Μια ιδιαίτερα πυκνή και αποκαλυπτική παρέμβαση έκανε ο αντιστράτηγος ε.α. Λάζαρος Καμπουρίδης στον 102 FM, επιχειρώντας έναν συνολικό απολογισμό του πρώτου μήνα του πολέμου στη Μέση Ανατολή και φωτίζοντας όσα, κατά την εκτίμησή του, κρίθηκαν λανθασμένα από την πρώτη στιγμή τόσο από την αμερικανική όσο και από την ισραηλινή πλευρά.
Ο κ. Καμπουρίδης στάθηκε εξαρχής στο βασικό, όπως είπε, στρατηγικό σφάλμα: στην υπεραισιόδοξη εκτίμηση ότι τα πρώτα στοχευμένα πλήγματα κατά της ιρανικής ηγεσίας θα οδηγούσαν σε εσωτερική κατάρρευση του καθεστώτος. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, αυτή η εκτίμηση αποδείχθηκε λανθασμένη, επειδή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη τη δομή της ιρανικής κοινωνίας και του ίδιου του κρατικού συστήματος. Όπως σημείωσε, δεν αρκεί μόνο η συλλογή πληροφοριών· το κρίσιμο είναι η σωστή ανάλυσή τους και εδώ φαίνεται πως υπήρξε αποτυχία. Κατά τον ίδιο, υπήρξε μια υπεραισιόδοξη ανάγνωση, πιθανότατα και από τη Μοσάντ, ότι ο αποκεφαλισμός της ηγεσίας θα έριχνε άμεσα το σύστημα. Αυτό, όμως, δεν συνέβη.
Ο απόστρατος αντιστράτηγος εκτίμησε ότι το Ισραήλ δεν ήθελε έναν παρατεταμένο πόλεμο, γιατί και το ίδιο φθείρεται οικονομικά και στρατηγικά. Αντιθέτως, ήθελε μια γρήγορη νίκη και μια γρήγορη κατάρρευση του αντιπάλου. Όπως είπε, το Ισραήλ επιδίωξε να παρασύρει τις Ηνωμένες Πολιτείες στην εμπλοκή, αλλά όχι γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι θα πάει σε μακρύ πόλεμο· μάλλον επειδή πίστεψε τη δική του λανθασμένη εκτίμηση. Τώρα, πρόσθεσε, ο Ντόναλντ Τραμπ αναζητεί τρόπο να απεμπλακεί, ενώ ο Μπενιαμίν Νετανιάχου φέρεται να έχει δώσει εντολή για ακόμη σφοδρότερα χτυπήματα μέσα στο αμέσως επόμενο διάστημα, θεωρώντας ότι ο χρόνος πιέζει και ότι ο Αμερικανός πρόεδρος επιδιώκει να κλείσει το μέτωπο μέσω διαπραγμάτευσης.
Ο κ. Καμπουρίδης σημείωσε ότι ο Τραμπ παίζει πλέον, όπως είπε χαρακτηριστικά, τον ρόλο «διευθυντή ψυχολογικών επιχειρήσεων», εμφανιζόμενος ταυτόχρονα έτοιμος να μιλήσει, να διαπραγματευτεί και να αποσπάσει οικονομικά οφέλη. Στάθηκε μάλιστα στη φράση του Αμερικανού προέδρου ότι «θέλει τα πετρέλαια», εκτιμώντας ότι εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της νέας στρατηγικής. Κατά την ανάλυσή του, ο αρχικός πολιτικός σκοπός, δηλαδή η ανατροπή του καθεστώτος, εγκαταλείπεται σταδιακά και αντικαθίσταται από έναν νέο: την εξασφάλιση ενεργειακού και οικονομικού κέρδους για τις Ηνωμένες Πολιτείες, μέσα από μία συμφωνία που θα τους επιτρέψει να ανακτήσουν μέρος του κόστους που ήδη έχουν επωμιστεί.
Σε ό,τι αφορά τα πιθανά επιχειρησιακά σενάρια, ο κ. Καμπουρίδης έσπευσε να ξεκαθαρίσει ότι δεν θεωρεί πιθανή μια κλασική μεγάλης κλίμακας χερσαία εισβολή. Όπως είπε, όταν μιλάμε για δυνάμεις 5.000 έως 10.000 ανδρών, για αερομεταφερόμενα και αποβατικά στοιχεία, στην πραγματικότητα μιλάμε για ειδική επιχείρηση περιορισμένου εύρους και όχι για χερσαίο πόλεμο τύπου Ιράκ. Κατά την εκτίμησή του, αν τελικά γίνει κίνηση, το πιθανότερο και πιο «οικονομικό» από πλευράς κόστους-οφέλους σενάριο θα ήταν η κατάληψη των Στενών του Ορμούζ και όχι η κατάληψη της νήσου Χαρκ ή κάποια βαθύτερη επιχείρηση στο εσωτερικό του Ιράν. Με αυτόν τον τρόπο, όπως ανέφερε, θα μπορούσε να στραγγαλιστεί ενεργειακά η Τεχεράνη, ενώ ταυτόχρονα θα απελευθερωνόταν η ναυσιπλοΐα στο στενό.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο Λάζαρος Καμπουρίδης στην ανθεκτικότητα που έδειξε το Ιράν. Παραδέχθηκε μάλιστα ότι και ο ίδιος υποτίμησε κατά την πρώτη εβδομάδα της σύγκρουσης τις πραγματικές δυνατότητες της Τεχεράνης. Όπως εξήγησε, οι Ιρανοί απέδειξαν ότι διαθέτουν ιστορικό βάθος, προσαρμοστικότητα, διπλωματική πονηριά και στρατηγική αντοχή. Ανέφερε ότι το Ιράν φάνηκε να έχει ανασχεδιάσει την αντίδρασή του με βάση τα διδάγματα του προηγούμενου πολέμου του Ιουνίου και να εμφάνισε σταδιακά βάθος εφεδρειών, τόσο σε επίπεδο δυνάμεων όσο και σε επίπεδο οπλικών δυνατοτήτων. Σημείωσε ότι ενεργοποίησε διαδοχικά πληρεξούσιες δυνάμεις, πολιτοφυλακές και τελικά τους Χούθι, ενώ παράλληλα παρουσίασε βελτιωμένες επιδόσεις σε εμβέλεια, ακρίβεια και επιχειρησιακή επιβίωση των οπλικών του συστημάτων.
Στο εσωτερικό μέτωπο του Ιράν, πάντως, ο κ. Καμπουρίδης εκτίμησε ότι υπάρχουν σοβαρά προβλήματα, αλλά όχι δυναμική άμεσης ανατροπής. Αντιθέτως, υποστήριξε ότι το σενάριο αλλαγής καθεστώτος έχει ουσιαστικά φύγει από το τραπέζι. Εξήγησε πως η αποκεντρωμένη δομή διοίκησης και αρμοδιοτήτων που διαθέτει το ιρανικό σύστημα έδωσε αντοχή στην κρατική μηχανή. Με απλά λόγια, ακόμη κι αν χτυπηθεί η κορυφή, υπάρχουν από κάτω μικρότερα κέντρα εξουσίας που συνεχίζουν να λειτουργούν. Κατά τον ίδιο, αυτό το στοιχείο ήταν κρίσιμο και δεν είχε εκτιμηθεί σωστά αρχικά.
Από εκεί και πέρα, η πιο ουσιαστική ίσως τοποθέτηση του αντιστράτηγου αφορούσε τα διδάγματα για την Ελλάδα. Όπως είπε, αυτή είναι η πιο σωστή ερώτηση που πρέπει να τίθεται μετά από έναν τέτοιο πόλεμο: τι μαθαίνεις για τον εαυτό σου και πώς προσαρμόζεσαι. Ο ίδιος εντόπισε τέσσερις βασικούς άξονες. Πρώτον, την ανάγκη επιτάχυνσης της μετάβασης σε πόλεμο drones και πυραυλικών συστημάτων, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα έχει μείνει πίσω κυρίως στα οπλισμένα drones. Δεύτερον, την ανάγκη ενίσχυσης της επιθετικής αποτροπής με οπλικά συστήματα που «πονούν» τον αντίπαλο και δεν περιορίζονται μόνο σε αμυντική θωράκιση. Τρίτον, τη σημασία των εφεδρειών σε βάθος, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά. Και τέταρτον, την ανάγκη αποκέντρωσης αρμοδιοτήτων στις μικρές μονάδες και στους χαμηλότερους διοικητές, ώστε να αποκτούν δυνατότητα αυτόνομης λήψης αποφάσεων στο πεδίο. Εδώ μάλιστα συνέδεσε τα συμπεράσματα από το Ιράν με όσα έχουν ήδη φανεί στην Ουκρανία.
Στο ίδιο πλαίσιο, έδωσε ξεχωριστή σημασία στη στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ. Ξεκαθάρισε ότι, ανεξάρτητα από τις ανθρωπιστικές κρίσεις που προκαλούν οι ισραηλινές επιχειρήσεις σε άλλες περιοχές, η Ελλάδα οφείλει να βλέπει το ζήτημα υπό το πρίσμα της δικής της επιβίωσης απέναντι στην Τουρκία. Κατά συνέπεια, όπως είπε, η Αθήνα πρέπει να προχωρήσει σε απόκτηση τεχνογνωσίας και οπλικών συστημάτων που θα ενισχύσουν ουσιαστικά την αποτρεπτική της ικανότητα.
Αναφερόμενος στην Κύπρο, ο κ. Καμπουρίδης είπε ότι αρχικά θεωρούσε πως η αποστολή ελληνικών δυνάμεων είχε λειτουργήσει ως καλή αφορμή για να παραμείνει ενισχυμένη στρατιωτική παρουσία στον κυπριακό χώρο. Ωστόσο, από τις δηλώσεις του προέδρου Νίκου Χριστοδουλίδη κατάλαβε, όπως είπε, ότι η αποχώρηση των συγκεκριμένων δυνάμεων φαίνεται να είναι ειλημμένη απόφαση. Παρ’ όλα αυτά, υποστήριξε ότι Ελλάδα και Κύπρος θα μπορούσαν, εφόσον το περιβάλλον παραμείνει ασταθές με ανοιχτά μέτωπα σε Λίβανο, Γάζα και Συρία, να πείσουν την Ευρωπαϊκή Ένωση για τη χρησιμότητα μιας πιο σταθερής παρουσίας στην περιοχή.
Στο τελευταίο σκέλος της παρέμβασής του, ο αντιστράτηγος ε.α. αναφέρθηκε στην υπόθεση του Πόντιου από την Τουρκία, τον οποίο -όπως αποκάλυψε- γνώρισε ο ίδιος στην Άγκυρα το 2016, βοήθησε να πάρει βίζα και στη συνέχεια βάφτισε στην Ελλάδα. Μίλησε με εμφανή συγκίνηση για έναν αγώνα που χαρακτήρισε «σύμβολο», τονίζοντας ότι πρόκειται για άνθρωπο που διψούσε να αποδείξει την ελληνική του ταυτότητα, έφτασε μέχρι και σε έλεγχο DNA για να τεκμηριώσει τη συγγένειά του με οικογένειες στην Ελλάδα, και παρ’ όλα αυτά βρέθηκε αντιμέτωπος με την αδιαφορία του ελληνικού κράτους. Κατά την άποψή του, η υπόθεση αυτή είναι και ζήτημα ουσίας αλλά και εικόνας για τη χώρα, αφού -όπως είπε- δεν γίνεται 100 χρόνια μετά τον ξεριζωμό να διώχνουμε κυνηγημένους ανθρώπους με τέτοια καταγωγική και ιστορική σχέση με τον ελληνισμό.
Συνολικά, η παρέμβαση Καμπουρίδη στον 102 FM κινήθηκε σε τρεις καθαρές γραμμές: πρώτον, η στρατηγική της άμεσης κατάρρευσης του Ιράν απέτυχε· δεύτερον, ο Τραμπ αλλάζει πολιτικό σκοπό και ψάχνει έξοδο με ενεργειακό αντάλλαγμα· και τρίτον, η Ελλάδα οφείλει να πάρει πολύ σοβαρά μαθήματα από αυτόν τον πόλεμο, ιδίως στο επίπεδο της τεχνολογίας, της διοίκησης και της αποτροπής.