Οι απαιτήσεις των ΗΠΑ από Ελλάδα και ΝΑΤΟ – Το «καυτό» ερωτηματολόγιο που έφτασε στην Αθήνα
Σε φάση επανακαθορισμού των αμυντικών ισορροπιών εντός της Συμμαχίας φαίνεται να εισέρχεται το ΝΑΤΟ, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να ζητούν από τους Ευρωπαίους συμμάχους τους –μεταξύ αυτών και την Ελλάδα– σαφείς απαντήσεις για το πώς σκοπεύουν να ενισχύσουν την άμυνά τους σε μια περίοδο όπου η Ουάσινγκτον μειώνει σταδιακά το στρατιωτικό της αποτύπωμα στην Ευρώπη.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Βασίλη Νέδου στην “Καθημερινή“, το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας απέστειλε ερωτηματολόγιο έξι βασικών ερωτήσεων στις 31 πρωτεύουσες των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη και στον Καναδά. Το ίδιο έγγραφο έχει φτάσει και στην Αθήνα, όπου βρίσκεται υπό επεξεργασία προκειμένου να διαμορφωθούν αναλυτικά οι ελληνικές θέσεις, με ορισμένα ζητήματα να θεωρούνται σχετικά εύκολα στη διαχείριση και άλλα να δημιουργούν σαφείς προβληματισμούς.
Στόχος το 5% των αμυντικών δαπανών
Κεντρικό σημείο των αμερικανικών ερωτημάτων αποτελεί ο τρόπος με τον οποίο οι σύμμαχοι σκοπεύουν να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες τους στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035, στόχος που αποφασίστηκε στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στη Χάγη.
Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη μεταξύ των χωρών με τις υψηλότερες αμυντικές δαπάνες, που ξεπερνούν το 3% του ΑΕΠ, ενώ έχει καταρτίσει πολυετή εξοπλιστικό σχεδιασμό έως το 2036. Στο πλαίσιο αυτό προβλέπεται η διάθεση περίπου 28 δισ. ευρώ για την αγορά νέων οπλικών συστημάτων και τον εκσυγχρονισμό υφιστάμενων μέσων.
Ωστόσο, οι ΗΠΑ φέρονται να ασκούν έμμεση πίεση για περαιτέρω αύξηση κονδυλίων, αλλά και για προμήθεια αμερικανικών συστημάτων, στο πλαίσιο και πρωτοβουλιών όπως ο κατάλογος PURL, που αφορά την προτεραιοποίηση εξοπλιστικών αναγκών της Ουκρανίας μέσω αγοράς αμερικανικού υλικού.
Το μεγάλο πρόβλημα: Στελέχωση των Ενόπλων Δυνάμεων
Πιο σύνθετες θεωρούνται οι απαντήσεις που σχετίζονται με την επάρκεια προσωπικού. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει ελλείψεις και στους τρεις κλάδους των Ενόπλων Δυνάμεων, με τον Στρατό Ξηράς να παρουσιάζει τα μεγαλύτερα προβλήματα, ενώ πιέσεις καταγράφονται και στο Πολεμικό Ναυτικό και, πλέον, ακόμη και στην Πολεμική Αεροπορία.
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, καθώς σε ολόκληρη τη Συμμαχία βρίσκονται σε εξέλιξη καμπάνιες προσέλκυσης νέου προσωπικού, καθώς η στρατιωτική σταδιοδρομία έχει χάσει την ελκυστικότητά της σε πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες.
Το νέο μοντέλο δυνάμεων του ΝΑΤΟ
Ένα ακόμη κρίσιμο ερώτημα αφορά τη συμμετοχή των κρατών στο NATO Force Model, το νέο πρότυπο ανάπτυξης δυνάμεων που αντικατέστησε το προηγούμενο μετά την εμπειρία του πολέμου στην Ουκρανία.
Το μοντέλο αυτό προβλέπει τη δημιουργία δυνάμεων που συμμετέχουν σε μεγάλες ασκήσεις σε περίοδο ειρήνης και μετατρέπονται σε δυνάμεις ταχείας αντίδρασης σε περίπτωση σύγκρουσης. Η Ελλάδα συμμετέχει σε μεγάλες ασκήσεις της Συμμαχίας, ωστόσο όχι πάντα με μάχιμες μονάδες, αλλά συχνά με επιτελικά στελέχη.
Παράλληλα, η Συμμαχία ζητεί σαφείς δεσμεύσεις για συμμετοχή σε αποστολές, όπως η εναέρια επιτήρηση γειτονικών χωρών, θαλάσσιες επιχειρήσεις και επιχειρήσεις Ειδικών Δυνάμεων, ενώ το ουκρανικό προηγούμενο αναδεικνύει τη σημασία της ταχείας μετακίνησης μεγάλων στρατιωτικών σχηματισμών.
Το «αγκάθι» της αμυντικής βιομηχανίας
Στο ερωτηματολόγιο περιλαμβάνεται και ζήτημα που αγγίζει άμεσα την ελληνική αμυντική βιομηχανία. Οι ΗΠΑ ζητούν να γνωρίζουν πώς κάθε χώρα σκοπεύει να ενισχύσει την παραγωγική της βάση και κατά πόσο αυτή θα είναι προσβάσιμη σε συμμάχους εντός του ΝΑΤΟ.
Για την Ελλάδα, το θέμα θεωρείται ιδιαίτερα ευαίσθητο. Από τη μία πλευρά, η εγχώρια αμυντική βιομηχανία βρίσκεται ακόμη σε διαδικασία ανασυγκρότησης. Από την άλλη, η πιθανότητα πλήρους πρόσβασης όλων των συμμάχων –συμπεριλαμβανομένης της Τουρκίας– αποτελεί ζήτημα με προφανείς γεωπολιτικές και στρατηγικές προεκτάσεις.
Νέα ισορροπία ευθυνών στη Συμμαχία
Το αμερικανικό ερωτηματολόγιο αποτυπώνει τη σταδιακή μετατόπιση ευθυνών προς τις ευρωπαϊκές χώρες, σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων απειλών και αναθεώρησης των επιχειρησιακών δογμάτων του ΝΑΤΟ. Για την Αθήνα, η απάντηση στις απαιτήσεις της Ουάσινγκτον συνδέεται όχι μόνο με τις οικονομικές δυνατότητες, αλλά και με κρίσιμες στρατηγικές επιλογές που επηρεάζουν τη θέση της χώρας στο νέο αμυντικό τοπίο της Συμμαχίας.