Γράφει ο Αρντασές Γιαγουπιάν
Ο πόλεμος που έχει ξεσπάσει με το Ιράν δεν μπορεί να κατανοηθεί μόνο ως μια περιφερειακή στρατιωτική κρίση. Συνδέεται με βαθύτερες οικονομικές και γεωπολιτικές διεργασίες που αφορούν το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, τις εμπορικές διαδρομές της Ευρασίας και τον ανταγωνισμό για τον έλεγχο των ροών ενέργειας, εμπορίου και κεφαλαίων που συνδέουν την Ασία με την Ευρώπη. Σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, όπου η κυριαρχία του δολαρίου αμφισβητείται σταδιακά και οι μεγάλες δυνάμεις αναζητούν εναλλακτικούς μηχανισμούς οικονομικής ισχύος, ο χρυσός, οι κυρώσεις και οι χερσαίοι διάδρομοι της Ευρασίας αποκτούν ξανά κεντρική σημασία. Από τη Μέση Ανατολή μέχρι τον Νότιο Καύκασο διαμορφώνεται έτσι ένα περίπλοκο γεωπολιτικό πεδίο στο οποίο συγκρούονται στρατηγικά συμφέροντα κρατών όπως η ΗΠΑ, η Κίνα, η Ρωσία και η Τουρκία.
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια τάση μερικής απομάκρυνσης από την απόλυτη κυριαρχία του δολαρίου στο διεθνές εμπόριο. Χώρες όπως η Κίνα, η Ρωσία, η Ινδία και η Τουρκία αυξάνουν τα αποθέματα χρυσού και προσπαθούν να αναπτύξουν εμπορικές συναλλαγές που δεν εξαρτώνται πλήρως από το δυτικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Στο πλαίσιο αυτής της τάσης, που συχνά περιγράφεται ως μερική απεξάρτηση από το δολάριο, ο χρυσός επανέρχεται ως στρατηγικό αποθεματικό στοιχείο. Δεν μπορεί να παγώσει εύκολα μέσω τραπεζικών κυρώσεων και δεν εξαρτάται από την νομισματική πολιτική κάποιας χώρας. Η τάση αυτή συνδέεται και με τις συζητήσεις που γίνονται στο πλαίσιο του οργανισμού BRICS για εναλλακτικά συστήματα πληρωμών και μεγαλύτερη χρήση εθνικών νομισμάτων ή χρυσού στις διεθνείς συναλλαγές.
Τα επίσημα αποθέματα χρυσού δείχνουν ήδη αυτή τη μετατόπιση. Η Κίνα διαθέτει περίπου 2.200 έως 2.300 τόνους χρυσού στις κρατικές της αποθήκες, ενώ η Ρωσία έχει περίπου 2.300 τόνους, ένα από τα μεγαλύτερα αποθέματα παγκοσμίως. Η Τουρκία διαθέτει περίπου 630 έως 640 τόνους στα αποθέματα της κεντρικής της τράπεζας, ενώ οι εκτιμήσεις για το Ιράν κυμαίνονται περίπου μεταξύ 250 και 350 τόνων. Ωστόσο, ιδιαίτερη σημασία έχει και ο χρυσός που κατέχουν οι ιδιώτες. Στην Τουρκία εκτιμάται ότι οι πολίτες διατηρούν στα σπίτια τους από 3.000 έως 5.000 τόνους χρυσού σε μορφή κοσμημάτων, νομισμάτων και ράβδων, ένα από τα μεγαλύτερα ιδιωτικά αποθέματα στον κόσμο. Η πρακτική αυτή συνδέεται τόσο με την παράδοση όσο και με την οικονομική αστάθεια, τον υψηλό πληθωρισμό και τη χαμηλή εμπιστοσύνη των Τούρκων στο εθνικό νόμισμα. Πολλές φορές μάλιστα, στην Τουρκία ο χρυσός αγοράζεται ακριβότερα από την διεθνή τιμή και δεν είναι μύθος. Σε ορισμένες στιγμές η διαφορά έχει φτάσει περίπου 1.500 € έως 2.500 € ανά κιλό πάνω από την παγκόσμια τιμή. Πράγμα που συμβαίνει και αυτή την εποχή.
Η σημασία του χρυσού ως εργαλείου παράκαμψης κυρώσεων είχε φανεί ήδη την προηγούμενη δεκαετία, όταν η Τουρκία ανέπτυξε μηχανισμούς εμπορίου με το Ιράν μέσω μεταφοράς χρυσού αντί για δολάρια. Μέσω τραπεζών όπως η τουρκική Halkbank και δικτύων εμπόρων, με πιο γνωστή περίπτωση εκείνη του Reza Zarrab, Ο Reza Zarrab είναι ένας Ιρανο-Αζέρος έμπορος χρυσού και επιχειρηματίας, με τουρκική υπηκοότητα, ο οποίος έγινε παγκοσμίως γνωστός το 2016 μετά τη σύλληψή του στις ΗΠΑ για ένα τεράστιο κύκλωμα ξεπλύματος μαύρου χρήματος και παραβίασης των αμερικανικών κυρώσεων κατά του Ιράν, κατηγορήθηκε ότι οργάνωσε ένα δίκτυο που μετέφερε δισεκατομμύρια δολάρια εσόδων από το ιρανικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο μέσω τουρκικών τραπεζών και εταιρειών-φαντασμάτων, παρακάμπτοντας τις κυρώσεις των ΗΠΑ κατά του Ιράν. Συνελήφθη στο Μαϊάμι της Φλόριντα τον Μάρτιο του 2016 και αντιμετωπίζοντας ποινή κάθειρξης έως και 95 ετών, ομολόγησε την ενοχή του και έγινε μάρτυρας κατηγορίας για την αμερικανική δικαιοσύνη. Στην κατάθεσή του στις ΗΠΑ το 2017 ενέπλεξε ανώτατους Τούρκους αξιωματούχους, συμπεριλαμβανομένων υπουργών της κυβέρνησης Ερντογάν, στους οποίους ισχυρίστηκε ότι κατέβαλε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ σε δωροδοκίες. Μετά τη συνεργασία του με τις αμερικανικές αρχές, εισήχθη σε πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων.
Η υπόθεση Zarrab προκάλεσε σοβαρούς τριγμούς στις σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας και έριξε φως σε ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα διαφθοράς στην περιοχή αφού δημιουργήθηκε ένα σύστημα στο οποίο οι πληρωμές για φυσικό αέριο μετατρέπονταν σε τουρκικές λίρες και στη συνέχεια χρησιμοποιούνταν για αγορά χρυσού που μεταφερόταν εκτός του ελεγχόμενου από τη Δύση τραπεζικού συστήματος. Ο χρυσός διοχετευόταν μέσω τρίτων χωρών και κυρίως μέσω του Ντουμπάι, το οποίο έχει εξελιχθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους κόμβους χρυσού στον κόσμο. Παράλληλα, χώρες του Κόλπου όπως το Κατάρ λειτουργούν συχνά ως σημαντικές πηγές χρηματοδότησης επενδύσεων και εμπορικών έργων που συνδέουν την περιοχή με την Ευρασία.
Οι οικονομικές αυτές διεργασίες συνδέονται άμεσα με τη γεωπολιτική μάχη για τους εμπορικούς διαδρόμους που ενώνουν την Ασία με την Ευρώπη. Ένα από τα βασικά έργα είναι ο λεγόμενος Middle Corridor, ο οποίος εντάσσεται στην ευρύτερη στρατηγική της Belt and Road Initiative της Κίνας. Ο διάδρομος αυτός συνδέει την Κίνα με την Ευρώπη μέσω της Κεντρικής Ασίας, της Κασπίας Θάλασσας και του Νότιου Καυκάσου. Σημαντικό τμήμα του είναι ο σιδηρόδρομος Μπακού-Τιφλίδα-Καρς, γραμμή που συνδέει το Αζερμπαϊτζάν με τη Γεωργία και την Τουρκία, επιτρέποντας τη μεταφορά φορτίων από την Ασία προς την Ευρώπη χωρίς να περνούν από τη Ρωσία.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπαθούν να διατηρήσουν επιρροή σε αυτές τις διαδρομές μέσα από στρατηγικά σχέδια υποδομών και συνεργασιών που στοχεύουν στη δημιουργία εναλλακτικών εμπορικών δικτύων. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και προσεγγίσεις ή προτάσεις τύπου TRIPP (Trump Route for International Peace and Prosperity) , που αποσκοπούν στον έλεγχο ή την επιρροή πάνω στους διαδρόμους μεταφοράς, τις ενεργειακές διαδρομές και κόμβους διακίνησης εμπορευμάτων που ενώνουν την Ασία με την Ευρώπη, ώστε να μην κυριαρχηθούν πλήρως από την Κίνα ή τη Ρωσία.
Σε αυτή τη γεωπολιτική-οικονομική εξίσωση ο Νότιος Καύκασος αποκτά τεράστια στρατηγική σημασία. Η γεωγραφική θέση της Αρμενίας βρίσκεται ακριβώς στο σημείο όπου συγκλίνουν τα συμφέροντα μεγάλων δυνάμεων. Η Τουρκία και το Αζερμπαϊτζάν πιέζουν για τη δημιουργία ενός διαδρόμου που θα συνδέει απευθείας την Τουρκία με το Αζερμπαϊτζάν μέσω του νότιου τμήματος της Αρμενίας. Ένας τέτοιος διάδρομος θα δημιουργούσε μια άμεση χερσαία σύνδεση από την Τουρκία προς την Κασπία και την Κεντρική Ασία, ενισχύοντας τη θέση της στον Middle Corridor και στο ευρασιατικό εμπόριο. Για πολλούς αναλυτές, η πίεση που ασκήθηκε στην Αρμενία μετά τον πόλεμο του 2020 συνδέεται ακριβώς με αυτή τη γεωπολιτική-οικονομική στρατηγική.
Η ιστορική διάσταση αυτής της οικονομικής ισχύος της Τουρκίας έχει επίσης βαθιές ρίζες. Στις αρχές του 20ού αιώνα, πριν από τη Γενοκτονία των Αρμενίων, οι Αρμένιοι είχαν ισχυρή παρουσία στο εμπόριο, στις τράπεζες, στη βιοτεχνία και ιδιαίτερα στην χρυσοχοΐα-αργυροχοΐα και στο εμπόριο πολύτιμων μετάλλων. Μετά τις εκτοπίσεις και τις σφαγές, όλες αυτές οι τεράστιες ποσότητες περιουσίας κατασχέθηκαν από το τουρκικό κράτος ή λεηλατήθηκαν. Παρόμοια διαδικασία μεταφοράς πλούτου συνέβη και με τις άλλες χριστιανικές κοινότητες, όπως οι Έλληνες της Μικράς Ασίας και οι Ασσύριοι. Μέρος αυτών των περιουσιών περιλάμβανε σημαντικές ποσότητες χρυσού, ενώ επαγγελματικές δραστηριότητες που σχετίζονταν με το εμπόριο και την επεξεργασία πολύτιμων μετάλλων πέρασαν σε νέους ιδιοκτήτες. Πολλοί οικονομικοί ιστορικοί θεωρούν ότι αυτή η μεταφορά πλούτου αποτέλεσε βασικό στοιχείο της δημιουργίας της τουρκικής εθνικής αστικής τάξης.
Η σύγκρουση στο Ιράν δεν αφορά μόνο τη Μέση Ανατολή αλλά επηρεάζει και τον Καύκασο και τους μεγάλους εμπορικούς διαδρόμους της Ευρασίας. Το Ιράν βρίσκεται σε στρατηγική θέση ανάμεσα στη Μέση Ανατολή, την Κεντρική Ασία και τον Νότιο Καύκασο, λειτουργώντας ως σημαντικός εμπορικός και γεωπολιτικός κόμβος. Αν το Ιράν αποδυναμωθεί, αυξάνεται η σημασία των εναλλακτικών διαδρομών που συνδέουν την Ασία με την Ευρώπη μέσω Καυκάσου και Τουρκίας. Σε αυτή τη γεωπολιτική εξίσωση η Αρμενία αποκτά ιδιαίτερη σημασία, επειδή βρίσκεται ανάμεσα στην Τουρκία και το Αζερμπαϊτζάν και αποτελεί βασικό γεωγραφικό εμπόδιο για μια πλήρη χερσαία σύνδεση μεταξύ τους. Το Ιράν μέχρι σήμερα λειτουργεί ως ένας από τους παράγοντες που περιορίζουν μια τέτοια εξέλιξη. Η Τεχεράνη δεν επιθυμεί την πλήρη απομόνωση της Αρμενίας ούτε τη δημιουργία ενός διαδρόμου που θα αυξήσει υπερβολικά την τουρκική και αζερική επιρροή στον Καύκασο. Για το Ιράν, η Αρμενία αποτελεί επίσης σημαντικό εμπορικό και γεωπολιτικό σύνδεσμο προς τον Καύκασο και τη Μαύρη Θάλασσα και για τον λόγο αυτό, η Τεχεράνη έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι δεν θα αποδεχθεί αλλαγές στα σύνορα ή τη δημιουργία διαδρόμων που θα απομονώνουν την Αρμενία. Αν όμως η ισχύς του μειωθεί, μπορεί να αλλάξουν οι ισορροπίες στον Καύκασο και να ενισχυθούν τα σχέδια για νέους εμπορικούς διαδρόμους που θα παρακάμπτουν το Ιράν και τη Ρωσία.
Έτσι, ο πόλεμος γύρω από το Ιράν, η συσσώρευση χρυσού από τις κεντρικές τράπεζες, τα εμπορικά δίκτυα που περνούν από το Ντουμπάι και τον Καύκασο, η πίεση για νέους διαδρόμους στην περιοχή και οι ιστορικές οικονομικές μεταβολές της Ανατολίας και της Μέσης Ανατολής αποτελούν κομμάτια της ίδιας ευρύτερης γεωπολιτικής-οικονομικής πραγματικότητας. Σε έναν κόσμο όπου το δολάριο εξακολουθεί να κυριαρχεί αλλά αμφισβητείται σταδιακά, ο χρυσός, οι ενεργειακοί αγωγοί και οι χερσαίες εμπορικές διαδρομές αποκτούν ξανά στρατηγική σημασία. Όποιος ελέγχει αυτούς τους δρόμους μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο το εμπόριο αλλά και την ισορροπία ισχύος σε ολόκληρη την Ευρασία, από τη Μέση Ανατολή και τον Καύκασο μέχρι την Ευρώπη. Και η μικρή Αρμενία με τους Αρμένιους είναι ξανά στο επίκεντρο αυτού του πολέμου.