
Η απόφαση του Αρείου Πάγου για τα δάνεια του νόμου Κατσέλη, η οποία αλλάζει τον τρόπο υπολογισμού των τόκων, έφερε «πονοκέφαλο» στην κυβέρνηση και προβληματισμό στους επενδυτές. Το γεγονός ότι οι τόκοι θα επιβάλλονται επί της μηνιαίας δόσης και όχι στο σύνολο της οφειλής μπορεί να αποτελεί σημαντική ανάσα για περίπου 350.000 ευάλωτους δανειολήπτες, δημιουργεί ταυτόχρονα ένα νέο και σύνθετο δημοσιονομικό πονοκέφαλο για το οικονομικό επιτελείο, αλλά και αβεβαιότητα στις αγορές.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς, η επιβάρυνση στο δημόσιο χρέος από τις εγγυήσεις του Ελληνικού Δημοσίου για τα συγκεκριμένα δάνεια εκτιμάται ότι ξεπερνά το 1 δισ. ευρώ. Το ποσό προκύπτει από την οικονομοτεχνική μελέτη που πραγματοποίησε η KPMG, η οποία αποτίμησε την οικονομική ζημιά για τα τιτλοποιημένα δάνεια που έχουν ήδη ενταχθεί στο πρόγραμμα «Ηρακλής». Η αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού των τόκων μειώνει τις ανακτήσεις των servicers και αυξάνει την πιθανότητα ενεργοποίησης των κρατικών εγγυήσεων στα senior ομόλογα.
Το δημοσιονομικό ρίσκο γίνεται ακόμη μεγαλύτερο σε περίπτωση που ενταχθούν στο ίδιο πλαίσιο και άλλες κατηγορίες δανείων, όπως μη πωληθέντα στεγαστικά που παραμένουν στους ισολογισμούς των τραπεζών ή δάνεια που έχουν υπαχθεί στον νόμο 3869/2010 και σχεδιάζεται να τιτλοποιηθούν μέσω του «Ηρακλή». Σε αυτό το σενάριο, οι απώλειες για το Δημόσιο θα διευρυνθούν, συμπαρασύροντας προς τα πάνω και το δημόσιο χρέος.
Ήδη για το 2026 το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης προβλέπεται να διαμορφωθεί στα 359,3 δισ. ευρώ ή στο 138,2% του ΑΕΠ. Με την επιβάρυνση από τα senior δάνεια του νόμου Κατσέλη – δηλαδή το «ασφαλές» τμήμα των τιτλοποιήσεων που έχει εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο και πληρώνεται κατά προτεραιότητα – εκτιμάται ότι θα αυξηθεί περίπου στα 360,3 δισ. ευρώ, την ώρα που το 2025 είχε ανέλθει στα 362,8 δισ. ευρώ ή 145,9% του ΑΕΠ.
Στο οικονομικό επιτελείο επιχειρούν να χτίσουν «γραμμή άμυνας», κρατώντας ως «όπλο» τις «ρήτρες εξαιρετικών περιστάσεων» που προβλέπει το πρόγραμμα «Ηρακλής». Οι ρήτρες αυτές δίνουν τη δυνατότητα οι κρατικές εγγυήσεις να μην καταπέσουν άμεσα υπό ειδικές συνθήκες, αλλά να παραταθούν οι προθεσμίες πληρωμής προς τους επενδυτές των τιτλοποιήσεων, περιορίζοντας έτσι την άμεση δημοσιονομική πίεση. Η εφαρμογή ενός τέτοιου μηχανισμού προϋποθέτει πολιτική απόφαση του υπουργού Εθνικής Οικονομίας Κυριάκου Πιερρακάκη, ενώ καθοριστικό θα είναι και το ακριβές σκεπτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου, η οποία θα καθαρογραφεί το επόμενο διάστημα και θα καθορίσει τις τελικές κινήσεις του υπουργείου.
Σε κάθε περίπτωση, η κάλυψη των πιθανών αναγκών θα προέλθει από τα ταμειακά διαθέσιμα του Δημοσίου που τηρούνται στην Τράπεζα της Ελλάδος, τα οποία, σε συνδυασμό με τα κεφάλαια που άντλησε ο ΟΔΔΗΧ από την πρόσφατη έκδοση 10ετούς ομολόγου, υπερβαίνουν τα 44 δισ. ευρώ, λειτουργώντας ως «δίχτυ ασφαλείας».
Πέρα όμως από τα δημοσιονομικά, η απόφαση αναμένεται να αλλάξει συνολικά το τοπίο στις ρυθμίσεις οφειλών, επηρεάζοντας τη στρατηγική τραπεζών και funds και ανοίγοντας τον δρόμο για ευνοϊκότερη μεταχείριση και άλλων ευάλωτων δανειοληπτών, όπως αυτών που προσφεύγουν στον εξωδικαστικό μηχανισμό.
Το θέμα εξετάστηκε σε έκτακτη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας υπό τον Κυριάκο Πιερρακάκη. Παρόντες ήταν ο υφυπουργός Θάνος Πετραλιάς, η επικεφαλής της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους Θεώνη Αλαμπάση, και ο γενικός διευθυντής του ΟΔΔΗΧ Δημήτρης Τσάκωνας.
Ωστόσο, ιδιαίτερη βαρύτητα είχε η παρουσία του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, ο οποίος, παρακολούθησε στενά τις συζητήσεις, σηματοδοτώντας τη σοβαρότητα των επιπτώσεων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τη συνολική εικόνα της χώρας στις αγορές, καθώς οι όποιες αποφάσεις πρέπει να διασφαλίζουν την αξιοπιστία του ελληνικού αξιόχρεου
makeleio