Η κατάσταση των Καθολικών στην Κίνα επιδεινώνεται, παρά τη συμφωνία του 2018 ανάμεσα στην Αγία Έδρα και το Πεκίνο για τον διορισμό επισκόπων, σύμφωνα με δημοσίευμα του Bitter Winter, που επικαλείται νέα έκθεση της Human Rights Watch.
Το κεντρικό συμπέρασμα είναι σκληρό! Οι Καθολικοί που αρνούνται να υποταχθούν στον πλήρη έλεγχο του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος βρίσκονται σήμερα υπό ακόμη μεγαλύτερη πίεση. Η λεγόμενη «σινοποίηση» της θρησκείας, δηλαδή η προσαρμογή της πίστης στις πολιτικές και ιδεολογικές απαιτήσεις του Πεκίνου, λειτουργεί πλέον ως μηχανισμός ελέγχου και πειθαρχίας.
Σύμφωνα με τον Yalkun Uluyol της Human Rights Watch, σχεδόν οκτώ χρόνια μετά τη συμφωνία Βατικανού – Κίνας και μια δεκαετία μετά την έναρξη της εκστρατείας «σινοποίησης» από τον Σι Τζινπίνγκ, οι Καθολικοί στην Κίνα αντιμετωπίζουν κλιμακούμενη καταστολή που παραβιάζει τη θρησκευτική τους ελευθερία.
Ο Uluyol καλεί τον Πάπα Λέοντα ΙΔ΄ να επανεξετάσει επειγόντως τη συμφωνία με το Πεκίνο και να πιέσει την κινεζική κυβέρνηση να σταματήσει τις διώξεις, τον εκφοβισμό και την πίεση κατά των υπόγειων καθολικών κοινοτήτων, των ιερέων και των πιστών.
Από τη συμφωνία του 2018 στην αυστηρότερη καταστολή
Η συμφωνία του 2018 παρουσιάστηκε ως προσπάθεια εξομάλυνσης των σχέσεων Βατικανού – Πεκίνου. Στην πράξη, όμως, σύμφωνα με την έκθεση, δεν βελτίωσε τη θέση των περίπου 12 εκατομμυρίων Καθολικών της Κίνας.
Αντίθετα, το Πεκίνο αξιοποίησε το νέο πλαίσιο για να αυξήσει την πίεση στους επισκόπους και στους ιερείς, ζητώντας τους να ενταχθούν στην Κινεζική Καθολική Πατριωτική Ένωση, δηλαδή στη δομή που λειτουργεί υπό κρατικό έλεγχο.
Το Βατικανό, σύμφωνα με το δημοσίευμα, επιχείρησε το 2019 να κρατήσει ισορροπίες, αναγνωρίζοντας μεν τη δυνατότητα αντίρρησης συνείδησης για όσους δεν ήθελαν να ενταχθούν στην Πατριωτική Ένωση, αλλά ταυτόχρονα αντιμετωπίζοντας την ένταξη ως τη νέα κανονικότητα.
Αυτή η στάση, όπως υποστηρίζει το Bitter Winter, προκάλεσε βαθιά ανησυχία σε πολλούς Καθολικούς της Κίνας, ιδίως σε όσους ανήκουν στην «υπόγεια» Εκκλησία και παραμένουν πιστοί στην παπική αυθεντία, αρνούμενοι να ενταχθούν σε κρατικά ελεγχόμενες θρησκευτικές δομές.
Η «σινοποίηση» ως ιδεολογικός έλεγχος
Η πολιτική της «σινοποίησης» των θρησκειών ενισχύθηκε ιδιαίτερα μετά την άνοδο του Σι Τζινπίνγκ στην εξουσία το 2012. Από το 2016 και μετά, η ενσωμάτωση «κινεζικών χαρακτηριστικών» στη θρησκευτική αρχιτεκτονική, τη διδασκαλία και την πρακτική μετατράπηκε σε κεντρική στρατηγική του καθεστώτος.
Το Πεκίνο παρουσιάζει τη σινοποίηση ως προσαρμογή της πίστης στην κινεζική κουλτούρα. Όμως, κατά τους επικριτές της πολιτικής αυτής, δεν πρόκειται για πολιτισμική ενσωμάτωση, αλλά για υποταγή της θρησκείας στις «σοσιαλιστικές αξίες» και στην πολιτική γραμμή του Κομμουνιστικού Κόμματος.
Το Bitter Winter σημειώνει ότι αξιωματούχοι του Βατικανού είχαν προκαλέσει αντιδράσεις όταν, το 2018, παρουσίασαν τη σινοποίηση ως δυνητικά συμβατή με την ιστορική καθολική παράδοση της πολιτισμικής προσαρμογής. Ωστόσο, όπως τονίζεται στο δημοσίευμα, η προσέγγιση ιεραποστόλων όπως ο Ματέο Ρίτσι δεν έχει καμία σχέση με το μοντέλο του Σι Τζινπίνγκ, το οποίο απαιτεί ιδεολογική ευθυγράμμιση με το Κόμμα.
Νέοι περιορισμοί σε εκκλησίες, φιλανθρωπία και παιδιά
Μετά το 2018, η Κίνα προχώρησε σε νέο κύμα περιορισμών στη θρησκευτική ζωή. Οι νέοι κανονισμοί για τις θρησκευτικές υποθέσεις περιόρισαν τη διακίνηση θρησκευτικού υλικού, τις διαδικτυακές θρησκευτικές δραστηριότητες, τη διακονία προς παιδιά και τις καθολικές φιλανθρωπικές πρωτοβουλίες.
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στο κλείσιμο καθολικών ορφανοτροφείων και φιλανθρωπικών δομών. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, ιερέας απηύθυνε έκκληση στο Βατικανό να παρέμβει για να αποτραπεί το κλείσιμο ιστορικού ορφανοτροφείου στη μητρόπολη Zhaoxian, καθώς και άλλων δομών που είχαν μπει στο στόχαστρο μετά το 2018. Η έκκληση, όπως αναφέρεται, δεν έφερε αποτέλεσμα.
Οι θρησκευτικά προσανατολισμένες φιλανθρωπικές δραστηριότητες έχουν ουσιαστικά απαγορευθεί ή περιοριστεί δραστικά, καθώς οι κινεζικοί κανονισμοί δεν αναγνωρίζουν εύκολα νομικό καθεστώς σε οργανώσεις που συνδέουν κοινωνικό έργο με θρησκευτική αποστολή.
Ακόμη πιο κρίσιμο θεωρείται το ζήτημα των παιδιών. Σύμφωνα με την Human Rights Watch, εσωτερικά έγγραφα καλούν τους γονείς να μην «εμφυσούν θρησκευτικές ιδέες» στα παιδιά τους, ενώ τα σχολεία ενθαρρύνονται να καθοδηγούν τους μαθητές ώστε να αναφέρουν τέτοιες περιπτώσεις στις αρχές.
Για πολλούς Καθολικούς, αυτό αποτελεί απόπειρα διακοπής της διαγενεακής συνέχειας της πίστης. Με απλά λόγια, το καθεστώς δεν αρκείται στον έλεγχο των σημερινών πιστών. Θέλει να εμποδίσει τη μετάδοση της πίστης στην επόμενη γενιά.
Επιτήρηση, ιδεολογική εκπαίδευση και φόβος
Η έκθεση κάνει λόγο για αυξανόμενη επιτήρηση των καθολικών κοινοτήτων. Σε ορισμένες περιοχές, οι πιστοί φέρεται να υποχρεώνονται να δηλώνουν εκ των προτέρων την πρόθεσή τους να παρακολουθήσουν λειτουργία.
Η παρουσία καμερών και οι έλεγχοι στις επίσημες εκκλησίες αποθαρρύνουν πολλούς πιστούς από το να συμμετέχουν ανοιχτά στη λατρεία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, σύμφωνα με το δημοσίευμα, πιστοί φέρεται να οργανώνουν ακόμη και ψεύτικους γάμους, ώστε να μπορούν να συγκεντρωθούν και να προσευχηθούν μακριά από την επιτήρηση των κρατικών χώρων.
Παράλληλα, οι κληρικοί υποβάλλονται σε υποχρεωτική ιδεολογική εκπαίδευση. Ακαδημαϊκός που μίλησε στην Human Rights Watch χαρακτήρισε αυτή τη διαδικασία ως συντονισμένη προσπάθεια να μειωθεί η «ενέργεια» και η ανεξαρτησία των θρησκευτικών λειτουργών.
Κατηγορίες για σιωπή του Βατικανού
Το πιο ευαίσθητο σημείο του δημοσιεύματος αφορά τη στάση του Βατικανού. Σύμφωνα με το Bitter Winter, ούτε ο Πάπας Φραγκίσκος ούτε ο σημερινός Πάπας Λέων ΙΔ΄ έχουν ασκήσει δημόσια και ισχυρή πίεση απέναντι στο Πεκίνο για την επιδείνωση της κατάστασης των Καθολικών στην Κίνα.
Το άρθρο αναφέρει ότι δέκα επίσκοποι αναγνωρισμένοι από το Βατικανό έχουν τεθεί υπό παράνομη κράτηση ή έχουν υποστεί διώξεις, ενώ έξι ακόμη επίσκοποι πέθαναν τα τελευταία χρόνια υπό συνθήκες που προκαλούν ανησυχία. Άλλοι φέρονται να έχουν εξαφανιστεί.
Σύμφωνα με την Human Rights Watch, ορισμένοι υπόγειοι Καθολικοί αισθάνονται προδομένοι από το Βατικανό. Υπάρχει φόβος ότι, αφού δεν διορίζονται νέοι επίσκοποι για την υπόγεια Εκκλησία, οι κοινότητες αυτές μακροπρόθεσμα θα εξαφανιστούν.
Η σιωπηλή ή προσεκτική στάση της Αγίας Έδρας, κατά το δημοσίευμα, έχει ενθαρρύνει το Πεκίνο να αυξήσει την πίεση. Το μήνυμα που λαμβάνουν οι κινεζικές αρχές είναι ότι μπορούν να συνεχίσουν την πολιτική ελέγχου χωρίς σοβαρό διπλωματικό κόστος.
Δεν είναι μόνο οι Καθολικοί
Το Bitter Winter υπενθυμίζει ότι οι Καθολικοί δεν είναι η μόνη θρησκευτική κοινότητα που δέχεται πιέσεις στην Κίνα. Θιβετιανοί Βουδιστές, Μουσουλμάνοι και άλλες θρησκευτικές ομάδες έχουν υποστεί κατεδαφίσεις χώρων λατρείας, αναγκαστική ιδεολογική κατήχηση, φυλακίσεις και βασανιστήρια.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η διεθνής κοινότητα έχει χαρακτηρίσει τις πρακτικές αυτές ως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας ή ακόμη και γενοκτονία, ιδίως σε σχέση με τους Ουιγούρους και άλλες μουσουλμανικές κοινότητες της Σιντζιάνγκ.
Η καταστολή των Καθολικών, λοιπόν, εντάσσεται σε μια ευρύτερη πολιτική: καμία θρησκευτική ταυτότητα δεν επιτρέπεται να σταθεί πάνω από την πολιτική νομιμοφροσύνη προς το Κομμουνιστικό Κόμμα.
Παραβίαση διεθνών δικαιωμάτων
Η Human Rights Watch υπογραμμίζει ότι η καταστολή των Καθολικών στην Κίνα παραβιάζει βασικά διεθνή πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ιδιαίτερα το άρθρο 18 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κατοχυρώνει την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας.
Αντίστοιχα, το άρθρο 18 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να έχει, να υιοθετεί και να εκδηλώνει τη θρησκεία ή την πίστη του, ατομικά ή συλλογικά, δημόσια ή ιδιωτικά. Η Κίνα έχει υπογράψει το Σύμφωνο, αλλά δεν το έχει επικυρώσει.
Ο Uluyol καλεί την Αγία Έδρα και τις κυβερνήσεις που ενδιαφέρονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα να πιέσουν το Πεκίνο ώστε να σεβαστεί τη θρησκευτική ελευθερία όλων των Καθολικών, αλλά και όλων των θρησκευτικών κοινοτήτων στην Κίνα.
Το συμπέρασμα του δημοσιεύματος είναι ξεκάθαρο: πίσω από τη διπλωματική γλώσσα περί διαλόγου και συμφωνιών, η πραγματικότητα για τους Καθολικούς στην Κίνα παραμένει σκληρή. Όσοι δέχονται τον κρατικό έλεγχο μπορούν να λειτουργούν υπό περιορισμούς. Όσοι επιμένουν στην ανεξαρτησία της πίστης τους από το Κομμουνιστικό Κόμμα, αντιμετωπίζουν πίεση, παρακολούθηση, εκφοβισμό και αποκλεισμό.
Η συμφωνία του 2018 δεν έφερε πραγματική ελευθερία. Αντίθετα, σύμφωνα με την έκθεση, άφησε την υπόγεια Καθολική Εκκλησία πιο εκτεθειμένη απέναντι σε ένα κράτος που δεν ζητά απλώς νομιμότητα, αλλά πλήρη ιδεολογική υποταγή.