Σε μια ανάλυση με ιδιαίτερα σκληρό τόνο, ο Σταύρος Καλεντερίδης υποστήριξε ότι οι τελευταίες τοποθετήσεις του Ντόναλντ Τραμπ συνιστούν ουσιαστικά παραδοχή αποτυχίας του αμερικανικού σχεδιασμού στη σύγκρουση με το Ιράν. Όπως ανέφερε, η αναδίπλωση της Ουάσιγκτον ήταν αναμενόμενη, καθώς οι εξελίξεις στο πεδίο δεν επιβεβαίωσαν σε καμία περίπτωση τις αρχικές εκτιμήσεις.
Κατά την αποτίμησή του, ο αμερικανικός σχεδιασμός στηρίχθηκε στην προσδοκία ότι η πίεση προς την Τεχεράνη θα απέδιδε γρήγορα και αποφασιστικά αποτελέσματα. Αντί γι’ αυτό, είπε, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι εντελώς διαφορετική: το Ιράν όχι μόνο δεν λύγισε, αλλά κατάφερε να κρατήσει κλειστό το Στενό του Ορμούζ, να πιέσει στρατιωτικά και οικονομικά τις Ηνωμένες Πολιτείες και να επιβάλει νέα δεδομένα σε ολόκληρη την περιοχή.
Ο Καλεντερίδης στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία των εξελίξεων γύρω από το Ορμούζ, υποστηρίζοντας ότι εκεί κρίθηκε η ουσία της σύγκρουσης. Κατά την ανάλυσή του, η αμερικανική πλευρά δείχνει πλέον έτοιμη να σταματήσει τη στρατιωτική πίεση ακόμη κι αν το στενό παραμείνει κλειστό για σημαντικό χρονικό διάστημα. Αυτό, όπως τόνισε, συνιστά καθαρό δείγμα ότι η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να πετύχει τους αρχικούς στόχους της χωρίς δυσανάλογο κόστος.
Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρθηκε και στις πληροφορίες που επικαλέστηκε για τις προθέσεις του Τραμπ απέναντι στους συμμάχους των ΗΠΑ. Σύμφωνα με όσα είπε, ο Αμερικανός πρόεδρος δείχνει να μετατοπίζει το βάρος σε ευρωπαϊκές και αραβικές χώρες, ζητώντας ουσιαστικά είτε να επωμιστούν μεγαλύτερο βάρος είτε να βρουν μόνες τους λύση για την ενεργειακή τους ασφάλεια. Ο αναλυτής ερμήνευσε αυτή τη στάση ως ακόμη ένα σημάδι φθοράς και αδυναμίας, όχι ισχύος.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στον ρόλο που, κατά την εκτίμησή του, διαδραματίζουν η Ρωσία και η Κίνα στο παρασκήνιο της σύγκρουσης. Με αφορμή δηλώσεις του Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ο Καλεντερίδης υποστήριξε ότι η Μόσχα προσφέρει κρίσιμη υποστήριξη στην Τεχεράνη, ειδικά στο επίπεδο της στοχοποίησης και της απεικόνισης στρατιωτικών εγκαταστάσεων, ενώ σημείωσε πως οι σχετικές καταγγελίες δεν διαψεύστηκαν με σαφήνεια από ρωσικής πλευράς. Κατά την ανάλυσή του, η σύμπλευση Ρωσίας, Ιράν και σε έναν βαθμό Κίνας εξηγεί σε σημαντικό βαθμό την ανθεκτικότητα που εμφανίζει η ιρανική πλευρά.
Ο Καλεντερίδης προχώρησε ακόμη περισσότερο, λέγοντας ότι οι αμερικανικές βάσεις στην περιοχή έχουν δεχθεί σοβαρά πλήγματα και ότι το οικονομικό κόστος για τις ΗΠΑ είναι ήδη βαρύ. Υποστήριξε ότι ο εξοπλισμός, οι εγκαταστάσεις και η επιχειρησιακή τους παρουσία έχουν δεχθεί ισχυρό πλήγμα, γεγονός που -όπως είπε- κάνει ακόμη δυσκολότερη τη συνέχιση του πολέμου με τους ίδιους όρους.
Σε πολιτικό επίπεδο, ο αναλυτής εκτίμησε ότι η ιρανική πλευρά όχι μόνο αντέχει, αλλά περνά και στην αντεπίθεση σε επίπεδο κυριαρχίας. Έφερε ως παράδειγμα τις κινήσεις που γίνονται, όπως είπε, ώστε να θεσπιστούν χρεώσεις ή έλεγχος στη διέλευση πλοίων από το Ορμούζ, κάτι που -εφόσον παγιωθεί- θα αλλάξει την ίδια τη γεωοικονομία της περιοχής και θα ενισχύσει θεαματικά τον ρόλο της Τεχεράνης.
Σημαντικό κομμάτι της ανάλυσής του αφορούσε και τις παγκόσμιες οικονομικές συνέπειες. Προειδοποίησε ότι η ενεργειακή κρίση ήδη βαθαίνει, με άνοδο στις τιμές καυσίμων, πίεση στα αεροπορικά καύσιμα, διαταραχές στις μεταφορές και νέα βάρη για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Έδωσε μάλιστα ιδιαίτερη βαρύτητα στις εξελίξεις στην Ευρώπη, επισημαίνοντας ότι ήδη αρχίζουν να ακούγονται σενάρια για περιορισμούς, μέτρα εξοικονόμησης και αυξημένο κόστος σε καύσιμα και φυσικό αέριο.
Κατά τον ίδιο, η κρίση αυτή δεν είναι μια παρενέργεια, αλλά βασικό στοιχείο της συνολικής γεωπολιτικής αναμέτρησης. Υποστήριξε ότι όσο το Ορμούζ μένει εκτός πλήρους λειτουργίας, η διεθνής αγορά θα συνεχίσει να πιέζεται, ανεξάρτητα από το αν το πετρέλαιο μπορεί να αναπληρωθεί από άλλες πηγές. Γι’ αυτό και θεωρεί ότι η αμερικανική πλευρά έχει εγκλωβιστεί σε ένα αδιέξοδο: δεν μπορεί να επιβάλει την πολιτική της, αλλά ούτε και να αποχωρήσει χωρίς κόστος.
Σε ό,τι αφορά τα στρατιωτικά σενάρια, ο Καλεντερίδης εμφανίστηκε εξαιρετικά επιφυλακτικός απέναντι σε κάθε ιδέα αποβατικής ή ευρύτερης επιχείρησης σε ιρανικό έδαφος ή σε κρίσιμα νησιωτικά σημεία του Κόλπου. Υποστήριξε ότι το Ιράν διαθέτει τεράστια εφεδρεία ανθρώπινου δυναμικού, μεγάλη στρατιωτική αντοχή και ξεκάθαρη βούληση να μετατρέψει οποιαδήποτε τέτοια επιχείρηση σε μακρόχρονη και αιματηρή φθορά για τον αντίπαλο. Με αυτή τη λογική, εκτίμησε ότι ακόμη και αν υπάρξει κίνηση μεγάλης κλίμακας, το κόστος για τις Ηνωμένες Πολιτείες θα είναι δυσθεώρητο.
Παράλληλα, σημείωσε ότι τα κράτη του Κόλπου, παρά τις απειλές και τις δημόσιες τοποθετήσεις, δεν διαθέτουν -κατά την εκτίμησή του- ούτε την επιχειρησιακή ετοιμότητα ούτε την πολιτική συνοχή για να σηκώσουν μόνα τους μια τέτοια επιχείρηση. Κατά την άποψή του, χωρίς άμεση και βαριά αμερικανική εμπλοκή, δεν υπάρχει ρεαλιστικό σενάριο επιβολής στο Ορμούζ.
Ένα ακόμη στοιχείο που ανέδειξε ήταν η εσωτερική πολιτική διάσταση στις ΗΠΑ. Υποστήριξε ότι η αμερικανική ηγεσία βρίσκεται σε φάση πολιτικής φθοράς και ότι η συνέχιση της σύγκρουσης μπορεί να εξελιχθεί σε σοβαρό πρόβλημα για τον ίδιο τον Τραμπ και το στενό του περιβάλλον. Συνέδεσε μάλιστα αυτή την εικόνα με κινήσεις πανικού, αντιφατικές δηλώσεις και αυξανόμενη επιθετικότητα στο δημόσιο λόγο.
Συνολικά, η βασική γραμμή της ανάλυσης Καλεντερίδη ήταν καθαρή: οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Νετανιάχου, όπως είπε, περίμεναν μια γρήγορη εξέλιξη, όμως βρέθηκαν μπροστά σε μια πολύ πιο σκληρή πραγματικότητα. Το Ιράν άντεξε, το Ορμούζ παραμένει ο μεγάλος μοχλός πίεσης, η παγκόσμια οικονομία μπαίνει σε νέα περίοδο αναταραχής και ο Τραμπ δείχνει πλέον να αναζητεί έξοδο, όχι νίκη.