Τέσσερα κράτη με μουσουλμανική πλειοψηφία υπέγραψαν ένα μνημόνιο αμυντικής συνεργασίας στη Ντόχα στις 21 Οκτωβρίου 2026. Το Πακιστάν, η Τουρκία, το Κατάρ και η Ινδονησία το αποκαλούν «Συμφωνία Badr» (Badr Agreement). Μέχρι στιγμής, πρόκειται για μνημόνιο κατανόησης και όχι για συμμαχική συνθήκη. Ωστόσο, η πρόθεση είναι σαφής: βαθύτερη σουνιτική συνεργασία. Τελικά, η συμφωνία Badr ενδέχεται να συμβάλει σε μια ευρύτερη αρχιτεκτονική σουνιτικής ασφάλειας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πρέπει να βρίσκονται σε ετοιμότητα.
Το τουρκικό Υπουργείο Άμυνας αναφέρει ότι το μνημόνιο καλύπτει τη στρατιωτική παραγωγή, την έρευνα και ανάπτυξη (R&D), τη τεχνική κατάρτιση και τις κοινές ασκήσεις. Η Τουρκία παρέχει τεχνολογία. Το Πακιστάν και η Ινδονησία προσφέρουν εργοστάσια και εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό. Το Κατάρ παρέχει το κεφάλαιο.
Το κείμενο υπέγραψαν ο Υπουργός Άμυνας του Πακιστάν Khawaja Muhammad Asif, ο Τούρκος Υπουργός Άμυνας Yaşar Güler, ο Αναπληρωτής Πρωθυπουργός του Κατάρ Sheikh Saud bin Abdulrahman Al Thani και ο Υφυπουργός Άμυνας της Ινδονησίας Yusuf Jauhari. Άλλα κράτη ενδέχεται να προσχωρήσουν βάσει κριτηρίων που θα ορίσουν οι τέσσερις ιδρυτές.
Το όνομα φέρει θρησκευτικό συμβολισμό. Το «Badr» ήταν το όνομα μιας κομβικής μάχης το 624 μ.Χ., η οποία σηματοδότησε μια μείζονα καμπή για την πρώτη μουσουλμανική κοινότητα καθώς εξελίχθηκε σε κυρίαρχη στρατιωτική δύναμη στην Αραβική Χερσόνησο. Το μνημόνιο ακολουθεί επίσης τη συμφωνία της Μέκκας, η οποία συνδέει το Πακιστάν, τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία. Το Πακιστάν και η Τουρκία συμμετέχουν επίσης μαζί με τη Σαουδική Αραβία και την Αίγυπτο στην ομάδα των «Περιφερειακών Τεσσάρων» (R4), που εμφανίστηκε τον Μάρτιο του 2026. Ο στόχος είναι η οικοδόμηση συνεργασίας και αλληλεξάρτησης, βήμα προς βήμα, με τελικό σκοπό ένα ολοκληρωμένο σουνιτικό μουσουλμανικό μπλοκ ασφαλείας.
Κινέζοι αναλυτές ερμηνεύουν τη συμφωνία Badr ως μια προσπάθεια περιορισμού της αμερικανικής επιρροής στην περιοχή. Το China Global South Project ανέφερε ότι ο Ding Long, καθηγητής στο Ινστιτούτο Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Διεθνών Σπουδών της Σαγκάης, δήλωσε στην εφημερίδα Jiefang Daily (που πρόσκειται στο Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα) ότι η εμφάνιση των συμφωνιών της Μέκκας και της Badr αντανακλά την «παρακμή της αμερικανικής ηγεμονίας». Ο Ding πρόσθεσε ότι οι χώρες της περιοχής «δεν ποντάρουν πλέον όλα τα χαρτιά της ασφάλειά τους στις Ηνωμένες Πολιτείες», αναζητώντας αντιθέτως διαφοροποίηση των εταιρικών τους σχέσεων και διασπορά του ρίσκου.
Παράλληλα, ο Ding προειδοποιεί ότι η εξάπλωση αυτών των ρυθμίσεων ασφαλείας θα μπορούσε να κατακερματίσει το περιφερειακό τοπίο ασφαλείας και υπογραμμίζει την πιθανή πρόκληση για τις κινεζικές εξαγωγές όπλων προς το Πακιστάν. Το ίδιο ισχύει και για τη Δύση. Το Πακιστάν, η Τουρκία, το Κατάρ και η Ινδονησία θέλουν επίσης να μειώσουν την εξάρτησή τους από τα δυτικά όπλα που συνοδεύονται από πολιτικούς όρους. Οι άδειες εξαγωγής, οι απειλές κυρώσεων και οι δεσμοί εκπαίδευσης χάνουν την ισχύ τους όταν ένας εταίρος μπορεί να αγοράσει ή να κατασκευάσει αλλού. Η Ουάσιγκτον θα πρέπει να παρακολουθεί τη συμφωνία Badr και να διευκρινίσει πώς εφαρμόζεται ο νόμος CAATSA (Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act).
Ο βιομηχανικός πυλώνας της συμφωνίας Badr δημιουργεί επίσης ένα πρόβλημα ασφαλείας. Τα τέσσερα μέλη αγοράζουν όπλα από πολλούς προμηθευτές. Η Τουρκία χρησιμοποιεί αμερικανικά συστήματα και εστιάζει σε εγχώρια παραγωγή προτύπων ΝΑΤΟ. Το Πακιστάν είναι βασικός χρήστης εξοπλισμού αμερικανικής προέλευσης. Το Κατάρ διαθέτει ποικίλο στόλο δυτικού εξοπλισμού υψηλής τεχνολογίας. Η Ινδονησία χρησιμοποιεί σημαντική ποσότητα δυτικού στρατιωτικού εξοπλισμού. Η κοινή παραγωγή και τεχνική κατάρτιση θα φέρουν αυτά τα συστήματα στα ίδια εργαστήρια. Οι μηχανικοί θα μπορούν να μελετήσουν το υλικό του καθενός. Η αντίστροφη μηχανική (reverse engineering) γίνεται ευκολότερη. Το ίδιο και η μη εξουσιοδοτημένη μεταφορά. Ένα εξάρτημα με άδεια χρήσης σε ένα μέλος θα μπορούσε να φτάσει σε άλλο μέλος ή σε τρίτο μέρος χωρίς τη συγκατάθεση του αρχικού προμηθευτή.
Επομένως, η Ουάσιγκτον και οι σύμμαχοί της θα πρέπει να παρακολουθούν στενά τη ροή αμυντικής τεχνολογίας του Badr. Θα πρέπει να πιέσουν την Τουρκία, μέλος του ΝΑΤΟ, να προστατεύσει τη συμμαχική τεχνολογία εντός οποιουδήποτε κοινού έργου. Θα πρέπει ειδικότερα να επανεξετάσουν τους όρους τελικής χρήσης (end-use conditions) που συνοδεύουν τα συστήματα αμερικανικής προέλευσης στο οπλοστάσιο του Πακιστάν, δεδομένων των στενών στρατιωτικών δεσμών του Πακιστάν με την Κίνα.
Η συμφωνία Badr εγείρει επίσης το ερώτημα ποιος άλλος μπορεί να ωφεληθεί. Το Πακιστάν, η Τουρκία και το Κατάρ έχουν διασυνδέσεις με ισλαμιστικές οργανώσεις. Το Πακιστάν προσφέρει καταφύγιο σε ισλαμιστικές ένοπλες φατρίες. Η Τουρκία και το Κατάρ υποστηρίζουν τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και φιλοξενούν στελέχη της Χαμάς.
Προς το παρόν, η συμφωνία Badr δεν έχει ανακοινώσει συγκεκριμένα έργα, προϋπολογισμούς ή χρονοδιαγράμματα παραγωγής. Η συμφωνία της Μέκκας εμφανίζει ήδη σημάδια πίεσης. Η Τουρκία δεν έχει ακόμη παράσχει επιθετική στρατιωτική υποστήριξη στη Σαουδική Αραβία εναντίον των Χούθι στην Υεμένη, ενώ οι συνεισφορές του Πακιστάν αφορούν κυρίως την εσωτερική άμυνα. Εάν αυτή η υπόσχεση δεν έχει αποδώσει ακόμα, η βιομηχανική υπόσχεση της Badr θα χρειαστεί χρόνια για να αποδειχθεί στην πράξη. Η κοινή παραγωγή απαιτεί πρότυπα, εμπιστοσύνη και χρόνο.
Η Ουάσιγκτον πρέπει να αναλάβει δράση τώρα, πριν σκληρύνει η αρχιτεκτονική της συμφωνίας. Η συμφωνία Badr είναι ανοιχτή σε επέκταση πέραν των τεσσάρων ιδρυτικών μελών της. Εάν η στρατιωτική συνεργασία διευρυνθεί και τα μέλη της αρχίσουν να συντονίζουν τα στρατηγικά τους συμφέροντα, θα μπορούσε να αμφισβητήσει τη δυτική επιρροή, να εξασθενήσει την αμερικανική μοχλευση στις μεταφορές όπλων και τις κυρώσεις, και να δημιουργήσει νέα κανάλια ώστε ευαίσθητη στρατιωτική τεχνολογία να φτάσει σε παράγοντες εχθρικούς προς τα δυτικά συμφέροντα.
Middle East Forum