Από το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ έως το δίστρατο του πολέμου: μια χώρα σε εσωτερική σήψη και έναν κόσμο στα όρια
Γράφει ο Σάββας Καλεντερίδης
Η Μεγάλη Εβδομάδα μπήκε, αλλά η δημόσια ζωή στην Ελλάδα μόνο κατάνυξη δεν αποπνέει. Αντιθέτως, αποπνέει μια βαριά αίσθηση παρακμής. Από τη μία, η εσωτερική πολιτική σκηνή βυθίζεται ολοένα περισσότερο σε μια υπόθεση που ξεπερνά τα στενά όρια ενός οικονομικού σκανδάλου. Από την άλλη, η διεθνής σκηνή κινείται πάνω σε ένα εκρηκτικό δίστρατο, με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή να απειλεί όχι μόνο την περιφερειακή σταθερότητα αλλά και τον παγκόσμιο οικονομικό ιστό. Και ανάμεσα σε όλα αυτά, η ιστορική μνήμη επιστρέφει επίμονα για να θυμίσει ότι όσα δεν αναγνωρίζονται, επανέρχονται.
Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, όπως αναδείχθηκε και μέσα από τη δημόσια συζήτηση των τελευταίων ημερών, δεν είναι μια ακόμα υπόθεση διαχειριστικής κακοδαιμονίας. Δεν είναι ένα απλό επεισόδιο κακής διοίκησης. Είναι μια υπόθεση βαθιά εθνική, γιατί συνδέεται με τον πρωτογενή τομέα, με την επιβίωση αγροτικών και κτηνοτροφικών οικογενειών, με τη διανομή ευρωπαϊκών πόρων και τελικά με τη λειτουργία του ίδιου του κράτους. Όταν επιδοτήσεις περικόπτονται δραματικά για ανθρώπους που ζουν από τη γη και την παραγωγή, ενώ την ίδια ώρα υπάρχουν βαριές καταγγελίες για στρεβλές διαδρομές χρημάτων, κομματικές εξυπηρετήσεις και πολιτικές προστασίες, τότε δεν μιλάμε απλώς για «σκάνδαλο». Μιλάμε για μηχανισμό αποσύνθεσης.
Αυτό ακριβώς κάνει το ζήτημα ακόμη πιο βαρύ: η αίσθηση ότι το πρόβλημα δεν είναι περιστασιακό αλλά δομικό. Ότι δηλαδή δεν πρόκειται για μεμονωμένες αστοχίες, αλλά για ένα σύστημα ρουσφετιού, διαπλοκής και ατιμωρησίας που αναπαράγεται. Όταν υπό την πίεση αποκαλύψεων και ερευνών απομακρύνονται πολιτικά πρόσωπα, αλλά οι αντικαταστάσεις γεννούν νέα ερωτήματα αντί να κλείνουν τα παλιά, τότε το μήνυμα που εκπέμπεται προς την κοινωνία είναι ένα: ότι η εξουσία θεωρεί πως μπορεί να εμπαίζει τους πολίτες χωρίς κόστος. Και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο. Όχι η ίδια η διαφθορά, αλλά η πεποίθηση ότι η κοινωνία θα τη συνηθίσει.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, η επίκληση θεωριών περί «εξωτερικών κέντρων», «σχεδίων αποσταθεροποίησης» ή γεωπολιτικών συνομωσιών δεν σώζει την κατάσταση. Αντιθέτως, την επιβαρύνει. Διότι όταν ένα κράτος αφήνει κενά, όταν δεν προστατεύει τους θεσμούς του, όταν δεν διασφαλίζει τη νομιμότητα στη διαχείριση δημόσιου χρήματος, τότε προσφέρει μόνο του έδαφος σε κάθε είδους πιέσεις, εκβιασμούς και παρεμβάσεις. Δεν γίνεται να καταγγέλλεις ξένα συμφέροντα και ταυτόχρονα να αφήνεις ανοιχτή την πόρτα στην έκθεση και στη θεσμική γελοιοποίηση της χώρας.
Το εσωτερικό αυτό τοπίο παρακμής συναντά, με έναν σχεδόν συμβολικό τρόπο, την ανάγκη της ιστορικής αυτογνωσίας. Η αναφορά στο «μαύρο Πάσχα» του 1914 και στη γενοκτονία των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης δεν αφορά μόνο τη μνήμη των νεκρών. Αφορά το παρόν. Γιατί η λογική του γενοκτόνου δεν τελειώνει όταν περάσουν τα χρόνια· τελειώνει μόνο όταν υπάρξει αναγνώριση, επίγνωση και αλήθεια. Όσο το έγκλημα αποκρύπτεται, σχετικοποιείται ή παραδίδεται στη λήθη, τόσο παραμένει ενεργό ως υπόδειγμα βαρβαρότητας.
Η ιστορική εμπειρία της Ανατολικής Θράκης δείχνει με ανατριχιαστικό τρόπο πώς η εκδίωξη, η λεηλασία, οι εξευτελισμοί και η βία δεν ήταν «παράπλευρες συνέπειες», αλλά οργανωμένη πολιτική. Και δείχνει επίσης κάτι ακόμη: ότι όταν οι κοινωνίες δεν επενδύουν στην ιστορική τους αλήθεια, δεν προστατεύουν μόνο λιγότερο το παρελθόν τους, αλλά αφοπλίζουν και το μέλλον τους. Η ενημέρωση ακόμη και της ίδιας της τουρκικής κοινωνίας για όσα διαπράχθηκαν, όχι με όρους μίσους αλλά με όρους ιστορικής δικαιοσύνης, θα μπορούσε να έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από όση συνήθως αναγνωρίζεται. Διότι οι λαοί που τρέφονται αποκλειστικά από κρατική προπαγάνδα είναι πιο επικίνδυνοι ακριβώς επειδή δεν γνωρίζουν.
Και ενώ η Ελλάδα σέρνεται ανάμεσα στη θεσμική φθορά και την ιστορική αμνησία, η ευρύτερη περιοχή εισέρχεται σε φάση ακραίας αβεβαιότητας. Ο πόλεμος ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και το Ιράν βρίσκεται, κατά την πιο ψύχραιμη ανάγνωση, μπροστά σε ένα δίστρατο. Ο ένας δρόμος οδηγεί σε μια δύσκολη, εύθραυστη, ίσως και ταπεινωτική για όλες τις πλευρές συμφωνία. Ο άλλος οδηγεί σε γενικευμένη καταστροφή.
Η ουσία είναι απλή. Αν η κρίση δεν αποκλιμακωθεί, τότε το επόμενο βήμα δεν θα είναι απλώς νέα στρατιωτικά πλήγματα, αλλά η συστηματική καταστροφή ενεργειακών, πετρελαϊκών, πετροχημικών και ηλεκτροπαραγωγικών υποδομών. Αυτό δεν θα σημάνει μόνο στρατιωτική κλιμάκωση. Θα σημάνει παγκόσμιο οικονομικό σοκ. Αν πληγούν καθοριστικά οι υποδομές του Ιράν και των κρατών του Κόλπου, η διεθνής αγορά θα στερηθεί κρίσιμο μέρος του πετρελαίου και του φυσικού αερίου που τη στηρίζει. Οι τιμές θα εκτιναχθούν, οι εφοδιαστικές αλυσίδες θα πιεστούν, η ύφεση θα περάσει από την περιφέρεια στο κέντρο.
Δεν πρόκειται για αφηρημένο σενάριο. Η σημασία των Στενών του Ορμούζ είναι γνωστή εδώ και δεκαετίες. Όμως η τρέχουσα κρίση προσθέτει και μια άλλη διάσταση: το ζήτημα του νομίσματος, της ενεργειακής τιμολόγησης και του ίδιου του πετροδολαρίου. Η ανάγνωση ότι το πραγματικό βάθος της σύγκρουσης δεν είναι μόνο στρατιωτικό αλλά και νομισματικό, δηλαδή αφορά το ποιο νόμισμα θα συνοδεύει τη ροή της παγκόσμιας ενέργειας, έχει ιδιαίτερο βάρος. Αν η ροή πετρελαίου και αερίου πάψει να είναι αδιατάρακτα συνδεδεμένη με το δολάριο, τότε οι συνέπειες δεν θα είναι μόνο για την περιοχή. Θα αφορούν τη χρηματοδότηση του αμερικανικού χρέους, τη διεθνή νομισματική ισορροπία και τους όρους της παγκόσμιας ηγεμονίας.
Σε αυτό το σκηνικό, ο Donald Trump εμφανίζεται να ανεβάζει την πίεση με τελεσίγραφα, απειλές και ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα. Από την άλλη πλευρά, το Ιράν επιχειρεί να διασώσει όχι μόνο στρατιωτικές δυνατότητες αλλά και την ίδια την επιβίωση του καθεστώτος του. Γιατί το θεμελιώδες ερώτημα για την Τεχεράνη δεν είναι μόνο εθνικό ή ιδεολογικό. Είναι υπαρξιακό. Αν η χώρα υποστεί συντριπτική υποδομική καταστροφή, τότε δεν θα απειληθεί μόνο ο κρατικός μηχανισμός, αλλά και η ίδια η βάση της εξουσίας των Φρουρών της Επανάστασης.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η πιθανότητα συμβιβασμού: σε μια φόρμουλα που θα επιτρέπει και στις δύο πλευρές να ισχυριστούν ότι δεν ηττήθηκαν πλήρως. Οι ΗΠΑ θα μπορούν να πουν ότι εξανάγκασαν το Ιράν σε άνοιγμα των Στενών και σε περιορισμούς. Το Ιράν θα μπορεί να πει ότι άντεξε, δεν συνθηκολόγησε και απέσπασε όρους επιβίωσης. Αυτός είναι ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος για να αποφευχθεί το χείριστο σενάριο.
Την ίδια ώρα, η Τουρκία παρακολουθεί, παρεμβαίνει, ελίσσεται και επιχειρεί να μετατρέψει την κρίση σε ευκαιρία. Από τη μία εμφανίζεται ως παράγοντας σταθερότητας, από την άλλη διαμαρτύρεται για την ενίσχυση της κυπριακής αμυντικής θωράκισης και της ευρωπαϊκής παρουσίας στην περιοχή. Από τη μία δηλώνει έτοιμη να υπερασπιστεί την ασφάλεια, από την άλλη αποκαλύπτεται πόσο εξαρτημένη παραμένει από το ΝΑΤΟ για την αντιπυραυλική της ομπρέλα. Η Άγκυρα επιδιώκει ρόλο ρυθμιστή, αλλά ταυτόχρονα προδίδεται από τη μόνιμη ανασφάλειά της απέναντι σε κάθε εξέλιξη που ενισχύει την Ελλάδα, την Κύπρο ή το Ισραήλ.
Το τελικό συμπέρασμα είναι βαρύ. Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια διπλή δοκιμασία. Εσωτερικά, από ένα πολιτικό σύστημα που μοιάζει να κατατρώει τον ίδιο τον θεσμικό πυρήνα της χώρας. Εξωτερικά, από μια περιφερειακή ανάφλεξη που μπορεί να σαρώσει οικονομίες, συμμαχίες και βεβαιότητες. Και μέσα σε όλα αυτά, η μνήμη της Θράκης υπενθυμίζει ότι η λήθη δεν είναι ποτέ ουδέτερη.
Ζούμε σε εποχή όπου τίποτε δεν μένει τοπικό. Ούτε η σήψη ενός κράτους ούτε οι φωτιές ενός πολέμου. Και γι’ αυτό η απαίτηση για αλήθεια, σοβαρότητα και εθνική αυτοσυνειδησία δεν είναι πολυτέλεια. Είναι όρος επιβίωσης.