breaking newsΔιεθνή

Γιατί οι ΗΠΑ δεν μπορούν να εγκαταλείψουν την Μέση Ανατολή

Γράφει ο Στάθης Κοκκορόγιαννης*

Η αμερικανική εξωτερική πολιτική των τελευταίων δεκαπέντε ετών μπορεί να περιγραφεί ως μια διαδοχική προσπάθεια γεωστρατηγικής ανακατεύθυνσης: από τη μακροχρόνια εμπλοκή στη Μέση Ανατολή προς την Ασία, και σήμερα – τουλάχιστον εν μέρει – πίσω στη Μέση Ανατολή, με επίκεντρο το Ιράν. Η εξέλιξη αυτή δεν είναι γραμμική, αλλά αποκαλύπτει τις διαρκείς εναλλαγές μεταξύ προτεραιοτήτων ισχύος, ενεργειακής ασφάλειας και γεωπολιτικού ανταγωνισμού.

Η πρώτη σαφής προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ καταγράφεται επί Barack Obama, με τη λεγόμενη «Pivot to Asia». Η στρατηγική αυτή βασίστηκε στην εκτίμηση ότι το κέντρο βάρους της παγκόσμιας ισχύος μετατοπίζεται προς την Ασία, κυρίως λόγω της ανόδου της Κίνας. Οι ΗΠΑ επιδίωξαν να ενισχύσουν τη διπλωματική, οικονομική και στρατιωτική τους παρουσία στον Ινδο-Ειρηνικό, αναπτύσσοντας συμμαχίες, αυξάνοντας στρατιωτική παρουσία και προωθώντας εμπορικές συμφωνίες όπως η TransPacific Partnership.

Η στρατηγική αυτή δεν σήμαινε πλήρη εγκατάλειψη της Μέσης Ανατολής, αλλά σαφή πρόθεση περιορισμού της εμπλοκής. Η κόπωση από τους πολέμους σε Ιράκ και Αφγανιστάν, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη ενεργειακή αυτάρκεια των ΗΠΑ, ενίσχυσε την αντίληψη ότι η περιοχή δεν αποτελεί πλέον τον απόλυτο στρατηγικό πυρήνα της αμερικανικής πολιτικής.

Η συνέχεια επί Donald Trump στην πρώτη του θητεία ενίσχυσε αυτή την τάση, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Η απόσυρση από διεθνείς συμφωνίες, η αποχώρηση από τη Συρία και η έμφαση στο «America First» αντανακλούσαν μια στρατηγική αποδέσμευσης από πολυμερείς δεσμεύσεις και μακροχρόνιες στρατιωτικές εμπλοκές. Παράλληλα, η αντιπαράθεση με την Κίνα – εμπορική, τεχνολογική και γεωπολιτική – κατέστησε σαφές ότι η Ασία αποτελούσε πλέον το κύριο πεδίο ανταγωνισμού.

Ωστόσο, η εικόνα αυτή αρχίζει να μεταβάλλεται στη σημερινή συγκυρία. Η επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν και η κρίση στον Περσικό Κόλπο επαναφέρουν τη Μέση Ανατολή στο επίκεντρο της αμερικανικής στρατηγικής. Η σημασία της περιοχής δεν προκύπτει μόνο από γεωπολιτικούς λόγους, αλλά κυρίως από τον ρόλο της στην παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια.

Το Στενό του Hormuz αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα «chokepoints» του παγκόσμιου εμπορίου ενέργειας, μέσω του οποίου διέρχονται περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου ημερησίως, περίπου το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης. Η διακοπή ή ο περιορισμός της ροής σε αυτό το σημείο έχει άμεσες επιπτώσεις στις διεθνείς αγορές και στην παγκόσμια οικονομία.

Τα πρόσφατα γεγονότα επιβεβαιώνουν αυτή την πραγματικότητα. Ο πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η απειλή αποκλεισμού του Στενού και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις στην περιοχή οδήγησαν σε απότομες αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου και σε αναταραχή στις διεθνείς αγορές. Παράλληλα, η κρίση ανέδειξε ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο: ακόμη και σε συνθήκες σχετικής ενεργειακής αυτάρκειας, οι ΗΠΑ παραμένουν εκτεθειμένες στις διεθνείς αγορές. Η αύξηση της εγχώριας παραγωγής δεν προστατεύει την αμερικανική οικονομία από τις διεθνείς διακυμάνσεις τιμών, καθώς η αγορά ενέργειας είναι παγκοσμιοποιημένη.

Αυτή η πραγματικότητα εξηγεί γιατί, παρά τη στρατηγική στροφή προς την Ασία, οι ΗΠΑ δεν μπορούν να αποδεσμευτούν πλήρως από τη Μέση Ανατολή. Η περιοχή παραμένει κομβική λόγω της γεωγραφικής της θέσης και της συγκέντρωσης ενεργειακών πόρων, αλλά και λόγω των θαλάσσιων διαύλων που συνδέουν τις παγκόσμιες αγορές.

Η σημερινή πολιτική του Donald Trump φαίνεται να κινείται σε μια αντιφατική κατεύθυνση. Από τη μία πλευρά, συνεχίζει να υπογραμμίζει ότι οι ΗΠΑ δεν εξαρτώνται πλέον ενεργειακά από τη Μέση Ανατολή αλλά από την άλλη, η στρατιωτική εμπλοκή στο Ιράν και η έμφαση στη διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στο Στενό του Hormuz δείχνουν ότι η περιοχή εξακολουθεί να θεωρείται στρατηγικά κρίσιμη.

Η αντίφαση αυτή αντανακλά μια βαθύτερη γεωπολιτική πραγματικότητα: η στροφή προς την Ασία δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς να διασφαλιστεί η σταθερότητα σε άλλες κρίσιμες περιοχές. Η άνοδος της Κίνας καθιστά τον Ινδο-Ειρηνικό κεντρικό πεδίο ανταγωνισμού, αλλά η Μέση Ανατολή παραμένει κόμβος ενεργειακής ασφάλειας, ιδιαίτερα για τις ασιατικές οικονομίες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο του Κόλπου. Είναι χαρακτηριστικό ότι πάνω από το 80% των εξαγωγών πετρελαίου μέσω του Hormuz κατευθύνεται προς ασιατικές αγορές.

Επομένως, η εμπλοκή των ΗΠΑ στην περιοχή δεν αφορά μόνο τα δικά τους συμφέροντα, αλλά και τη σταθερότητα των συμμάχων τους στην Ασία. Η διασφάλιση της ελεύθερης ροής ενέργειας αποτελεί προϋπόθεση για τη διατήρηση της παγκόσμιας οικονομικής τάξης, στην οποία οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο.

Συνολικά, η αμερικανική στρατηγική δεν μπορεί να περιγραφεί ως μια απλή «στροφή» από τη μία περιοχή στην άλλη. Αντίθετα, πρόκειται για μια προσπάθεια εξισορρόπησης μεταξύ πολλαπλών γεωπολιτικών προτεραιοτήτων. Η «Pivot to Asia» του Ομπάμα σηματοδότησε την αναγνώριση της ανόδου της Ασίας. Η πολιτική του Trump επιχείρησε να περιορίσει την εμπλοκή στη Μέση Ανατολή, αλλά οι εξελίξεις δείχνουν ότι μια πλήρης αποδέσμευση παραμένει ανέφικτη.

Η σημερινή επαναφορά της Μέσης Ανατολής στο επίκεντρο – μέσω της επίθεσης στο Ιράν – δεν αποτελεί απαραίτητα ανατροπή της στρατηγικής, αλλά υπενθύμιση των περιορισμών της. Σε έναν διασυνδεδεμένο κόσμο, οι γεωπολιτικές προτεραιότητες δεν μετατοπίζονται απλώς αλλά συνυπάρχουν και αλληλοεπηρεάζονται.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι ΗΠΑ δεν εγκατέλειψαν ποτέ πλήρως τη Μέση Ανατολή και πιθανότατα δεν μπορούν να το κάνουν. Η στρατηγική τους θα συνεχίσει να κινείται μεταξύ Ασίας και Μέσης Ανατολής, όχι ως επιλογή, αλλά ως αναγκαιότητα που επιβάλλει η ίδια η δομή του διεθνούς συστήματος.

*Ο Στάθης Κοκορόγιαννης είναι Συνταγματάρχης εα Στάθη Κοκκορόγιαννη – Διδάκτωρ Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών Παντείου Πανεπιστημίου

Back to top button