικών βάσεων, που -όπως τόνισε- μπήκε στην επικαιρότητα και μάλιστα αποτυπώθηκε και στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

Ωστόσο, εκεί έστειλε και προειδοποιητικό σήμα, σημειώνοντας ότι το ζήτημα των βάσεων, ειδικά της Δεκέλειας, απαιτεί «αριστοτεχνική διαχείριση». Εξήγησε πως λόγω της γειτνίασης με το ψευδοκράτος, χρειάζεται μεγάλη προσοχή ώστε να μην προκύψουν δυσάρεστες εξελίξεις, ακόμη και σενάρια που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε εδαφικές ή πολιτικές ανατροπές προς όφελος της Τουρκίας και του κατοχικού μορφώματος.

Συνολικά, η παρέμβαση Καλεντερίδη κινήθηκε στη γραμμή ότι η περιοχή βρίσκεται σε μια εξαιρετικά λεπτή μεταβατική φάση, όπου κανείς δεν έχει επιβληθεί, όλοι κρατούν ανοιχτές τις στρατιωτικές επιλογές τους και ταυτόχρονα χτίζουν χαρτιά πίεσης για το τραπέζι της διαπραγμάτευσης. Με απλά λόγια, όπως προκύπτει από την ανάλυσή του, ο πόλεμος δεν τελειώνει, απλώς αλλάζει μορφή.

Back to top button