Σοβαρά πλήγματα στη στρατηγική της Τουρκίας και στο νεοοθωμανικό αφήγημα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν καταγράφει άρθρο γνώμης του Jonathan Adir στην εφημερίδα Yedioth Ahronoth, υποστηρίζοντας ότι μέσα σε λίγες ημέρες κατέρρευσε το οικοδόμημα που η Άγκυρα οικοδομούσε για περισσότερο από έναν χρόνο προκειμένου να εμφανιστεί ως ηγετική δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου.
Σύμφωνα με την ανάλυση, ο Τούρκος πρόεδρος επιδίωκε να παρουσιάσει μια εικόνα δυναμικής ανόδου της Τουρκίας στην περιφερειακή και διεθνή σκηνή, στηριζόμενος σε πέντε βασικούς στρατηγικούς πυλώνες που, μέχρι πρόσφατα, προβάλλονταν ως ισχυρά πλεονεκτήματα της Άγκυρας.
Οι πέντε πυλώνες της τουρκικής στρατηγικής
Το νεοοθωμανικό αφήγημα της τουρκικής ηγεσίας βασιζόταν, σύμφωνα με το άρθρο, σε συγκεκριμένες εξελίξεις:
-
Την υποτιθέμενη εξουδετέρωση της κουρδικής εξέγερσης και την υποχώρηση του PKK.
-
Την άνοδο ισλαμιστικών δυνάμεων στη Συρία, με πρότυπο την τουρκική επιρροή που είχε προηγουμένως αναπτυχθεί σε Λιβύη και Σομαλία.
-
Ενεργειακές προοπτικές στη Σομαλία, όπου πιθανά κοιτάσματα υδρογονανθράκων εκτιμώνται σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια.
-
Την ενίσχυση της φήμης της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, κυρίως μέσω των drones.
-
Τη στενή σχέση με τον Λευκό Οίκο, την οποία η Άγκυρα παρουσίαζε ως στρατηγικό άξονα συνεργασίας.
Με βάση αυτούς τους πυλώνες, ο Ερντογάν φιλοδοξούσε να αναδειχθεί σε πολιτικό ηγέτη ολόκληρου του μουσουλμανικού κόσμου, έναν ρόλο που στο άρθρο περιγράφεται ως «η φιλοδοξία ενός σύγχρονου σουλτάνου».
Διπλωματική απομόνωση
Το πρώτο μεγάλο πλήγμα, σύμφωνα με τον αρθρογράφο, εμφανίστηκε στο διπλωματικό πεδίο. Παρά τις δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν ότι «τίποτα δεν συμβαίνει στην περιοχή χωρίς την Τουρκία», η στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν πραγματοποιήθηκε με πλήρη μυστικότητα από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, χωρίς ενημέρωση ή συμμετοχή της Άγκυρας.
Η απουσία της Τουρκίας από τον σχεδιασμό θεωρείται στο άρθρο δημόσια διπλωματική ταπείνωση, καθώς ανέδειξε –όπως σημειώνεται– τα περιορισμένα περιθώρια επιρροής της Άγκυρας στον δυτικό στρατηγικό άξονα.
Ταυτόχρονα, η προσπάθεια της Τουρκίας να συγκροτήσει ενιαίο αραβικό μέτωπο δεν ευοδώθηκε, καθώς χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα προτίμησαν τη συνεργασία στο πλαίσιο του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου και διακριτικές επαφές με το Ισραήλ.
Πλήγμα στην εικόνα της τουρκικής στρατιωτικής ισχύος
Στο στρατιωτικό επίπεδο, το άρθρο υποστηρίζει ότι η εικόνα τεχνολογικής υπεροχής της Τουρκίας υπέστη σοβαρό πλήγμα.
Οι δυνατότητες κυβερνοπολέμου, ηλεκτρονικού πολέμου και ακριβών πλήγματων που παρουσίασε το Ισραήλ σε επιχειρήσεις στην περιοχή κατέδειξαν, κατά την ανάλυση, ότι τα τουρκικά drones –όπως αυτά της εταιρείας Baykar– δεν αποτελούν πλέον το τεχνολογικό πλεονέκτημα που προβαλλόταν.
Η παραδοχή του ίδιου του Χακάν Φιντάν ότι χωρίς κυριαρχία στο διάστημα και στον κυβερνοχώρο δεν μπορεί να υπάρξει στρατιωτική υπεροχή στο σύγχρονο πεδίο μάχης θεωρείται, στο άρθρο, ένδειξη τεχνολογικής υστέρησης.
Οικονομικές πιέσεις
Παράλληλα, η Τουρκία αντιμετωπίζει σημαντικές οικονομικές πιέσεις. Ο πληθωρισμός που έφθασε το 31,5% στις αρχές του 2026 συνεχίζει να διαβρώνει την αγοραστική δύναμη των πολιτών, ενώ η τουρκική λίρα παραμένει υπό πίεση.
Επιπλέον, η αποχώρηση του κρατικού επενδυτικού ταμείου της Νορβηγίας από τουρκικές τράπεζες, λόγω ανησυχιών για τη ρυθμιστική σταθερότητα και τη διαφθορά, έστειλε αρνητικό μήνυμα στις διεθνείς αγορές.
Το «κουρδικό ζήτημα» επιστρέφει
Ιδιαίτερα κρίσιμο στοιχείο για την Τουρκία είναι, σύμφωνα με το άρθρο, η αναζωπύρωση των κουρδικών φιλοδοξιών για αυτονομία ή ανεξαρτησία.
Η αποδυνάμωση της ιρανικής επιρροής σε περιοχές του Ιράκ και της Συρίας δημιουργεί νέο γεωπολιτικό κενό, το οποίο θα μπορούσε να ενισχύσει το κουρδικό στοιχείο. Για την Άγκυρα, ένα ισχυρό κουρδικό κράτος που θα διατηρεί στενές σχέσεις με τη Δύση θεωρείται στρατηγική απειλή για την εδαφική ακεραιότητα της Τουρκίας.
Πολιτικές πιέσεις στο εσωτερικό
Το άρθρο επισημαίνει επίσης ότι η Τουρκία εισέρχεται σταδιακά σε προεκλογική περίοδο, με τις κρίσιμες εκλογές του 2028 να πλησιάζουν.
Στο εσωτερικό της εξουσίας ήδη συζητούνται πιθανοί διάδοχοι του Ερντογάν, μεταξύ των οποίων ο υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, ο επικεφαλής της αμυντικής βιομηχανίας Σελτσούκ Μπαϊρακτάρ –γαμπρός του Τούρκου προέδρου– και ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας Ιμπραήμ Καλίν.
Παράλληλα, ο ίδιος ο Ερντογάν φέρεται να προωθεί τον γιο του Μπιλάλ ως πιθανό διάδοχο, γεγονός που δημιουργεί εσωτερικές τριβές.
Νέα γεωπολιτική πραγματικότητα
Κατά τον αρθρογράφο, οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών αναγκάζουν την Τουρκία να επανεξετάσει τη στρατηγική της. Την ίδια στιγμή, για το Ισραήλ ανοίγεται –όπως εκτιμά– ένα παράθυρο ευκαιρίας για τη διαμόρφωση μιας νέας περιφερειακής ισορροπίας, όπου η Άγκυρα δεν θα αποτελεί πλέον καθοριστικό παράγοντα.
Το άρθρο καταλήγει με την εκτίμηση ότι, όπως η 7η Οκτωβρίου αποτέλεσε σημείο καμπής για το Ισραήλ, έτσι και για τον Ερντογάν η σημερινή κρίση λειτουργεί ως δοκιμασία που αποκάλυψε τις αδυναμίες του νεοοθωμανικού του οράματος.
Παρά τις εντάσεις, εκφράζεται η ελπίδα ότι Ισραήλ και Τουρκία θα μπορούσαν στο μέλλον να επιστρέψουν σε μια περίοδο στρατηγικής συνεργασίας, όπως εκείνη που χαρακτήριζε τις σχέσεις τους μέχρι το 2009.