breaking newsΔιεθνή

Θεοδωράτος: Από το Ορμούζ και την Κύπρο, μέχρι τα Στενά και τη γεωπολιτική ευκαιρία του Ελληνισμού

Με μια εκπομπή πυκνή σε γεωπολιτικές αναφορές, ιστορικούς συμβολισμούς και σαφείς πολιτικές θέσεις, ο Γιάννης Θεοδωράτος παρουσίασε ένα ακόμη επεισόδιο της σειράς «Με το κλειδί της Ιστορίας», επιχειρώντας να συνδέσει τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή με τις ευρύτερες ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο, τον ρόλο της Κύπρου και τις στρατηγικές δυνατότητες του Ελληνισμού.

Στο πρώτο μέρος της ανάλυσής του, στάθηκε στις εξελίξεις γύρω από τον πόλεμο με το Ιράν και στην εκτίμηση ότι η αμερικανική πλευρά αναζητεί σταδιακά μια γραμμή εξόδου. Όπως ανέφερε, το σενάριο της λεγόμενης αλλαγής καθεστώτος δεν έχει επιβεβαιωθεί πρακτικά, παρά το γεγονός ότι, όπως υποστήριξε, έχει πληγεί σημαντικό μέρος της ιρανικής πολιτικοστρατιωτικής ηγεσίας. Ο Θεοδωράτος υπογράμμισε ότι στο εσωτερικό της Τεχεράνης επικρατεί πλέον μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης, καθώς κάθε πρόσωπο που επιβιώνει μπορεί ταυτόχρονα να θεωρείται και ύποπτο στα μάτια των άλλων κέντρων εξουσίας.

Σε ό,τι αφορά το στρατιωτικό πεδίο, ο παρουσιαστής ξεκαθάρισε ότι δεν βλέπει στον ορίζοντα μια χερσαία επιχείρηση τύπου Ιράκ, ούτε μια εκτεταμένη εισβολή μεγάλης κλίμακας. Αντίθετα, εκτίμησε πως αυτό που διαμορφώνεται είναι μια προβολή ισχύος από τις Ηνωμένες Πολιτείες, κυρίως μέσω πεζοναυτικών και αερομεταφερόμενων σχηματισμών, με στόχο όχι την πλήρη κατοχή ιρανικού εδάφους, αλλά τον έλεγχο κρίσιμων στρατηγικών σημείων. Με βάση τη δική του ανάγνωση, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε μια κατάσταση που περιέγραψε ως «ένοπλη συνδιαχείριση» των Στενών του Ορμούζ με το Ιράν, δηλαδή σε μια μακρά και ασταθή ισορροπία εξαναγκασμού.

Από εκεί και πέρα, ο Θεοδωράτος πέρασε στο πεδίο που τον απασχόλησε περισσότερο: τη γεωστρατηγική σημασία της Κύπρου και την ευκαιρία που, κατά την εκτίμησή του, εμφανίζεται για την Ελλάδα και τη Μεγαλόνησο. Υποστήριξε ότι η σημερινή συγκυρία είναι εξαιρετικά ευνοϊκή για τον Ελληνισμό, επειδή η Τουρκία βρίσκεται εκτός της κύριας δυτικής στρατιωτικής επιχείρησης στη Μέση Ανατολή, ενώ ταυτόχρονα έχουν δημιουργηθεί νέες ανάγκες ασφαλείας στην περιοχή.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Γιάννης Θεοδωράτος έθεσε καθαρά το ζήτημα της μονιμοποίησης της ελληνικής αεροναυτικής παρουσίας στην Κύπρο. Επισήμανε ότι η ήδη υπάρχουσα στρατιωτική παρουσία της Ελλάδας στο νησί αφορά πρωτίστως το χερσαίο σκέλος, όμως η νέα πραγματικότητα απαιτεί –όπως είπε– μόνιμη αεροπορική και ναυτική κάλυψη. Κατά την επιχειρηματολογία του, οι υποδομές που αναβαθμίζονται στην Κύπρο δεν γίνονται για λόγους εντυπώσεων, αλλά για να μπορούν να δεχθούν φίλιες δυνάμεις, αεροσκάφη και πλοία στο πλαίσιο ενός νέου δόγματος ασφάλειας.

Εκεί ακριβώς εισήγαγε και την πρότασή του για ένα «υπονάτο», δηλαδή μια ειδική περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας με πυρήνα την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ, υπό αμερικανική ομπρέλα και με δυνητική διεύρυνση προς άλλες χώρες της περιοχής. Όπως εξήγησε, μια τέτοια δομή θα μπορούσε να αποτελέσει σταθερό μηχανισμό προάσπισης των δυτικών γεωστρατηγικών συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή και στη Βόρεια Αφρική, ενώ παράλληλα θα αύξανε το κόστος για την Τουρκία σε οποιοδήποτε σενάριο πίεσης ή αποσταθεροποίησης γύρω από την Κύπρο.

Ο Θεοδωράτος συνέδεσε ευθέως αυτή τη σκέψη με την ανάγκη στρατηγικής θωράκισης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μίλησε για την ανάγκη απόκτησης νέων οπλικών συστημάτων, για τη σημασία των ισραηλινών αντιαεροπορικών δυνατοτήτων και για τη συνολική απαίτηση δημιουργίας μιας ασπίδας που θα επιτρέπει στην Κύπρο να πάψει να είναι ο «εύκολος στόχος» της περιοχής. Υποστήριξε δε ότι, εφόσον δημιουργηθεί ένα τέτοιο πλέγμα συνεργασίας, η Τουρκία σταδιακά θα υποχρεωθεί να αναδιπλωθεί, καθώς δεν θα έχει την ίδια ευχέρεια κινήσεων που είχε μέχρι τώρα.

Ξεχωριστό βάρος είχε και η αναφορά του στην ιδέα ενός «πρωτοκόλλου της Κωνσταντινούπολης», με αφορμή τη συζήτηση για το πώς εργαλειοποιούνται τα στρατηγικά θαλάσσια περάσματα. Ο Θεοδωράτος επιχείρησε να συνδέσει τα Στενά του Ορμούζ με τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων, υποστηρίζοντας ότι τόσο το Ιράν όσο και η Τουρκία αξιοποιούν με διαφορετικούς τρόπους γεωγραφικά «σημεία πνιγμού» για να αποκτούν πολιτική και οικονομική πίεση πάνω στους άλλους. Κατά την εκτίμησή του, η Δύση οφείλει να δει με νέο μάτι το καθεστώς των τουρκικών στενών, ακριβώς επειδή η Τουρκία δεν συμπεριφέρεται πλέον ως αξιόπιστος και σταθερός σύμμαχος.

Στο ενεργειακό κομμάτι, η εκπομπή ανέλυσε τους αγωγούς, τις παρακάμψεις των στρατηγικών στενών και τη συνολικότερη μάχη για τα choke points της παγκόσμιας οικονομίας. Ο Γιάννης Θεοδωράτος στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία των εναλλακτικών ενεργειακών διαδρομών, εξηγώντας ότι ο πόλεμος δεν έχει μόνο στρατιωτικό περιεχόμενο, αλλά και σαφή οικονομική στόχευση: να ελέγχεται ποιος πληρώνει ακριβότερα, ποιος εξαρτάται περισσότερο και ποιος έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει τα ενεργειακά του αγαθά χωρίς στρατηγικό στραγγαλισμό.

Ιδιαίτερη θέση στην εκπομπή είχε και η αναφορά στην Κίνα, την οποία ο Θεοδωράτος τοποθέτησε μέσα στο μεγάλο κάδρο του ανταγωνισμού για ενέργεια, θαλάσσιες οδούς και γεωοικονομικά πλεονεκτήματα. Κατά την προσέγγισή του, μεγάλο μέρος των εξελίξεων στην περιοχή δεν αφορά μόνο το Ιράν ή το Ισραήλ, αλλά συνδέεται άμεσα με τον τρόπο που η Δύση επιχειρεί να διαχειριστεί ή να περιορίσει το κινεζικό αποτύπωμα στην παγκόσμια οικονομία.

Στο τελευταίο μέρος της εκπομπής, ο Θεοδωράτος άλλαξε τόνο και πέρασε σε μια περισσότερο ιδεολογική και ιστορική αποτίμηση, με αφορμή την 25η Μαρτίου, την ΕΟΚΑ και το ζήτημα της εθνικής συνέχειας. Επανέφερε τον άξονα «πίστη και πατρίδα», συνέδεσε την Κύπρο με τον διαχρονικό στόχο του Ελληνισμού και έκλεισε με μια σαφή αντιπαράθεση απέναντι στη διεθνιστική και κομμουνιστική παράδοση, τονίζοντας ότι κατά τη δική του οπτική ο εθνικός προσανατολισμός του Ελληνισμού δεν μπορεί να αποκοπεί ούτε από την ιστορική μνήμη ούτε από τη στρατηγική του συνέχεια.

Συνολικά, η εκπομπή κινήθηκε σε τρεις βασικούς άξονες: πρώτον, ότι ο πόλεμος με το Ιράν δεν εξελίσσεται όπως αρχικά σχεδίαζαν οι Ηνωμένες Πολιτείες· δεύτερον, ότι η Κύπρος βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική ευκαιρία στρατηγικής αναβάθμισης· και τρίτον, ότι η Ελλάδα οφείλει να δει πιο θαρραλέα, πιο οργανωμένα και πιο μόνιμα τον ρόλο της στην Ανατολική Μεσόγειο.

Back to top button