Επιμέλεια: Χρήστος Κωνσταντινίδης
Σοβαρές ανησυχίες για τον ρόλο της Τουρκίας στο νέο γεωπολιτικό τοπίο της Μέσης Ανατολής διατυπώνονται σε ανάλυση που φιλοξενεί η The Jerusalem Post, με τους αναλυτές Sinan Ciddi και Natalie Ecanow να υποστηρίζουν ότι η Άγκυρα εξελίσσεται σταδιακά σε έναν νέο, ιδιότυπο «αντίπαλο» της Δύσης.
Το ερώτημα που τίθεται είναι σαφές! Μπορεί η Τουρκία να αποτελέσει τον επόμενο «πονοκέφαλο» για τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, την ώρα που το Ιράν δέχεται ισχυρά πλήγματα; Η απάντηση, σύμφωνα με το άρθρο, είναι θετική – όχι ως αντίγραφο της Τεχεράνης, αλλά ως μια διαφορετική, πιο σύνθετη εκδοχή αναθεωρητικής δύναμης.
Οι συγγραφείς τονίζουν ότι το βασικό ζήτημα δεν είναι ιδεολογικό – καθώς η Τουρκία δεν διαθέτει ούτε το θεοκρατικό μοντέλο ούτε τις πυρηνικές φιλοδοξίες του Ιράν – αλλά στρατηγικό. Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο η Άγκυρα υπονομεύει ενεργά τα συμφέροντα των ΗΠΑ, του ΝΑΤΟ και των συμμάχων τους στην περιοχή. Και, σύμφωνα με την ανάλυση, η απάντηση είναι πως αυτό συμβαίνει ολοένα και πιο ανοιχτά.
Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η πρόσφατη ανάπτυξη έξι αμερικανικής κατασκευής μαχητικών F-16 στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου, μια κίνηση που χαρακτηρίζεται ως κλιμάκωση της στρατιωτικοποίησης και ταυτόχρονα μήνυμα ισχύος προς την ευρύτερη περιοχή – συμπεριλαμβανομένου του Ισραήλ.
Παράλληλα, η Τουρκία εμφανίζεται να αξιοποιεί τη γεωπολιτική συγκυρία προς όφελός της. Αν και προωθεί πρωτοβουλίες για κατάπαυση του πυρός στον πόλεμο με το Ιράν, η στάση αυτή ερμηνεύεται όχι ως προσπάθεια ειρήνευσης, αλλά ως κίνηση που εξυπηρετεί τη φιλοδοξία της Άγκυρας να καλύψει το κενό ισχύος που θα αφήσει μια αποδυναμωμένη Τεχεράνη.
Κεντρικό σημείο κριτικής αποτελεί η σχέση της Τουρκίας με τη Hamas, την οποία οι ΗΠΑ χαρακτηρίζουν τρομοκρατική οργάνωση. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η υποστήριξη της Άγκυρας προς τη Χαμάς δεν περιορίζεται σε ρητορικό επίπεδο, αλλά περιλαμβάνει φιλοξενία στελεχών, παροχή διευκολύνσεων και αξιοποίηση του χρηματοπιστωτικού της συστήματος.
Η παρουσία της Χαμάς στην Τουρκία χρονολογείται από το 2011, ενώ, όπως σημειώνεται, έχουν δοθεί ακόμη και υπηκοότητες σε ηγετικά στελέχη της οργάνωσης. Οι συγγραφείς εκτιμούν ότι αυτή η σχέση δεν αποτελεί απλώς διαφωνία με τη Δύση, αλλά συνιστά ευθεία υπονόμευση των συμφερόντων της διατλαντικής συμμαχίας.
Την ίδια στιγμή, η Τουρκία διατηρεί μια διπλή στάση απέναντι στη Ρωσία. Αν και έχει προμηθεύσει την Ουκρανία με drones, κατηγορείται ότι επιτρέπει τη διακίνηση αγαθών διπλής χρήσης προς τη ρωσική αμυντική βιομηχανία και λειτουργεί ως κόμβος οικονομικών ροών που παρακάμπτουν τις κυρώσεις. Επιπλέον, αρνείται να ευθυγραμμιστεί πλήρως με το καθεστώς κυρώσεων της Δύσης.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην αγορά του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400, η οποία οδήγησε στον αποκλεισμό της Τουρκίας από το πρόγραμμα των F-35 Lightning II. Σύμφωνα με την ανάλυση, η συνύπαρξη των δύο συστημάτων θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο κρίσιμα τεχνολογικά δεδομένα των ΗΠΑ.
Παράλληλα, η Άγκυρα κατηγορείται ότι αξιοποίησε τη διαδικασία ένταξης της Φινλανδίας και της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ για να αποσπάσει ανταλλάγματα από την Ουάσιγκτον, καθυστερώντας την επέκταση της Συμμαχίας για σχεδόν ενάμιση χρόνο.
Στο ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο, η Τουρκία εμφανίζεται να ενισχύει την παρουσία της σε κρίσιμες περιοχές όπως η Συρία, το Κέρας της Αφρικής και το Κατάρ, ενώ επιδιώκει να επανακαθορίσει θαλάσσια σύνορα στην Ανατολική Μεσόγειο, αμφισβητώντας ευθέως την Κύπρο και την Ελλάδα.
Το συμπέρασμα των αναλυτών είναι σαφές: η Τουρκία δεν είναι «το νέο Ιράν» με την κυριολεκτική έννοια, αλλά εξελίσσεται σε έναν αναθεωρητικό παίκτη με δική του δυναμική, ο οποίος εκμεταλλεύεται τη θέση του εντός της Δύσης για να προωθήσει αντικρουόμενα συμφέροντα.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος, σύμφωνα με την ανάλυση, δεν είναι η υπερεκτίμηση της τουρκικής απειλής, αλλά η υποτίμησή της. Δηλαδή η συνέχιση της αντιμετώπισης της Τουρκίας ως «δύσκολου συμμάχου», τη στιγμή που –όπως υποστηρίζεται– η συμπεριφορά της απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τα πρότυπα της συμμαχικής συνοχής.
Σε μια περίοδο όπου οι ισορροπίες στη Μέση Ανατολή αναδιαμορφώνονται, η στάση της Άγκυρας φαίνεται να αποκτά όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα – όχι μόνο για την περιοχή, αλλά και για το ίδιο το μέλλον του ΝΑΤΟ.