Έρνεστ Χέμινγουεϊ και οι δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις από τη Μικρασιατική Καταστροφή
Μαρτυρίες από τις τραγωδίες της Σμύρνης και της Θράκης
Μετάφραση Άρθρου του Αρά Μαγκογιάν από την Αρμενική εφημερίδα Αζάτ Ορ
Ο γίγαντας της αμερικανικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα, Έρνεστ Χέμινγουεϊ (Ernest Hemingway), είναι γνωστός για το λιτό αλλά εξαιρετικά εκφραστικό συγγραφικό του ύφος, τις πολεμικές ανταποκρίσεις του και τη βαθιά κατανόηση του ανθρώπινου πόνου. Τα περίφημα αριστουργήματά του, όπως «Ο γέρος και η θάλασσα» (The Old Man and the Sea), «Αποχαιρετισμός στα όπλα» (A Farewell to Arms), «Για ποιον χτυπά η καμπάνα» (For Whom the Bell Tolls), «Ο ήλιος ανατέλλει ξανά» (The Sun Also Rises) και «Να έχεις και να μην έχεις» (To Have and Have Not), θεμελίωσαν την παγκόσμια λογοτεχνική του φήμη.

Για το απαράμιλλο λογοτεχνικό του έργο τιμήθηκε με μερικά από τα σημαντικότερα διεθνή βραβεία. Το 1953 έλαβε το Βραβείο Πούλιτζερ (Pulitzer Prize) και το 1954 το Νόμπελ Λογοτεχνίας (Nobel Prize in Literature), κυρίως για την αφηγηματική του δεξιοτεχνία και τη βαθιά επιρροή που άσκησε στη σύγχρονη γραφή. Πριν ακόμη γνωρίσει τη λογοτεχνική καταξίωση, είχε τιμηθεί και από την ιταλική κυβέρνηση με το Αργυρό Μετάλλιο Στρατιωτικής Ανδρείας, για το θάρρος που επέδειξε στο ιταλικό μέτωπο κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Λιγότερο γνωστό, ωστόσο, είναι ότι στα πρώτα χρόνια της λογοτεχνικής και δημοσιογραφικής του πορείας άφησαν το αποτύπωμά τους τα τραγικά γεγονότα της Μικράς Ασίας και της Θράκης τη δεκαετία του 1920, οι εκτοπισμοί που ακολούθησαν τη Γενοκτονία των Αρμενίων και η καταστροφή της Σμύρνης.
Το φθινόπωρο του 1922, λοιπόν, ο μόλις 23 ετών Χέμινγουεϊ έφτασε στην Κωνσταντινούπολη και την Ανατολική Θράκη ως πολεμικός ανταποκριτής της καναδικής εφημερίδας Toronto Daily Star, με αποστολή να καλύψει το τέλος του ελληνοτουρκικού πολέμου και την οριστική κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Φτάνοντας στην περιοχή αμέσως μετά την τραγική πυρκαγιά της Σμύρνης και τις σφαγές του χριστιανικού πληθυσμού, ο Χέμινγουεϊ έγινε αυτόπτης μάρτυρας της βίαιης εκτόπισης εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων και Αρμενίων προσφύγων. Βαθιά συγκλονισμένος από όσα αντίκρισε, αναφέρθηκε στις ανταποκρίσεις του στους μακραίωνους διωγμούς και στην εθνοτική τραγωδία που βάραινε επί αιώνες τους χριστιανικούς πληθυσμούς της περιοχής.
Όπως χαρακτηριστικά έγραφε:
«Και έτσι συνεχίζουν την πορεία τους. Έχοντας πίσω τους μια ιστορία χιλίων χρόνων σφαγών, είναι δύσκολο να καταλαγιάσει ο φυλετικός φόβος, όποιος κι αν είναι εκείνος που τους δίνει υποσχέσεις».
(«So they go. With a history of a thousand years of massacre behind them, it is hard for the racial fear to be quieted, no matter who makes the promises.»)
Τα λόγια αυτά αποκαλύπτουν με σαφήνεια ότι ο Χέμινγουεϊ είχε αντιληφθεί σε βάθος τη βαριά ψυχολογική κατάσταση και τον διαρκή τρόμο που βίωναν οι επιζώντες της Γενοκτονίας των Αρμενίων του 1915, καθώς και οι χριστιανικοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας, μπροστά στην επικείμενη άφιξη των τουρκικών στρατευμάτων.
Στην ανταπόκρισή του με τίτλο «Κωνσταντινούπολη: Βρώμικη λευκότητα, όχι λαμπερή και μυστηριώδης» (Constantinople: Dirty White, Not Shining and Mysterious), που δημοσιεύτηκε στις 18 Οκτωβρίου 1922, ο Χέμινγουεϊ καταρρίπτει τις δυτικές ρομαντικές αντιλήψεις για την «Ανατολή». Περιγράφει την Κωνσταντινούπολη όχι ως μια μαγευτική και γοητευτική πόλη, αλλά με ωμό ρεαλισμό:
«Η Κωνσταντινούπολη δεν μοιάζει με τις ταινίες. Δεν μοιάζει με τις φωτογραφίες, τους πίνακες ζωγραφικής ή οτιδήποτε άλλο… Ό,τι φαίνεται λευκό στην Κωνσταντινούπολη είναι ένα βρώμικο λευκό. Όταν δεις τι χρώμα παίρνει ένα λευκό πουκάμισο μέσα σε δώδεκα ώρες, τότε μπορείς να αντιληφθείς τι απόχρωση αποκτά ένας λευκός μιναρές μέσα σε τετρακόσια χρόνια».
(«Constantinople doesn’t look like the movies. It does not look like the pictures, or the paintings, or anything… Everything white in Constantinople is dirty white. When you see the color a white shirt gets in twelve hours, you appreciate the color a white minaret gets in four hundred years.»)
Ο διάσημος συγγραφέας περιγράφει με σκληρές εκφράσεις τη βρωμιά των δρόμων, την ένταση της ατμόσφαιρας, τη λάσπη και τη μυρωδιά της κοπριάς των αλόγων, αποδίδοντας την άχαρη εικόνα μιας πόλης που βρισκόταν υπό την κατοχή των Συμμάχων και στο κατώφλι ραγδαίων και χαοτικών αλλαγών.
Στην ανταπόκρισή του με τίτλο «Εν αναμονή μιας σφαγής: Οι φονιάδες της Κωνσταντινούπολης περιμένουν την ευκαιρία» (Waiting for an Orgy: Constantinople Cut-Throats Await Chance for an Orgy, 19 Οκτωβρίου 1922), ο Χέμινγουεϊ παρουσιάζει την τεταμένη και αλλόκοτη ατμόσφαιρα της Κωνσταντινούπολης, καθώς οι κάτοικοι περίμεναν να διαπιστώσουν αν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των Συμμάχων και της τουρκικής πλευράς θα οδηγούσαν σε γενικευμένο πόλεμο. Μέσα σε αυτό το κλίμα, αντιπαραβάλλει τις ανησυχητικές εικόνες των δρόμων με τη μυστηριώδη νυχτερινή ζωή της πόλης, φέρνοντας σε αντίθεση το κάλεσμα του μουεζίνη για προσευχή με τα μεθυσμένα γέλια που αντηχούσαν στους χώρους νυχτερινής διασκέδασης.
Το σημαντικότερο ίσως έργο αυτής της σειράς θεωρείται γενικά η ανταπόκριση «Μια σιωπηλή, φρικιαστική πομπή» / «Πρόσφυγες από τη Θράκη» (A Silent, Ghastly Procession / Refugees from Thrace), που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα The Toronto Daily Star στις 20 Οκτωβρίου 1922.
Ταξιδεύοντας προς την Αδριανούπολη (Εντιρνέ) και το Καραγάτς, ο Χέμινγουεϊ έγινε αυτόπτης μάρτυρας της μαζικής εκτόπισης περισσότερων από 250.000 χριστιανών προσφύγων, Ελλήνων και Αρμενίων, οι οποίοι εγκατέλειπαν την Ανατολική Θράκη μέσα στην καταρρακτώδη βροχή.
Ως αυτόπτης μάρτυρας, περιέγραψε μια ατέλειωτη πομπή από κάρα που σέρνονταν από βόδια και βουβάλια, σε μήκος περίπου είκοσι μιλίων. Οι πρόσφυγες μετέφεραν μαζί τους ό,τι περιουσιακό στοιχείο μπορούσαν να διασώσουν: κουβέρτες, ραπτομηχανές και οικόσιτα ζώα. Ανάμεσα στις περιγραφές της ανθρώπινης δυστυχίας, ο Χέμινγουεϊ κατέγραψε με συγκλονιστική ακρίβεια την εικόνα ενός άνδρα που είχε απλώσει μια κουβέρτα πάνω από τη γυναίκα του, η οποία γεννούσε μέσα σε ένα ανοιχτό κάρο, προσπαθώντας να την προστατεύσει από την καταρρακτώδη βροχή. Δίπλα της, η μικρή τους κόρη έκλαιγε τρομοκρατημένη.
Η εικόνα αυτή τον σημάδεψε για χρόνια και αργότερα ενσωματώθηκε στη συλλογή διηγημάτων του «Στην εποχή μας» (In Our Time), που εκδόθηκε το 1925:
«Ένας άνδρας απλώνει μια κουβέρτα πάνω από τη γυναίκα του, η οποία γεννά μέσα σε ένα από τα κάρα, για να την προστατεύσει από τη δυνατή βροχή. Εκείνη είναι ο μόνος άνθρωπος που βγάζει κάποιον ήχο. Η μικρή της κόρη την κοιτάζει τρομοκρατημένη και αρχίζει να κλαίει. Και η πομπή συνεχίζει την πορεία της».
(«A husband spreads a blanket over a woman in labor in one of the carts to keep off the driving rain. She is the only person making a sound. Her little daughter looks at her in horror and begins to cry. And the procession keeps moving.»)
Παράλληλα, στις ανταποκρίσεις του «Οι Βρετανοί μπορούν να σώσουν την Κωνσταντινούπολη» (The British Can Save Constantinople) και σε άλλα πολιτικά δημοσιεύματα της περιόδου 30 Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου 1922, ο Χέμινγουεϊ παρουσίασε τις στρατιωτικές κινήσεις γύρω από τα Δαρδανέλια και τις διαπραγματεύσεις για την ανακωχή στα Μουδανιά. Με βάση αυτές τις εξελίξεις, ανέλυσε την υψηλού επιπέδου διπλωματία μεταξύ του στρατηγού σερ Τσαρλς Χάρινγκτον (Sir Charles Harington) και των Τούρκων εθνικιστών στρατιωτικών διοικητών. Δεν δίστασε να διατυπώσει ειλικρινείς και αυστηρές κρίσεις για τους στρατιωτικούς διοικητές και τους πολιτικούς ηγέτες, επισημαίνοντας τη σύγχυση και τις διαιρέσεις που επικρατούσαν μεταξύ των συμμαχικών δυνάμεων στην περιοχή.
Οι ανταποκρίσεις αυτές διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του Χέμινγουεϊ ως συγγραφέα. Το υψηλό κόστος αποστολής τηλεγραφικών μηνυμάτων και ο περιορισμένος χώρος που διέθεταν οι εφημερίδες επέβαλλαν εξαιρετική οικονομία στη γραφή. Ο Χέμινγουεϊ έπρεπε να μεταδίδει τις πληροφορίες με απόλυτη ακρίβεια και αμεσότητα, εγκαταλείποντας τις περιττές περιγραφικές λεπτομέρειες και τα λογοτεχνικά στολίδια.
Παρότι ο Χέμινγουεϊ δεν έφτασε στη Σμύρνη την ώρα της ίδιας της πυρκαγιάς, τον Σεπτέμβριο του 1922, πήρε συνεντεύξεις από επιζώντες πρόσφυγες, ναυτικούς και Βρετανούς αξιωματικούς που βρίσκονταν στις αποβάθρες και στο λιμάνι. Οι συγκλονιστικές αφηγήσεις τους για τα πλήθη που ούρλιαζαν και τις μητέρες που αρνούνταν να αποχωριστούν τα νεκρά νεογέννητά τους τον σημάδεψαν τόσο βαθιά, ώστε αργότερα παραδέχτηκε:
«Δεν μπόρεσα ποτέ να βγάλω από τη μνήμη μου το λιμάνι της Σμύρνης. Το πιο αποτρόπαιο θέαμα ήταν αυτό που αντίκριζες μέσα στο νερό… Ήταν η μοναδική φορά στη ζωή μου που κάτι με στοίχειωσε τόσο, ώστε να το δω στον ύπνο μου σαν εφιάλτη».
(“I could not forget the harbor at Smyrna. What was in the water was the most dreadful part of it… That was the only time in my life I ever dreamed about anything.”)
Οι εμπειρίες αυτές αποτέλεσαν τη βάση για το περίφημο διήγημά του «Στην προκυμαία της Σμύρνης» (On the Quai at Smyrna), το οποίο συμπεριλήφθηκε ως λογοτεχνική μικρογραφία στη συλλογή «Στην εποχή μας» (In Our Time), που εκδόθηκε το 1925.
Στο διήγημα αυτό, ο Χέμινγουεϊ περιγράφει με ακρίβεια και λιτότητα την τραγωδία των Ελλήνων και Αρμενίων προσφύγων που είχαν κατακλύσει την παραλία, περιμένοντας τη σωτηρία. Αποτυπώνει τον θρήνο των μητέρων και τις μεταμεσονύκτιες κραυγές ανθρώπων που βρίσκονταν αντιμέτωποι με την απόγνωση και τον θάνατο. Το έργο του δεν αποτελεί απλώς ένα λογοτεχνικό απόσπασμα, αλλά και ένα συγκλονιστικό τεκμήριο της οριστικής εκρίζωσης και εκτόπισης του αρμενικού και ελληνικού πληθυσμού της Μικράς Ασίας.
Για τον Έλληνα και τον Αρμένιο αναγνώστη, οι μαρτυρίες του Χέμινγουεϊ έχουν ιδιαίτερη σημασία. Δεν έγραψε πολιτικές ή θεωρητικές αναλύσεις, αλλά κατέγραψε, ως ανεξάρτητος παρατηρητής, την ανθρώπινη καταστροφή σε όλη της τη σκληρότητα. Με την αμείλικτη αλλά αντικειμενική γραφίδα του, παρουσίασε στον κόσμο την αιματηρή πραγματικότητα των τελευταίων χρόνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της πρώτης περιόδου της Τουρκικής Δημοκρατίας, καθώς και τη σκληρή εικόνα της εθνοκάθαρσης που πραγματοποιήθηκε σε βάρος των χριστιανικών πληθυσμών. Με τον τρόπο αυτό, η δική του φωνή έγινε μια δυνατή κραυγή υπέρ των δύστυχων θυμάτων, διασώζοντας στη μνήμη της ανθρωπότητας την τραγωδία τους και τον ανείπωτο πόνο τους.
@Azad Or