Μια νέα, αθέατη διάσταση του πολέμου στη Μέση Ανατολή αναδεικνύεται μέσα από αποκαλύψεις που φέρνουν στο φως τη δραστηριότητα κινεζικών εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης, οι οποίες επιχειρούν να κεφαλαιοποιήσουν τη σύγκρουση στο Ιράν, προσφέροντας –έναντι αμοιβής– αναλυτικά δεδομένα για τις κινήσεις των αμερικανικών δυνάμεων. Πρόκειται για μια εξέλιξη που δεν αφορά μόνο την τρέχουσα σύγκρουση, αλλά αναδεικνύει μια βαθύτερη μετατόπιση: τη μεταφορά της κατασκοπείας και της στρατιωτικής πληροφορίας στον ιδιωτικό τομέα, με όχημα την τεχνητή νοημοσύνη.
Επιμέλεια: Χρήστος Κωνσταντινίδης
Σύμφωνα με την Washington Post, τις εβδομάδες που ακολούθησαν την έκρηξη του πολέμου με το Ιράν, καταγράφηκε έντονη δραστηριότητα σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης – τόσο στη Δύση όσο και στην Κίνα – με αναρτήσεις που περιλάμβαναν λεπτομερείς καταγραφές αμερικανικού στρατιωτικού εξοπλισμού, κινήσεις αεροπλανοφόρων και ακόμη και αναλύσεις για τον τρόπο συγκρότησης αεροπορικών επιθέσεων κατά της Τεχεράνης.
Πίσω από αυτές τις πληροφορίες δεν βρίσκονταν κρατικές υπηρεσίες, αλλά ιδιωτικές κινεζικές εταιρείες, ορισμένες εκ των οποίων διατηρούν διασυνδέσεις με τον Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό της Κίνας. Οι εταιρείες αυτές αξιοποιούν ένα συνδυασμό τεχνητής νοημοσύνης και ανοιχτών δεδομένων – από δορυφορικές εικόνες μέχρι δεδομένα πτήσεων και ναυσιπλοΐας – για να δημιουργήσουν προϊόντα «γεωχωρικής ανάλυσης», τα οποία διαφημίζουν ως ικανά να «εκθέσουν» σε πραγματικό χρόνο τις κινήσεις των αμερικανικών δυνάμεων.
Η δραστηριότητα αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική του Πεκίνου, το οποίο τα τελευταία χρόνια επενδύει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια στην ανάπτυξη ιδιωτικών εταιρειών που μπορούν να εξυπηρετήσουν στρατιωτικές εφαρμογές. Πρόκειται για το μοντέλο της «πολιτικο-στρατιωτικής σύντηξης» (civil-military integration), μέσω του οποίου η Κίνα επιχειρεί να γεφυρώσει τον ιδιωτικό τομέα με τις ανάγκες της άμυνας.
Την ίδια στιγμή, το Πεκίνο επιχειρεί να κρατήσει αποστάσεις από τον πόλεμο στο Ιράν, προβάλλοντας την εικόνα του ουδέτερου διαμεσολαβητή. Όμως η δραστηριότητα των εταιρειών αυτών δημιουργεί μια γκρίζα ζώνη: Προσφέρει δυνατότητες που μπορούν να αξιοποιηθούν από αντιπάλους των ΗΠΑ, χωρίς να υπάρχει άμεση εμπλοκή του κινεζικού κράτους.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η εταιρεία MizarVision, με έδρα το Χανγκζού, η οποία ιδρύθηκε το 2021 και ειδικεύεται στην ανάλυση στρατιωτικών κινήσεων. Η εταιρεία χρησιμοποιεί δεδομένα τόσο από κινεζικές όσο και από δυτικές πηγές, τα οποία επεξεργάζεται μέσω αλγορίθμων τεχνητής νοημοσύνης, προκειμένου να χαρτογραφήσει τη δραστηριότητα των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.
Σε αναρτήσεις που κυκλοφόρησαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η MizarVision παρουσίασε λεπτομερή στοιχεία για την ανάπτυξη αμερικανικών δυνάμεων πριν από την έναρξη της επιχείρησης «Epic Fury», συμπεριλαμβανομένης της μετακίνησης των αεροπλανοφόρων USS Gerald R. Ford και USS Abraham Lincoln. Παράλληλα, κατέγραψε τη συγκέντρωση αεροσκαφών σε βάσεις όπως η Ovda στο Ισραήλ, η Prince Sultan στη Σαουδική Αραβία και η al-Udeid στο Κατάρ.
Η ίδια η εταιρεία υποστηρίζει ότι μπορεί να εντοπίζει «μοτίβα ανεφοδιασμού» των αμερικανικών ναυτικών δυνάμεων, αλλά και να παρακολουθεί την ανάπτυξη πυραυλικών συστημάτων σε διάφορες περιοχές του κόσμου. Ωστόσο, δεν αποκαλύπτει ούτε τους πελάτες της ούτε τις ακριβείς πηγές των δεδομένων της.
Το ζήτημα αυτό έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στις ΗΠΑ. Αμερικανοί αξιωματούχοι και αναλυτές πληροφοριών εμφανίζονται διχασμένοι ως προς το κατά πόσο οι δυνατότητες των κινεζικών εταιρειών είναι πραγματικά επιχειρησιακές ή περισσότερο εργαλείο προβολής ισχύος. Ωστόσο, συμφωνούν σε ένα σημείο, η τάση αυτή συνιστά αυξανόμενο κίνδυνο για την ασφάλεια.
Όπως επισημαίνει ο αναλυτής Ryan Fedasiuk, η εξάπλωση ιδιωτικών εταιρειών γεωχωρικής ανάλυσης στην Κίνα ενισχύει την ικανότητα της χώρας να αμφισβητεί τις αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις σε περιόδους κρίσης. Ακόμη και αν τα δεδομένα δεν είναι απόλυτα ακριβή, η δυνατότητα συλλογής και επεξεργασίας μεγάλου όγκου πληροφοριών δημιουργεί ένα νέο επίπεδο πίεσης.
Την ίδια στιγμή, ανακύπτουν ερωτήματα για την προέλευση των δεδομένων. Ορισμένες εικόνες που χρησιμοποιούν κινεζικές εταιρείες φαίνεται να προέρχονται από εμπορικούς παρόχους δορυφορικών εικόνων στη Δύση. Αν και οι εταιρείες αυτές διαβεβαιώνουν ότι δεν συνεργάζονται άμεσα με κινεζικούς φορείς για στρατιωτική χρήση, παραμένει ασαφές πώς ακριβώς τα δεδομένα καταλήγουν να χρησιμοποιούνται.
Ακόμη πιο εντυπωσιακές είναι οι ισχυρισμοί άλλων εταιρειών, όπως η Jing’an Technology, η οποία υποστήριξε ότι κατέγραψε επικοινωνίες μεταξύ αμερικανικών stealth βομβαρδιστικών B-2 κατά την έναρξη των επιχειρήσεων. Η εταιρεία ισχυρίστηκε ότι «στα μάτια της τεχνητής νοημοσύνης δεν υπάρχει απόλυτη αορατότητα», αν και στη συνέχεια διέγραψε το σχετικό υλικό.
Αμερικανοί αξιωματούχοι εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι σε τέτοιους ισχυρισμούς, εκτιμώντας ότι η Κίνα δεν διαθέτει ακόμη τη δυνατότητα να «σπάσει» τις επικοινωνίες stealth συστημάτων. Ωστόσο, τονίζουν ότι το κρίσιμο δεν είναι το παρόν επίπεδο τεχνολογίας, αλλά η κατεύθυνση στην οποία κινείται.
Η συζήτηση αυτή έχει ήδη φτάσει στο Κογκρέσο, όπου επιτροπές προειδοποιούν ότι κινεζικές εταιρείες μετατρέπουν την τεχνητή νοημοσύνη σε εργαλείο επιτήρησης του πεδίου μάχης εναντίον των ΗΠΑ. Ο φόβος είναι ότι η εμπορική τεχνολογία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή σχεδόν σε πραγματικό χρόνο πληροφοριών για αμερικανικές στρατιωτικές κινήσεις.
Παράλληλα, αναλυτές επισημαίνουν ότι το μοντέλο αυτό προσφέρει στο Πεκίνο ένα σημαντικό πλεονέκτημα: την «εύλογη άρνηση» (plausible deniability). Το κράτος μπορεί να επωφελείται από τις δυνατότητες των ιδιωτικών εταιρειών, χωρίς να φέρει άμεσα την ευθύνη για τις ενέργειές τους.
Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία. Η Κίνα διατηρεί στενές σχέσεις με το Ιράν και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ενεργειακές του εξαγωγές, αλλά ταυτόχρονα επιδιώκει να διατηρήσει την εικόνα του μεσολαβητή στη διεθνή σκηνή. Σε κοινή δήλωση με το Πακιστάν, κάλεσε πρόσφατα σε άμεση κατάπαυση του πυρός και έναρξη διαπραγματεύσεων.
Ωστόσο, οι εξελίξεις δείχνουν ότι ο πόλεμος στο Ιράν δεν διεξάγεται μόνο με πυραύλους και αεροπορικές επιδρομές, αλλά και σε ένα νέο πεδίο: αυτό της πληροφορίας. Ένα πεδίο όπου τα σύνορα μεταξύ κράτους και ιδιωτικού τομέα θολώνουν, και όπου η τεχνητή νοημοσύνη μετατρέπεται σε όπλο στρατηγικής σημασίας.
Εν κατακλείδι, η εποχή που οι μυστικές υπηρεσίες είχαν το μονοπώλιο της στρατιωτικής πληροφορίας τελειώνει. Στη θέση της αναδύεται μια νέα πραγματικότητα, όπου ιδιωτικές εταιρείες μπορούν να χαρτογραφούν πολεμικές επιχειρήσεις σχεδόν σε πραγματικό χρόνο. Και αυτό, από μόνο του, αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού.