breaking newsΔιεθνή

Εκεχειρία, Ορμούζ και διαπραγματεύσεις: Πώς διαβάζεται η προσωρινή αποκλιμάκωση στον πόλεμο ΗΠΑ-Ιράν

Γράφει ο Σάββας Καλεντερίδης

Μέσα στη βαριά ατμόσφαιρα της Μεγάλης Εβδομάδας, η αιφνίδια συμφωνία για εκεχειρία δύο εβδομάδων ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και το Ιράν ήρθε να ανακόψει, έστω προσωρινά, μια πορεία που έδειχνε να οδηγεί σε γενικευμένη περιφερειακή καταστροφή. Η κατάπαυση του πυρός, που τέθηκε σε ισχύ τα ξημερώματα της Τετάρτης 8 Απριλίου, συνοδεύτηκε από το μερικό άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και από την προοπτική απευθείας συνομιλιών υψηλού επιπέδου στο Ισλαμαμπάντ του Πακιστάν.

Η εικόνα που προκύπτει από την ανάλυση των εξελίξεων είναι πως δεν πρόκειται για μια απλή διπλωματική ανάπαυλα, αλλά για το αποτέλεσμα σκληρού καταναγκασμού εν μέσω πολέμου. Αυτό ακριβώς αναδεικνύεται ως το πιο κρίσιμο στοιχείο της κρίσης: για πρώτη φορά, όπως επισημαίνεται, η λογική της εξαναγκαστικής διπλωματίας δεν εφαρμόστηκε πριν από τον πόλεμο, ούτε στο στάδιο της κρίσης, αλλά ενώ οι στρατιωτικές επιχειρήσεις βρίσκονταν σε πλήρη εξέλιξη.

Το τελεσίγραφο που είχαν θέσει οι Ηνωμένες Πολιτείες προς την Τεχεράνη παρατεινόταν διαδοχικά, με νέα χρονικά περιθώρια να δίνονται σχεδόν την τελευταία στιγμή. Στο παρασκήνιο, η Ουάσιγκτον διαβίβασε μέσω Πακιστάν ένα πλαίσιο 15 σημείων, ενώ η ιρανική πλευρά απάντησε αρχικά με πέντε και στη συνέχεια με ένα δικό της πακέτο 10 σημείων, που αποτέλεσε τη βάση για να ξεκινήσει η συζήτηση γύρω από τη σημερινή εκεχειρία.

Η ουσία, ωστόσο, δεν βρίσκεται μόνο στα χαρτιά που αντάλλαξαν οι δύο πλευρές, αλλά στον τρόπο με τον οποίο έφτασαν στο τραπέζι. Από αμερικανικής πλευράς, η πίεση κλιμακώθηκε μέσω βομβαρδισμών και δημόσιων απειλών. Το μήνυμα ήταν σαφές: αν το Ιράν δεν δεχόταν συμφωνία, θα ακολουθούσε συστηματική καταστροφή κρίσιμων υποδομών, από πετρελαϊκές και πετροχημικές εγκαταστάσεις μέχρι δίκτυα ηλεκτροδότησης, γέφυρες, σιδηροδρόμους και μονάδες αφαλάτωσης. Με απλά λόγια, η απειλή ήταν ότι η χώρα θα γυρνούσε δεκαετίες πίσω.

Το Ιράν απάντησε με τη δική του λογική αποτροπής. Διαμήνυσε ότι για κάθε χτύπημα που θα δεχόταν, θα ανταπέδιδε επί δέκα, στοχεύοντας υποδομές και συμφέροντα των ΗΠΑ, του Ισραήλ, των χωρών του Κόλπου και της Ιορδανίας. Ταυτόχρονα, κράτησε ως στρατηγικό όπλο το κλείσιμο του Ορμούζ και την απειλή επέκτασης της κρίσης και σε άλλες θαλάσσιες αρτηρίες, όπως η Ερυθρά Θάλασσα. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται, κατά την ανάλυση, το δεύτερο μεγάλο χαρτί της Τεχεράνης: πέρα από τα πυραυλικά και μη επανδρωμένα μέσα, ήταν ο έλεγχος των Στενών του Ορμούζ που υποχρέωσε όλους να υπολογίσουν σοβαρά το κόστος της κλιμάκωσης.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στην εσωτερική διάσταση στο Ιράν. Παρά το βαρύ κλίμα δυσαρέσκειας απέναντι στο καθεστώς και παρά το γεγονός ότι μόλις λίγους μήνες νωρίτερα η χώρα είχε γνωρίσει σοβαρές κοινωνικές αναταράξεις, η εξωτερική επίθεση λειτούργησε συσπειρωτικά. Δεν ήταν, όπως υπογραμμίζεται, μια συσπείρωση γύρω από τους Φρουρούς της Επανάστασης, αλλά γύρω από την πατρίδα. Η μαζική προσέλευση εθελοντών, που σύμφωνα με τα δεδομένα διπλασιάστηκε μέσα σε μία ημέρα όταν ο Πεζεσκιάν υπέγραψε δημόσια, παρουσιάζεται ως ένδειξη ότι η κοινωνία, όταν απειλήθηκε ευθέως, έβαλε σε δεύτερο πλάνο τις εσωτερικές της αντιθέσεις.

Αυτός είναι και ο λόγος που η ανάλυση καταλήγει στο συμπέρασμα πως ο μεγάλος νικητής αυτής της φάσης του πολέμου δεν είναι το καθεστώς, αλλά ο ιρανικός λαός. Ο λαός, επειδή απέδειξε ότι μπορεί να συσπειρωθεί σε ώρα εθνικού κινδύνου, αλλά και επειδή η ενίσχυση του δικού του ρόλου μετά τον πόλεμο θα είναι δύσκολο να αγνοηθεί από ένα καθεστώς που μέχρι χθες κυβερνούσε κυρίως μέσω φόβου και καταπίεσης.

Στο διεθνές επίπεδο, η εικόνα είναι πολύ πιο περίπλοκη. Ο Ντόναλντ Τραμπ παρουσίασε την εκεχειρία ως πλήρη και απόλυτη νίκη των Ηνωμένων Πολιτειών. Δήλωσε ότι άνοιξε ο δρόμος για πραγματική ειρήνη, ότι το Ιράν σύρθηκε σε συμφωνία υπό πίεση και ότι οι αμερικανικοί στόχοι, ιδίως ως προς τα πυρηνικά, έχουν ουσιαστικά επιτευχθεί. Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και ο υπουργός Άμυνας, ο οποίος μίλησε για αποφασιστική νίκη και για εξουδετέρωση μιας απειλής που, όπως είπε, βάραινε επί 47 χρόνια την αμερικανική ασφάλεια.

Πίσω όμως από αυτή την εικόνα θριάμβου, η ανάλυση βλέπει μια πιο σύνθετη πραγματικότητα. Οι ΗΠΑ δεν ηττήθηκαν στρατιωτικά, όμως δεν μπορούν να ισχυριστούν και ότι νίκησαν καθαρά. Το κύρος τους τραυματίστηκε, καθώς αποδείχθηκε ότι ακόμη και η τεράστια στρατιωτική υπεροχή τους δεν αρκούσε για να σπάσει γρήγορα την ιρανική αποτροπή. Επιπλέον, η κρίση στο Ορμούζ αποξένωσε συμμάχους και εταίρους, που είδαν την οικονομία τους να απειλείται άμεσα. Η Ιαπωνία, η Ινδία και άλλοι ασιατικοί παίκτες κινήθηκαν απευθείας προς την Τεχεράνη για να διασφαλίσουν ενεργειακή ροή, γεγονός που έδειξε τα όρια της αμερικανικής επιρροής.

Ακόμη πιο σκληρή είναι η εκτίμηση για το Ισραήλ και τον Νετανιάχου. Η ανάλυση θεωρεί ότι η μόνη πραγματική επιτυχία τους ήταν το πρώτο πλήγμα, με την εξόντωση της κορυφής της ιρανικής ηγεσίας. Από εκεί και πέρα, όμως, οι ισραηλινές προβλέψεις διαψεύστηκαν: ούτε το καθεστώς κατέρρευσε, ούτε ο ιρανικός λαός εξεγέρθηκε, ούτε τα Στενά του Ορμούζ έμειναν ανοιχτά, ούτε το Ιράν απογυμνώθηκε από δυνατότητα απάντησης. Μάλιστα, αναδεικνύεται και η κριτική στο εσωτερικό του Ισραήλ, με την αντιπολίτευση να μιλά για πολιτική και στρατηγική καταστροφή.

Σημαντικός εμφανίζεται ο ρόλος της Κίνας. Το ίδιο το Πεκίνο, με προσεκτική γλώσσα, δήλωσε ότι θα συνεχίσει να παίζει εποικοδομητικό ρόλο για την αποκατάσταση της ειρήνης και της σταθερότητας, κάτι που ερμηνεύεται ως έμμεση παραδοχή πως έπαιξε ρόλο και στο παρασκήνιο της συμφωνίας. Η εκτίμηση είναι ότι η Κίνα δεν κέρδισε μόνο διπλωματικά, αλλά και στρατηγικά: ενίσχυσε το βάρος της, δοκίμασε ρόλο στην περιφερειακή εξίσωση και ταυτόχρονα είδε να ενισχύεται η συζήτηση γύρω από το γουάν έναντι του δολαρίου.

Κερδισμένη εμφανίζεται και η Ρωσία, καθώς η κρίση εκτόξευσε τη σημασία των ρωσικών ενεργειακών ροών σε μια στιγμή που η Μόσχα αναζητούσε ανάσες για την πολεμική της οικονομία. Κερδισμένο προκύπτει και το Πακιστάν, που αξιοποιεί τη φιλοξενία των συνομιλιών για να αναβαθμίσει τον ρόλο του ως περιφερειακός μεσολαβητής. Αντίθετα, οι μοναρχίες του Κόλπου καταγράφονται στους χαμένους, καθώς βρέθηκαν εκτεθειμένες στρατιωτικά και οικονομικά, ενώ και η Ινδία εμφανίζεται να έχει υποστεί σοβαρό κόστος λόγω των ενεργειακών και ναυτιλιακών αναταράξεων.

Το επόμενο μεγάλο ερώτημα είναι τι ακριβώς θα περιλαμβάνει η συμφωνία που θα αρχίσει να συζητείται στο Ισλαμαμπάντ. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η Τεχεράνη θέλει να κρατήσει έλεγχο στο Ορμούζ, να διατηρήσει μορφές εμπλουτισμού ουρανίου για μη στρατιωτικούς σκοπούς, να επιτύχει πλήρη άρση κυρώσεων, να αποσπάσει αποζημιώσεις και να δει αποχώρηση αμερικανικών στρατευμάτων από την περιοχή. Από την άλλη πλευρά, οι ΗΠΑ εμφανίζονται να επιμένουν στον πλήρη έλεγχο του εμπλουτισμένου ουρανίου, στην απομάκρυνση πυρηνικού υλικού και στον περιορισμό της ιρανικής στρατιωτικής ικανότητας.

Το τοπίο παραμένει θολό. Όπως σημειώνεται, είναι πιθανό να γραφτεί μια συμφωνία με τέτοιο τρόπο ώστε και οι δύο πλευρές να μιλήσουν στο εσωτερικό τους κοινό για επιτυχία. Αυτό, άλλωστε, είναι συχνά το βασικό ζητούμενο τέτοιων διευθετήσεων: να επιτρέψουν σε όλους να παρουσιάσουν νίκη, αποφεύγοντας ταυτόχρονα μια νέα έκρηξη.

Σε κάθε περίπτωση, το συμπέρασμα είναι σαφές. Η εκεχειρία των δύο εβδομάδων δεν λύνει το πρόβλημα, αλλά αποτρέπει το χειρότερο δυνατό σενάριο: μια αλυσιδωτή καταστροφή που θα έπληττε το Ιράν, τον Κόλπο, τις διεθνείς αγορές και τελικά την παγκόσμια οικονομία για χρόνια. Η περιοχή πήρε μια ανάσα. Το αν αυτή η ανάσα θα μετατραπεί σε σταθερή ειρήνη ή σε απλώς μια παύση πριν από την επόμενη έκρηξη, θα φανεί στις συνομιλίες που έρχονται.

Back to top button