Νέο ρήγμα διαφαίνεται στις σχέσεις Ουάσιγκτον και ΝΑΤΟ, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ φέρεται να εξετάζει ένα σχέδιο αναδιάταξης αμερικανικών δυνάμεων στην Ευρώπη, με βασικό κριτήριο τη στάση που κράτησαν οι σύμμαχοι στον πόλεμο με το Ιράν. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, η αμερικανική διοίκηση μελετά το ενδεχόμενο να «τιμωρήσει» κράτη-μέλη που θεωρεί ότι δεν στήριξαν επαρκώς τις ΗΠΑ, ενώ στον αντίποδα θέλει να επιβραβεύσει χώρες που κρίθηκαν πιο πρόθυμες να συνδράμουν τις αμερικανικές επιχειρήσεις. Ανάμεσα στις χώρες που εμφανίζονται να ευνοούνται από αυτή τη λογική συγκαταλέγεται και η Ελλάδα, μαζί με την Πολωνία, τη Ρουμανία και τη Λιθουανία.
Το σχέδιο, κατά το ίδιο δημοσίευμα, βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, όμως η κατεύθυνσή του είναι σαφής: μεταφορά αμερικανικών στρατευμάτων από χώρες που χαρακτηρίζονται «μη χρήσιμες» για τις επιχειρήσεις κατά του Ιράν προς άλλες που θεωρούνται πιο αξιόπιστες από την Ουάσιγκτον. Στο τραπέζι βρίσκεται ακόμη και το ενδεχόμενο κλεισίματος αμερικανικής βάσης σε τουλάχιστον μία ευρωπαϊκή χώρα, με την Ισπανία και τη Γερμανία να αναφέρονται ως πιθανά σενάρια. Την ίδια ώρα, η συζήτηση αυτή απέχει από την πιο ακραία απειλή πλήρους αποχώρησης των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ, κάτι που, ούτως ή άλλως, δεν μπορεί να γίνει μονομερώς, αφού αμερικανικός νόμος του 2023 απαιτεί έγκριση από το Κογκρέσο ή πλειοψηφία δύο τρίτων στη Γερουσία.
Στο στόχαστρο της αμερικανικής δυσαρέσκειας φέρεται να βρίσκεται πρώτη η Ισπανία. Η WSJ σημειώνει ότι η Μαδρίτη έχει ενοχλήσει ιδιαίτερα τον Τραμπ, τόσο επειδή δεν έχει δεσμευθεί στην πορεία προς τον νέο στόχο του ΝΑΤΟ για αμυντικές δαπάνες 5% του ΑΕΠ έως το 2035, όσο και επειδή εμπόδισε τη χρήση του εναέριου χώρου της από αμερικανικά αεροσκάφη που συμμετείχαν στις επιχειρήσεις κατά του Ιράν. Ο στόχος του 5% έχει πράγματι συμφωνηθεί από τους Συμμάχους στη Σύνοδο της Χάγης το 2025 και επαναβεβαιώθηκε από το ΝΑΤΟ και το 2026.
Επιφυλάξεις και ενόχληση υπάρχουν επίσης για τη Γερμανία, καθώς κορυφαίοι Γερμανοί αξιωματούχοι επέκριναν τον πόλεμο, παρότι η χώρα παραμένει κρίσιμος κόμβος για την υποστήριξη αμερικανικών επιχειρήσεων. Η Ιταλία, κατά το ίδιο ρεπορτάζ, είχε προσωρινά μπλοκάρει τη χρήση βάσης στη Σικελία, ενώ και η Γαλλία έθεσε όρους, επιτρέποντας χρήση βάσης στα νότια της χώρας μόνο αφού έλαβε διαβεβαιώσεις ότι δεν θα εξυπηρετούσε αεροσκάφη που συμμετείχαν άμεσα στα πλήγματα κατά του Ιράν.
Στον αντίποδα, οι «κερδισμένοι» της νέας αμερικανικής προσέγγισης φαίνεται να είναι κράτη της ανατολικής πτέρυγας και όσοι έδειξαν μεγαλύτερη προθυμία να διευκολύνουν τις ΗΠΑ. Η WSJ κατονομάζει την Ελλάδα, την Πολωνία, τη Ρουμανία και τη Λιθουανία ως χώρες που θα μπορούσαν να επωφεληθούν από τυχόν μετακινήσεις αμερικανικών δυνάμεων. Η εφημερίδα συνδέει αυτή την προσέγγιση αφενός με τα υψηλά ποσοστά αμυντικών δαπανών που καταγράφονται σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης, αφετέρου με την ετοιμότητα που έδειξαν ορισμένες εξ αυτών να στηρίξουν έναν διεθνή συνασπισμό επιτήρησης των Στενών του Ορμούζ. Για τη Ρουμανία ειδικά αναφέρεται ότι ενέκρινε άμεσα αμερικανικά αιτήματα για χρήση βάσεων μετά το ξέσπασμα του πολέμου.
Η στάση του Τραμπ απέναντι στη Συμμαχία παραμένει σκληρή. Σε δημόσιες παρεμβάσεις του υποστήριξε ότι το ΝΑΤΟ «δεν ήταν εκεί όταν το χρειαστήκαμε και δεν θα είναι αν το χρειαστούμε ξανά», ενώ ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε παραδέχθηκε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος είναι «ξεκάθαρα απογοητευμένος» με ορισμένους συμμάχους. Την ίδια στιγμή, ο Ρούτε επιχείρησε να υπερασπιστεί τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, επισημαίνοντας ότι πολλές παρείχαν λογιστική υποστήριξη, πρόσβαση σε βάσεις και άδειες υπέρπτησης, ακόμη κι αν δεν συμμετείχαν άμεσα στην πολεμική επιχείρηση.
Πίσω από την αμερικανική σκέψη για «ανταμοιβές» και «τιμωρίες» κρύβεται μια βαθύτερη στρατηγική μετατόπιση. Εάν προχωρήσει, θα φέρει περισσότερες αμερικανικές δυνάμεις πιο κοντά στα ρωσικά σύνορα, ενισχύοντας την ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, αλλά ταυτόχρονα αυξάνοντας τον κίνδυνο νέων τριβών με τη Μόσχα. Έτσι, η σύγκρουση για το Ιράν δεν δοκιμάζει μόνο τη συνοχή της Συμμαχίας· αναδιαμορφώνει και τον χάρτη ισχύος μέσα στην Ευρώπη, με την Ελλάδα να εμφανίζεται, σε αυτή τη φάση, μεταξύ των χωρών που η Ουάσιγκτον θεωρεί πιο χρήσιμες στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον.