Σε νέα φάση πίεσης προς την Ουάσιγκτον περνά το ζήτημα των θρησκευτικών ελευθεριών στην Τουρκία, μετά τη δημοσιοποίηση της ετήσιας έκθεσης της Επιτροπής των Ηνωμένων Πολιτειών για τη Διεθνή Θρησκευτική Ελευθερία (USCIRF), η οποία καταγράφει σοβαρές και διαρκείς παραβιάσεις από την Άγκυρα. Με αφορμή το περιεχόμενο της έκθεσης, το Ελληνοαμερικανικό Συμβούλιο Ηγεσίας (HALC) ξεκίνησε εκστρατεία άσκησης πίεσης προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, ζητώντας πιο αυστηρή αμερικανική στάση απέναντι στην Τουρκία.
Στο επίκεντρο της πρωτοβουλίας βρίσκεται η απαίτηση να ενταχθεί η Τουρκία στον Ειδικό Κατάλογο Παρακολούθησης του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, όπως εισηγείται εκ νέου η USCIRF στην τελευταία της έκθεση. Η αμερικανική επιτροπή κάνει λόγο για «συστηματικές και συνεχιζόμενες σοβαρές παραβιάσεις της θρησκευτικής ελευθερίας», διαμορφώνοντας ένα ιδιαίτερα βαρύ πλαίσιο για την εικόνα της Τουρκίας στα μάτια της αμερικανικής διοίκησης.
Το HALC συνοδεύει την παρέμβασή του με δημόσια καμπάνια συλλογής υπογραφών, επιδιώκοντας να ενισχύσει την πίεση προς το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών. Στόχος είναι όχι μόνο η υιοθέτηση των συστάσεων της USCIRF, αλλά και η σύνδεση κάθε μελλοντικής αμερικανικής βοήθειας ασφαλείας προς την Τουρκία με συγκεκριμένες και μετρήσιμες δεσμεύσεις βελτίωσης στο πεδίο των θρησκευτικών ελευθεριών.
Η έκθεση της USCIRF περιγράφει ένα περιβάλλον διαρκών περιορισμών και παρεμβάσεων. Μεταξύ άλλων, καταγράφει προβλήματα στη νομική αναγνώριση χώρων λατρείας, εμπόδια στη θρησκευτική έκφραση, δυσχέρειες στη λειτουργία του κλήρου, αλλά και απελάσεις ξένων χριστιανών ιερωμένων με προσχηματικές αιτιολογίες. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην απουσία προόδου σε κρίσιμα ζητήματα, όπως η επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, που θεωρείται κομβικής σημασίας για τη συνέχεια και τη λειτουργία του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Στο ίδιο πνεύμα, η αμερικανική επιτροπή στέκεται και στη διαχείριση μνημείων με έντονο θρησκευτικό και ιστορικό συμβολισμό, επισημαίνοντας ως χαρακτηριστικές περιπτώσεις τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας και της Μονής της Χώρας από μουσεία σε τεμένη. Πρόκειται, σύμφωνα με την ανάγνωση που αποτυπώνεται στην έκθεση, για πολιτικές επιλογές που ξεπερνούν το στενό διοικητικό επίπεδο και εκπέμπουν ευρύτερα μηνύματα για τη στάση της τουρκικής ηγεσίας απέναντι στις θρησκευτικές μειονότητες και την πολιτισμική κληρονομιά.
Η θέση του HALC είναι ότι η συνέχιση μιας ήπιας γραμμής από αμερικανικής πλευράς θα μπορούσε να εκληφθεί από την Άγκυρα ως ανοχή. Γι’ αυτό και ζητείται η επιβολή όρων σε κάθε μελλοντική συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας, με σαφή σύνδεση ανάμεσα στη διμερή σχέση και στην υποχρέωση της Τουρκίας να συμμορφωθεί με βασικές αρχές του διεθνούς δικαίου και της θρησκευτικής ελευθερίας.
Η ελληνοαμερικανική οργάνωση προειδοποιεί, παράλληλα, ότι ένα μήνυμα αδράνειας από την Ουάσιγκτον δεν θα επηρεάσει μόνο τις θρησκευτικές κοινότητες στο εσωτερικό της Τουρκίας, αλλά θα έχει ευρύτερο αντίκτυπο και στη Μέση Ανατολή, σε μια περίοδο που η θέση των χριστιανικών και άλλων μειονοτήτων παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη.
Η USCIRF, ως ανεξάρτητη και δικομματική ομοσπονδιακή επιτροπή των ΗΠΑ, δεν λαμβάνει η ίδια αποφάσεις, αλλά οι εκθέσεις της λειτουργούν ως επίσημες εισηγήσεις προς την αμερικανική κυβέρνηση. Αν το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επιλέξει να υιοθετήσει αυτή τη σύσταση, η Τουρκία θα τεθεί υπό στενότερη επιτήρηση, εξέλιξη που μπορεί να έχει άμεσες επιπτώσεις τόσο στις διπλωματικές σχέσεις όσο και στη ροή αμερικανικών κονδυλίων και στρατηγικής στήριξης προς την Άγκυρα.