breaking newsΔιεθνή

Ναχιτσεβάν: Η ιστορία μιας αρμενικής περιοχής που άλλαξε τον χάρτη του Καυκάσου

Από τον Αρντασές Γιαγουπιάν

Το Ναχιτσεβάν είναι μια περιοχή του Νοτίου Καυκάσου που σήμερα αποτελεί αυτόνομη δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν, αν και είναι γεωγραφικά αποκομμένη από το υπόλοιπο κράτος. Συνορεύει με την Αρμενία, το Ιράν και διαθέτει ένα μικρό σύνορο με την Τουρκία.

Η ιστορία της περιοχής είναι μακρά και σύνθετη και για πολλούς αιώνες συνδεόταν στενά με τον αρμενικό κόσμο. Στην αρχαιότητα αποτελούσε μέρος του βασιλείου της Μεγάλης Αρμενίας και αναφερόταν στις αρμενικές πηγές ως Ναχιτσεβάν. Η αρμενική παράδοση συνδέει μάλιστα το όνομα της περιοχής με τον βιβλικό Νώε, καθώς σύμφωνα με την παράδοση μετά τον κατακλυσμό εγκαταστάθηκε κοντά στο Βουνό Αραράτ και το όνομα ερμηνεύεται συχνά ως «τόπος της πρώτης αποβίβασης» (Nakh-ijevan).

Κατά την αρχαιότητα και τον πρώιμο μεσαίωνα η περιοχή κατοικούνταν κυρίως από Αρμένιους και αποτελούσε σημαντικό κέντρο αρμενικής εκκλησιαστικής και εμπορικής ζωής. Μετά τον 7ο αιώνα το Ναχιτσεβάν πέρασε διαδοχικά στην κυριαρχία διαφόρων αυτοκρατοριών, αρχικά του Αραβικού Χαλιφάτου, αργότερα των Σελτζούκων και στη συνέχεια των Μογγόλων και της περσικής δυναστείας των Σαφαβιδών. Παρά τις πολιτικές αλλαγές, ο αρμενικός πληθυσμός παρέμεινε ισχυρός για πολλούς αιώνες και σημαντικό κέντρο της περιοχής ήταν η πόλη Τζούλφα (Julfa), γνωστή για το εμπόριό της και για το τεράστιο νεκροταφείο με χιλιάδες αρμενικές Σταυρόπετρες (khachkars).

Η δημογραφική ισορροπία άλλαξε δραματικά το 1604, όταν ο Σάχης Αμπάς ο Α’ ο Μέγας της Περσίας, στο πλαίσιο του πολέμου με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, διέταξε τη μαζική εκτόπιση δεκάδων χιλιάδων Αρμενίων από την περιοχή προς το εσωτερικό της Περσίας. Πολλοί από αυτούς εγκαταστάθηκαν στην αρμενική συνοικία Νέα Τζούλφα (New Julfa) στο Ισπαχάν, η οποία εξελίχθηκε σε σημαντικό εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο της αρμενικής διασποράς. Στις αρχές του 19ου αιώνα το Ναχιτσεβάν πέρασε από την περσική κυριαρχία στη Ρωσική Αυτοκρατορία μετά τον ρωσοπερσικό πόλεμο και τη συνθήκη Συνθήκη του Τουρκμεντσάι του 1828. Κατά τη ρωσική περίοδο αρκετοί Αρμένιοι επέστρεψαν από την Περσία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, όμως η περιοχή είχε ήδη μετατραπεί σε εθνοτικά μικτή.

Μετά την κατάρρευση της Ρωσικής Αυτοκρατορίας το 1917 το Ναχιτσεβάν έγινε αντικείμενο σύγκρουσης μεταξύ της Αρμενίας και του νεοσύστατου Αζερμπαϊτζάν και η εξουσία στην περιοχή άλλαξε αρκετές φορές μέσα σε λίγα χρόνια. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 ξέσπασε στην περιοχή του όρους Αραράτ κουρδική εξέγερση εναντίον των τουρκικών αρχών, γνωστή ως εξέγερση του Αραράτ (ή εξέγερση του Αγρί). Οι αντάρτες χρησιμοποιούσαν την ανατολική πλαγιά του Μικρού Αραράτ, η οποία τότε βρισκόταν στο έδαφος του Ιράν, ως καταφύγιο και βάση επιθέσεων. Για να καταστείλει πλήρως την εξέγερση, η Τουρκία επιδίωξε να αποκτήσει έλεγχο ολόκληρης της περιοχής του Αραράτ.

Η δημιουργία του θύλακα του Ναχιτσεβάν οφείλεται κυρίως στις σοβιετοτουρκικές διευθετήσεις της περιόδου 1920–1921 και ιδιαίτερα στη Συνθήκη της Μόσχας (1921) και στη Συνθήκη του Καρς. Μετά τη σοβιετοποίηση της περιοχής το 1920, η Σοβιετική Ρωσία και η κεμαλική Τουρκία κατέληξαν σε συμφωνία σύμφωνα με την οποία το Ναχιτσεβάν δεν θα ενσωματωνόταν στην Αρμενία αλλά θα αποτελούσε αυτόνομη περιοχή υπό την προστασία του Αζερμπαϊτζάν, με τη ρητή προϋπόθεση ότι δεν θα μπορούσε να παραχωρηθεί σε τρίτο κράτος. Η Άγκυρα επέμεινε ιδιαίτερα σε αυτή τη ρύθμιση, καθώς επιδίωκε αφενός να αποτρέψει τη δημιουργία ενός συνεχούς αρμενικού εδάφους που θα θα έφθανε έως τα σύνορα της Τουρκίας και αφετέρου να διατηρήσει γεωπολιτική επιρροή στον Νότιο Καύκασο μέσω του Αζερμπαϊτζάν. Ως αποτέλεσμα, το Ναχιτσεβάν κατέληξε να ανήκει στο Αζερμπαϊτζάν χωρίς όμως να έχει εδαφική συνέχεια με αυτό, αποτελώντας έναν θύλακα που συνορεύει μόνο με την Αρμενία, το Ιράν και την Τουρκία.

Ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ επιδίωκε επίσης να δημιουργήσει χερσαία σύνδεση της Τουρκίας με το Ναχιτσεβάν, καθώς αυτό θεωρούνταν μέσο ενίσχυσης της τουρκικής επιρροής στην περιοχή και διασφάλισης δεσμών με τον τουρκικό κόσμο. Η σύνδεση αυτή επιτεύχθηκε τελικά με τη Συνθήκη της Τεχεράνης (1932), μια διμερή συμφωνία μεταξύ του Ιραν και της Τουρκίας για τη ρύθμιση των συνόρων τους και την ανταλλαγή ορισμένων εδαφών. Στόχος της συμφωνίας ήταν η οριστική διευθέτηση συνοριακών διαφορών που είχαν παραμείνει ασαφείς μετά τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη δημιουργία της σύγχρονης Τουρκίας. Στο πλαίσιο αυτής της συμφωνίας, το Ιράν αποδέχθηκε να παραχωρήσει στην Τουρκία τις στρατηγικής σημασίας πλαγιές του Μικρού Αραράτ καθώς και έναν στενό διάδρομο γης κατά μήκος του ποταμού Καρασού, παραπόταμου του Αράξη. Ο διάδρομος αυτός δημιούργησε την άμεση χερσαία σύνδεση της Τουρκίας με το Ναχιτσεβάν. Σε αντάλλαγμα, η Τουρκία παραχώρησε στο Ιράν εδάφη στην περιοχή του Κοτούρ στην επαρχία Βαν, καθώς και μια περιοχή κοντά στο Μπατζίργκε, περιοχές που η Περσία διεκδικούσε επί μακρόν. Η ανταλλαγή αυτή είχε σχετικά μικρή εδαφική κλίμακα, όμως οδήγησε σε αναχάραξη τμήματος των συνόρων στην περιοχή του Αραράτ και είχε σημαντικές γεωπολιτικές συνέπειες.

Μετά την εφαρμογή της συνθήκης, η Τουρκία απέκτησε ένα μικρό αλλά κρίσιμο σύνορο περίπου 10 έως 13 χιλιομέτρων με το Ναχιτσεβάν, ενώ το Ιράν έλαβε τα εδαφικά ανταλλάγματα στην περιοχή Κοτούρ κοντά στα σημερινά σύνορα των δύο χωρών. Παράλληλα, ολόκληρη η περιοχή του Μικρού Αραράτ πέρασε οριστικά υπό τουρκικό έλεγχο. Ο λεγόμενος διάδρομος Καρασού αποτελεί μέχρι σήμερα μια στενή λωρίδα γης που βρίσκεται νότια του Αραράτ και κοντά στο Μικρό Αραράτ, ακολουθώντας την κοίτη του ποταμού Καρασού, και το μήκος του συνόρου κυμαίνεται περίπου μεταξύ 10 και 17 χιλιομέτρων, ανάλογα με τον τρόπο μέτρησης. Πριν από το 1932 η Τουρκία δεν είχε άμεσο σύνορο με το Ναχιτσεβάν, ενώ η ανατολική πλευρά του Μικρού Αραράτ και μέρος της περιοχής ανήκαν στο Ιράν. Με τη νέα συνοριακή γραμμή το Ιράν παραχώρησε τον στενό αυτό διάδρομο και η Τουρκία απέκτησε άμεση επαφή με το Ναχιτσεβάν, δημιουργώντας έτσι τη μοναδική χερσαία σύνδεσή της με τον θύλακα του Αζερμπαϊτζάν.

Η σημασία αυτής της μικρής αλλαγής αποδείχθηκε πολύ μεγαλύτερη από το μέγεθος των εδαφών που ανταλλάχθηκαν, καθώς το νέο σύνορο επέτρεψε την άμεση γεωγραφική σύνδεση Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν μέσω του Ναχιτσεβάν και ενίσχυσε τη δυνατότητα της Άγκυρας να διατηρεί στρατηγική παρουσία στον Νότιο Καύκασο. Μέχρι σήμερα αυτή η μικρή συνοριακή γραμμή θεωρείται κρίσιμη για τον άξονα Τουρκίας–Αζερμπαϊτζάν και συνδέεται συχνά με συζητήσεις για ευρύτερες γεωπολιτικές και μεταφορικές διαδρομές στον χώρο του λεγόμενου Παντουρανικού οράματος. Με άλλα λόγια, μια λωρίδα γης λίγων χιλιομέτρων που δημιουργήθηκε με τη συνθήκη του 1932 διαμόρφωσε τη γεωπολιτική σύνδεση Τουρκίας και Αζερμπαϊτζάν για σχεδόν έναν αιώνα. Κατά τη σοβιετική περίοδο(ΕΣΣΔ) και ιδιαίτερα μετά το 1988 οι τελευταίοι Αρμένιοι εγκατέλειψαν την περιοχή του Ναχιτσεβάν και μεγάλο μέρος της αρμενικής πολιτιστικής κληρονομιάς καταστράφηκε, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την πλήρη ισοπέδωση του νεκροταφείου Σταυρόπετρων της Τζούλφα μεταξύ 1998 και 2005, γεγονός που πολλοί ιστορικοί θεωρούν τη μεγαλύτερη καταστροφή αρμενικής πολιτιστικής κληρονομιάς του 21ου αιώνα, ενώ σήμερα το Ναχιτσεβάν, έχει περίπου 450.000 κατοίκους σχεδόν αποκλειστικά αζερικής καταγωγής,

Ο θύλακας του Ναχιτσεβάν δεν αποτελεί «φυσικό» γεωγραφικό αποτέλεσμα, αλλά πολιτική κατασκευή της σοβιετοτουρκικής διπλωματίας του 1921, η οποία σχεδιάστηκε ώστε να περιορίσει την Αρμενία και να διασφαλίσει στρατηγική παρουσία της Τουρκίας στον Καύκασο. Το Ναχιτσεβάν αποτελεί επίσης έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους το Αζερμπαϊτζάν πιέζει σήμερα για τη δημιουργία του λεγόμενου «διαδρόμου Ζανγκεζούρ» μέσα από τη νότια Αρμενία, ο οποίος θα συνέδεε απευθείας το Αζερμπαϊτζάν με το Ναχιτσεβάν και στη συνέχεια με την Τουρκία, μεταβάλλοντας σημαντικά τη γεωπολιτική ισορροπία στον Νότιο Καύκασο.

Back to top button