Η νέα γεωοικονομική πραγματικότητα που διαμορφώνεται μέσα από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, τις αναταράξεις στο πετρέλαιο και τη μάχη για τον έλεγχο των παγκόσμιων ροών βρέθηκε στο επίκεντρο της παρέμβασης του Γιώργου Αδαλή στην εκπομπή Review με την Ιρένα Αργύρη, στην τηλεόραση της Ναυτεμπορικής.
Ο έμπειρος αναλυτής επιχείρησε να βάλει στο τραπέζι μια διαφορετική ανάγνωση των εξελίξεων, ξεκαθαρίζοντας από την αρχή ότι η προσέγγισή του στηρίζεται στον «οικονομικό ρεαλισμό» και όχι στις επιφανειακές γεωπολιτικές αναγνώσεις που, όπως υποστήριξε, συχνά αντιστρέφουν την πραγματική σειρά των πραγμάτων. Κατά τον ίδιο, το κρίσιμο δεν είναι να ξεκινά κανείς από τα γεωπολιτικά σενάρια και να προσπαθεί μετά να μαντέψει την πορεία της οικονομίας, αλλά να παρακολουθεί πρώτα τις πραγματικές χρηματοοικονομικές και εμπορικές ροές και στη συνέχεια να διαβάζει πώς αυτές επηρεάζονται από τη γεωπολιτική.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Γιώργος Αδαλής στάθηκε ιδιαίτερα στην, κατά τη γνώμη του, εσφαλμένη και επικίνδυνη σύγκριση της σημερινής κρίσης με εκείνη του 1973. Όπως εξήγησε, πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές εποχές, με διαφορετικό πληθυσμιακό, ενεργειακό και γεωοικονομικό περιβάλλον. Υπενθύμισε ότι στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ο παγκόσμιος πληθυσμός ήταν περίπου 3,7 δισεκατομμύρια, ενώ σήμερα ξεπερνά τα 8 δισεκατομμύρια, γεγονός που αλλάζει συνολικά το μέγεθος της κατανάλωσης, της ζήτησης και της εξάρτησης από τις ροές ενέργειας. Την ίδια ώρα, σημείωσε ότι τότε ο ΟΠΕΚ ήταν ο καθοριστικός ρυθμιστής της αγοράς, ενώ σήμερα ο ρόλος αυτός έχει μετατοπιστεί σε σημαντικό βαθμό προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες από περιφερειακός παίκτης εξελίχθηκαν σε κορυφαίο παραγωγό και εξαγωγέα πετρελαίου.
Ιδιαίτερο βάρος έδωσε και στις αλλαγές του ενεργειακού μείγματος. Όπως υποστήριξε, η σημερινή εποχή δεν έχει σχέση με την εποχή των πετρελαϊκών σοκ του 20ού αιώνα, καθώς πλέον στο ενεργειακό σύστημα έχουν ενταχθεί ανανεώσιμες πηγές, νέες τεχνολογίες, αλλά και η αναγέννηση της πυρηνικής ενέργειας. Υπό αυτή τη συνθήκη, το πετρέλαιο δεν λειτουργεί πλέον μόνο ως καύσιμο, αλλά ως στοιχείο ενός ευρύτερου μηχανισμού γεωπολιτικής και γεωοικονομικής ισχύος.
Στη συνέχεια της ανάλυσής του, ο Αδαλής επιχείρησε να δώσει το ευρύτερο πλαίσιο της τρέχουσας σύγκρουσης, συνδέοντάς την με τις Συμφωνίες του Αβραάμ και τη στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με την προσέγγισή του, ο Τραμπ είχε επενδύσει πολιτικά και στρατηγικά σε μια νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική, η οποία θα ένωνε το Ισραήλ με αραβικές χώρες χωρίς να έχει προηγηθεί λύση του Παλαιστινιακού. Ο αναλυτής εκτίμησε ότι η επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023 και όσα ακολούθησαν λειτούργησαν ως χτύπημα πάνω σε αυτή ακριβώς τη στρατηγική, με αποτέλεσμα σήμερα η Ουάσινγκτον να επιδιώκει την επαναφορά των Συμφωνιών του Αβραάμ σε πιο σκληρό και ακραίο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Κατά τον ίδιο, η επιδίωξη αυτή δεν συνδέεται απαραίτητα με τη διάλυση του Ιράν ως κράτους, αλλά με την προσπάθεια να εξαναγκαστεί η Τεχεράνη σε μια νέα αποδοχή συσχετισμών, ώστε να καθίσει στο τραπέζι ως ηττημένος παίκτης σε μια νέα εκδοχή της περιφερειακής τάξης πραγμάτων. Ο Αδαλής τόνισε ότι αυτή είναι η λογική που, κατά την εκτίμησή του, καθοδηγεί το μυαλό του Τραμπ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το σχέδιο είναι εύκολο ή βέβαιο πως θα επιτύχει.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η τοποθέτησή του για το Στενό του Ορμούζ, το πετρέλαιο και τον ρόλο του δολαρίου. Ο Γιώργος Αδαλής ξεκαθάρισε ότι το Ιράν δεν έχει μηδενίσει τις εξαγωγές του, αλλά έχει υποστεί σημαντικές απώλειες, ειδικά στο αργό πετρέλαιο, τις οποίες υπολόγισε από 20% έως και 40% σε ορισμένες περιόδους από την έναρξη του πολέμου. Παράλληλα, εξήγησε ότι η συζήτηση περί αποδολαριοποίησης και μετάβασης του εμπορίου πετρελαίου σε γιουάν έχει υπερβολές και συχνά πολιτική φόρτιση, χωρίς να πατά πάντοτε πάνω στα σκληρά δεδομένα της αγοράς.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, όταν ξέσπασε ο πόλεμος, πολλοί εκτιμούσαν ότι ο χρυσός και το ασήμι θα απογειώνονταν ως παραδοσιακά «ασφαλή καταφύγια». Εκείνος, όμως, υποστήριξε ότι οι αγορές σε συνθήκες πραγματικής κρίσης δεν αναζητούν απλώς ασφάλεια, αλλά πρωτίστως ρευστότητα. Και αυτήν τη ρευστότητα, όπως είπε, την προσφέρει ακόμη το δολάριο. Γι’ αυτό και, αντί να υπάρξει φυγή από το αμερικανικό νόμισμα, σημειώθηκε επιστροφή σε αυτό, με τον ίδιο να υπογραμμίζει ότι το δολάριο θα παραμείνει για πολλά χρόνια ακόμη το βασικό αποθεματικό νόμισμα του διεθνούς συστήματος.
Σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία της τοποθέτησής του, συνέκρινε την τρέχουσα συγκυρία με τον Απρίλιο του 2020, όταν το αμερικανικό αργό είχε περάσει για πρώτη φορά στην ιστορία σε αρνητικές τιμές. Όπως επισήμανε, τότε η αγορά φοβόταν ότι υπήρχε υπερπροσφορά χωρίς αποθηκευτικούς χώρους. Σήμερα, αντίθετα, το πρόβλημα είναι η διαθεσιμότητα και η ασφάλεια πρόσβασης στις ενεργειακές ροές. Για αυτόν τον λόγο, εξήγησε, το αμερικανικό πετρέλαιο απέκτησε premium, καθώς οι αγορές το θεωρούν πιο προσβάσιμο και πιο ασφαλές σε σχέση με τις ροές που εξαρτώνται από τη Μέση Ανατολή και τις θαλάσσιες οδούς υψηλού κινδύνου.
Ο Αδαλής σημείωσε ακόμη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν βρίσκονται σε απόλυτο αδιέξοδο μέσα στην κρίση, καθώς μπορεί να υφίστανται πιέσεις από τον πληθωρισμό και το συνολικό κόστος της αστάθειας, ωστόσο επωφελούνται ταυτόχρονα από τη μετατόπιση της αγοράς προς το αμερικανικό πετρέλαιο και από τη διαφορετική συμπεριφορά του φυσικού αερίου στην αμερικανική αγορά σε σχέση με την ευρωπαϊκή. Υπενθύμισε, μάλιστα, ότι ο ευρωπαϊκός δείκτης φυσικού αερίου κατέγραψε ισχυρότατη άνοδο με το ξέσπασμα της κρίσης, την ώρα που στις ΗΠΑ οι πιέσεις ήταν αισθητά διαφορετικές.
Κλείνοντας, ο αναλυτής επέμεινε ότι η παρούσα κρίση δεν προσφέρεται για εύκολα συνθήματα, ιδεολογικές εμμονές ή επιφανειακές αναγνώσεις. Όπως υπογράμμισε, απαιτείται επιστροφή στην κοινή λογική, στα πραγματικά δεδομένα και στον οικονομικό ρεαλισμό, γιατί μόνο έτσι μπορεί να διαβαστεί σωστά η νέα φάση της παγκόσμιας αναμέτρησης για ενέργεια, νομίσματα, ροές και στρατηγική ισχύ.