Στο μικροσκόπιο της Δικαιοσύνης βρέθηκε μια υπόθεση με έντονο ιστορικό και πολιτικό φορτίο, που αφορά διεκδικήσεις ακινήτων στη Ρόδο από Τούρκους υπηκόους και επαναφέρει στο προσκήνιο το ευαίσθητο ζήτημα των μουσουλμανικών περιουσιών στα Δωδεκάνησα.
Η υπόθεση συζητήθηκε χθες και αφορά την προσφυγή της Νιλγκούν Μπαράι, κατοίκου Άγκυρας, καθώς και των καθολικών διαδόχων του Αμπντουραχμάν Νατζί Ακμάν, οι οποίοι ζητούν την ανατροπή της απόφασης 62/2024 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκαν οι αγωγές τους κατά του Ελληνικού Δημοσίου ως απαράδεκτες, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος.
Από την ιταλική διοίκηση στο ελληνικό Δημόσιο
Η διαμάχη επικεντρώνεται σε δύο κτηματολογικές μερίδες στη Ρόδο, με αριθμούς V-292 και V-293. Τα ακίνητα απαλλοτριώθηκαν το 1940 με διατάγματα του Ιταλού κυβερνήτη των Δωδεκανήσων, στο πλαίσιο έργων δημοσίας ωφέλειας κατά την περίοδο της ιταλικής διοίκησης.
Σύμφωνα με τη θέση του Ελληνικού Δημοσίου, για την απαλλοτρίωση είχε προβλεφθεί αποζημίωση από το ιταλικό κράτος, η οποία μεταφέρθηκε μέσω της Μικτής Οικονομικής Επιτροπής και κατέληξε στην Τράπεζα της Ελλάδος. Οι ενάγοντες, ωστόσο, υποστηρίζουν ότι ουδέποτε έλαβαν χρήματα ή επίσημη ειδοποίηση για την απαλλοτρίωση.
Μετά τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων το 1947 και την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα, όλα τα ακίνητα του ιταλικού Δημοσίου περιήλθαν στην ελληνική κυριότητα. Τα συγκεκριμένα ακίνητα εντάχθηκαν το 1955 στον Οργανισμό Ακίνητης Περιουσίας Δημοσίου Δωδεκανήσου, ενώ μέρος τους μεταβιβάστηκε στη συνέχεια σε ιδιώτες και οικοδομικούς συνεταιρισμούς.
Η απόφαση του Πρωτοδικείου
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου απέρριψε τις αγωγές, κρίνοντας ότι οι ενάγοντες δεν διαθέτουν έννομο συμφέρον να διεκδικήσουν τα ακίνητα. Το δικαστήριο επισήμανε ότι οι ίδιοι αποδέχονται πως η κατάληψη των ακινήτων πραγματοποιήθηκε ήδη από το 1940.
Με βάση τον Κτηματολογικό Κανονισμό Δωδεκανήσου, έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα που απαιτείται για τη συμπλήρωση κτητικής παραγραφής ή χρησικτησίας. Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η απαλλοτρίωση δεν ολοκληρώθηκε πλήρως, το δικαστήριο έκρινε ότι η κυριότητα έχει περιέλθει πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο λόγω έκτακτης χρησικτησίας.
Στο σκεπτικό της απόφασης γίνεται αναφορά και σε σχετική νομολογία του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την οποία το Δημόσιο μπορεί να αποκτήσει κυριότητα όταν ασκεί επί μακρόν νομή ακινήτων χωρίς αντίδραση των αρχικών ιδιοκτητών.
Τα επιχειρήματα της έφεσης
Οι εκκαλούντες θεωρούν την απόφαση εσφαλμένη και υποστηρίζουν ότι το δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς την έλλειψη εννόμου συμφέροντος.
Παράλληλα, ισχυρίζονται ότι η εφαρμογή της χρησικτησίας υπέρ του Δημοσίου είναι αντισυνταγματική και αντίθετη στην αρχή της ισότητας των πολιτών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4 του Συντάγματος.
Επικαλούνται επίσης διεθνείς συμβάσεις προστασίας της ιδιοκτησίας, μεταξύ αυτών την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στην έφεση γίνεται αναφορά και στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως η υπόθεση Παπαμιχαλόπουλος κατά Ελλάδας, όπου αναγνωρίστηκε ότι η de facto απαλλοτρίωση χωρίς αποζημίωση μπορεί να συνιστά παραβίαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας.
Η θέση του Ελληνικού Δημοσίου
Το Ελληνικό Δημόσιο απορρίπτει κατηγορηματικά τις αιτιάσεις, υποστηρίζοντας ότι η απαλλοτρίωση πραγματοποιήθηκε νομίμως ήδη από την περίοδο της ιταλικής διοίκησης και ότι προβλέφθηκαν αποζημιώσεις για τους τότε ιδιοκτήτες.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι τα ακίνητα βρίσκονται υπό συνεχή και ειρηνική νομή του κράτους για περισσότερες από οκτώ δεκαετίες, γεγονός που θεμελιώνει την κυριότητά του ακόμη και με βάση τις διατάξεις περί χρησικτησίας.
Διεκδικήσεις εκατομμυρίων
Η οικονομική διάσταση της υπόθεσης είναι ιδιαίτερα σημαντική. Η πρώτη ενάγουσα διεκδικεί 2.848.076,3 ευρώ, ενώ για κάθε έναν από τους υπόλοιπους ενάγοντες ζητείται ποσό 632.905,3 ευρώ.
Με βάση τα στοιχεία που έχουν κατατεθεί στο δικαστήριο, το συνολικό ποσό των αξιώσεων φτάνει τα 4.746.792,2 ευρώ.
Οι ευρύτερες προεκτάσεις
Πέρα από το καθαρά νομικό σκέλος, η υπόθεση έχει προκαλέσει ενδιαφέρον και λόγω των πιθανών πολιτικών και διπλωματικών προεκτάσεων.
Τουρκικά μέσα ενημέρωσης και οργανώσεις έχουν στο παρελθόν παρουσιάσει παρόμοιες διεκδικήσεις ως ζητήματα διεθνούς ενδιαφέροντος, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο μεταφοράς τέτοιων υποθέσεων στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Στην ελληνική πλευρά, πάντως, η προσέγγιση παραμένει ότι πρόκειται για μια αστική διαφορά με ιστορικό και νομικό υπόβαθρο που δεν επηρεάζει το καθεστώς κυριαρχίας στα Δωδεκάνησα.
Η τελική απόφαση της Δικαιοσύνης αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς το αποτέλεσμά της ενδέχεται να καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπιστούν στο μέλλον αντίστοιχες διεκδικήσεις που συνδέονται με την ιστορία της περιοχής.
dimokratiki.gr