Η επικαιρότητα «πήρε το τιμόνι» στην εκπομπή Review της Ναυτεμπορικής TV, με τη συζήτηση να ξεκινά από το ερώτημα «γιατί κάνουν οι άνθρωποι πόλεμο, αφού οι πόροι φτάνουν;» και να εξελίσσεται σε μια ευθεία, κλασική ανάγνωση του διεθνούς συστήματος από τον καθηγητή Γιώργο Κοντογιώργη.
Ο ίδιος έθεσε εξαρχής το πλαίσιο με αναφορές σε Αριστοτέλη και Θουκυδίδη: ο άνθρωπος, είπε, μπορεί να φτάσει μέχρι την αυτοκαταστροφή, όχι επειδή «γεννήθηκε για να πολεμά» σαν ζώο, αλλά επειδή έχει κάτι μοναδικό: είναι «εξουσιοδοτημένος από τη φύση να νομοθετεί» τα του οίκου του. Κι ακριβώς μέσα σε αυτή τη νομοθεσία χωρά η βουλημία – η επιθυμία της ηγεμονίας. Έτσι, η ιστορική διαδρομή, κατά την ανάλυσή του, είναι μια μόνιμη σύγκρουση ανάμεσα σε όσους θέλουν να ηγεμονεύουν και σε όσους θέλουν να είναι ελεύθεροι.
Το κρίσιμο σημείο της παρέμβασής του ήταν η διάκριση ανάμεσα στο εσωτερικό των κοινωνιών και στο διεθνές πεδίο. Ο νόμος «εξανθρωπίζει» το εσωτερικό, όμως τα σύγχρονα συντάγματα και οι πολιτείες αγκαλιάζουν το κράτος – όχι τις διακρατικές σχέσεις. Εκεί δεν υπάρχει πολιτικό σύστημα, αλλά «τάξη πραγμάτων», όπου οι σχέσεις καθορίζονται με όρους ισχύος. Και γι’ αυτό, όπως υπογράμμισε, τα κράτη –όποιο κι αν είναι το πολίτευμά τους– έχουν τελικά «την ίδια εξωτερική πολιτική»: έξω δεν λειτουργούν ως δημοκρατίες, αλλά ως δρώντες ισχύος.
Σε αυτή τη λογική ενέταξε και το θουκυδίδειο μάθημα που επανέφερε με ωμή διατύπωση: μην μπερδεύετε την εσωτερική πολιτική με την εξωτερική πολιτική – η πρώτη μπορεί να είναι ελευθερία, η δεύτερη τυραννία. Είτε μικρός είτε μεγάλος, αν θες να προστατεύσεις την ελευθερία σου ή να ηγεμονεύσεις, «ένας τρόπος υπάρχει»: να είσαι σε ετοιμότητα, άρα εμπόλεμος. Αυτό, είπε, δεν αμφισβητείται.
Η αιτία του πολέμου, όπως την όρισε, είναι ο κρατοκεντρισμός: η απουσία ενός πλανητικού πολιτικού συστήματος που να βάζει κανόνες και να απαγορεύει τον πόλεμο. Και από εκεί, η συζήτηση «άνοιξε» στον ελληνικό κόσμο και στην έννοια της ελληνικότητας, με αφορμή το βιβλίο Η ιστορία του ελληνικού κόσμου – όχι του κράτους ή του έθνους, αλλά του «κόσμου».
Ο Κοντογιώργης μίλησε για τη σύγχρονη παρερμηνεία: οι Νεοέλληνες, είπε, βλέπουν τον εαυτό τους και το παρελθόν με «τα μάτια του δυτικού ανθρώπου», ενώ η Δύση ερμηνεύει τη δική της πραγματικότητα με «τα μάτια του κλασικού Έλληνα». Και οι δύο, κατά την έκφρασή του, πάσχουν από «στραβισμό»: οι μεν υποτιμούν το δικό τους ιστορικό βάθος, οι δε παίρνουν ελληνικές έννοιες (όπως «δημοκρατία») και τις «ντύνουν» στα συστήματα της εποχής τους, δημιουργώντας εννοιολογική σύγχυση. Η ελληνικότητα, τόνισε, δεν είναι μια γραμμική ομοιογένεια, αλλά πολιτισμικό ιδίωμα με πολλαπλές φάσεις, που ολοκληρώνεται ιστορικά στην έννοια της καθολικής ελευθερίας – όχι απλώς στην ατομική ελευθερία των δικαιωμάτων.
Στη συνέχεια, το στούντιο πέρασε σε έκτακτες εικόνες (ένταση στο Σύνταγμα, προσαγωγές, κλιμάκωση με πυραυλικές επιθέσεις στη Μέση Ανατολή, εικόνες από Τεχεράνη, αναφορές στον «Θόλο» και στις σειρήνες), πριν η συζήτηση επιστρέψει στο τρίτο μεγάλο θέμα: τον Καποδίστρια.
Εκεί ο Κοντογιώργης έδωσε μια ευθεία εξήγηση για το γιατί ο Καποδίστριας «συγκινεί» σήμερα: αν υπήρχαν ηγέτες στο ύψος των περιστάσεων, θα ήταν ένας από πολλούς – τώρα όμως ξεχωρίζει γιατί «δεν υπάρχει διαδοχή». Υποστήριξε ότι η κοινωνία βλέπει στον Καποδίστρια πρότυπο ακριβώς επειδή το κράτος και η πολιτική τάξη, όπως εξελίχθηκαν ιστορικά, δεν παρήγαγαν συνέχεια ηγεσίας. Έκανε λόγο για πορεία «από το κακό στο χειρότερο» και μίλησε σκληρά για ιδεολογικά φίλτρα, σιωπές της επιστημονικής κοινότητας και «κατήχηση» γύρω από το κράτος, ενώ υπερασπίστηκε τη σημασία των πρωτογενών πηγών και της «αναλυτικής επιστολής» του Καποδίστρια ως κλειδιού για τη στρατηγική του.
Κλείνοντας, συνέδεσε τον Καποδίστρια με την ίδια την έννοια της ελληνικότητας, επικαλούμενος τη δική του φράση για το Βυζάντιο ως «ελληνική αυτοκρατορία» και υποστήριξε ότι η δολοφονία του και οι εμφύλιοι άνοιξαν τον δρόμο σε μια επιβολή «βαβαρικής» πραγματικότητας, διώξεις, εκτροπές και μια μακρά σειρά παθογενειών που –κατά την άποψή του– σφράγισαν το νεοελληνικό κράτος.