Γράφει ο Λεωνίδας Χρυσανθόπουλος
Ογδόντα πέντε χρόνια μετά τη γερμανική εισβολή του 1941, η Ελλάδα τίμησε τη μαύρη επέτειο της 6ης Απριλίου όχι μόνο με επίσημες εκδηλώσεις μνήμης, αλλά και με ηχηρές κινητοποιήσεις έξω από τη γερμανική πρεσβεία στην Αθήνα και το γερμανικό προξενείο στη Θεσσαλονίκη. Το μήνυμα ήταν σαφές: η Ιστορία δεν έχει κλείσει και το αίτημα για δικαιοσύνη παραμένει ανοιχτό.
Από τις πρώτες πρωινές ώρες, συγκεντρωμένοι πολίτες, αγωνιστικές οργανώσεις και ενώσεις αντιστασιακών βρέθηκαν έξω από τη γερμανική πρεσβεία στην Αθήνα, μετατρέποντας το σημείο σε πεδίο ιστορικής μνήμης και πολιτικής διαμαρτυρίας. Με πανό που έγραφαν «Δικαιοσύνη», «Αποζημιώσεις» και «Δεν ξεχνάμε», οι διαδηλωτές συνέδεσαν ευθέως τη θηριωδία της Κατοχής με μια εκκρεμότητα που εξακολουθεί να βαραίνει το παρόν.
Το κλίμα ήταν φορτισμένο, αλλά ειρηνικό. Ανάλογες συγκεντρώσεις πραγματοποιήθηκαν και σε άλλες πόλεις, με τους συμμετέχοντες να τονίζουν πως η μνήμη της Κατοχής δεν αποτελεί απλώς ένα ιστορικό κεφάλαιο, αλλά ζωντανό στοιχείο της εθνικής συνείδησης. Η 6η Απριλίου σηματοδοτεί την αρχή μιας από τις πιο σκοτεινές περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας: πείνα, εκτελέσεις, σφαγές, καταστροφές και μια βαθιά πληγή που δεν έκλεισε ποτέ πραγματικά.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε και η δημόσια παρέμβαση της Μαρίας Καρυστιανού, η οποία με οξύτατη ανάρτησή της έβαλε στο στόχαστρο τις ελληνικές ελίτ και την πολιτική αδράνεια γύρω από το ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων. Κάνοντας λόγο για μια «βαριά ιστορική μνήμη» και για μια δικαιοσύνη που δεν αποδόθηκε ποτέ, υπογράμμισε πως η Ελλάδα πλήρωσε τεράστιο τίμημα κατά τη διάρκεια της Κατοχής, με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς από πείνα, σφαγές και εκτελέσεις, αλλά και με ολοκληρωτική καταστροφή πόλεων, χωριών και κρίσιμων υποδομών.
Η ίδια στάθηκε ιδιαίτερα και στο κατοχικό δάνειο, το οποίο επιβλήθηκε στον ελληνικό λαό με τη βία, καταγγέλλοντας πως μέχρι σήμερα καμία κυβέρνηση δεν επέδειξε την αναγκαία αποφασιστικότητα για να διεκδικήσει έμπρακτα τις νόμιμες αξιώσεις της χώρας. Με σκληρή γλώσσα, μίλησε για στάση υποτέλειας που δεν συνάδει ούτε με την ιστορία του τόπου ούτε με τις θυσίες του ελληνικού λαού, ζητώντας να ξεκινήσουν άμεσα διαπραγματεύσεις τόσο για τις αποζημιώσεις των ναζιστικών εγκλημάτων όσο και για την αποπληρωμή του κατοχικού δανείου.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας, ο οποίος χαρακτήρισε το ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων «ηθικά και νομικά ανοιχτό κεφάλαιο». Με αφορμή την επέτειο της ναζιστικής εισβολής, ο υπουργός επαίνεσε τη στάση της Ελλάδας απέναντι στον ολοκληρωτισμό, επιμένοντας ότι η χώρα δεν επέλεξε ποτέ την ευκολία της ουδετερότητας, αλλά τον δύσκολο δρόμο της αξιοπρέπειας, της θυσίας και της Εθνικής Αντίστασης.
Στη δήλωσή του συνέδεσε ευθέως τη στάση εκείνης της περιόδου με τον σημερινό γεωπολιτικό προσανατολισμό της χώρας, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα δεν λειτούργησε ποτέ ως «πονηρός ουδέτερος» και ότι αυτό παραμένει πυξίδα και στο παρόν. Παράλληλα, αναφέρθηκε στη «μακρά νύχτα» της Κατοχής, υπενθυμίζοντας το τεράστιο ανθρώπινο κόστος και την ολοσχερή καταστροφή βασικών κρατικών δομών.
Το πιο ηχηρό σημείο, ωστόσο, ήταν η ξεκάθαρη δέσμευση ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να πάψει να ζητά την καταβολή των γερμανικών αποζημιώσεων, τις οποίες χαρακτήρισε ελάχιστη πράξη αποκατάστασης απέναντι στα δεινά που υπέστη η χώρα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, οι ελληνικές αξιώσεις παραμένουν τεράστιες. Το ποσό για τα θύματα εγκλημάτων πολέμου και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας από τις γερμανικές θηριωδίες υπολογίζεται στα 1,34 τρισ. ευρώ. Άλλα 507 δισ. ευρώ αφορούν την σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή των υποδομών, όπως το οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο, τα λιμάνια, η πολιτική αεροπορία, η διώρυγα της Κορίνθου, αλλά και το συντριπτικό πλήγμα στα μεταφορικά μέσα της χώρας. Το κατοχικό δάνειο αποτιμάται σε 155 δισ. ευρώ.
Πέρα από το οικονομικό σκέλος, η Ελλάδα ζητεί και την επιστροφή 8.500 αρχαιολογικών θησαυρών και 460 πινάκων ζωγραφικής που αφαιρέθηκαν από τις γερμανικές δυνάμεις κατοχής σε 87 αρχαιολογικούς χώρους και, σύμφωνα με τις ελληνικές θέσεις, εξακολουθούν να βρίσκονται σε γερμανικά μουσεία και ιδιωτικές συλλογές.
Ογδόντα πέντε χρόνια μετά την εισβολή, το μήνυμα που εκπέμπεται από τις επετειακές εκδηλώσεις, τις διαμαρτυρίες και τις πολιτικές παρεμβάσεις είναι ένα: η Ελλάδα δεν ξεχνά. Και όσο η υπόθεση των αποζημιώσεων, του κατοχικού δανείου και των λεηλατημένων θησαυρών παραμένει ανοιχτή, η Ιστορία θα συνεχίζει να επιστρέφει με αξιώσεις στο παρόν.