Ανοιχτά τοποθέτησε στο προσκήνιο τον ρόλο της Ελλάδας στον ευρωατλαντικό σχεδιασμό για την Ουκρανία ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα, Τζορτζ Τσούνης, με δηλώσεις που – όπως μεταφέρονται – αποτυπώνουν το πραγματικό μέγεθος της επιχειρησιακής εμπλοκής της χώρας στο πολεμικό πλέγμα υποστήριξης του ΝΑΤΟ.
Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», ο Τσούνης φέρεται να ανέφερε ότι το 47% των μεταφορών που «έφερε το ΝΑΤΟ» στην Ουκρανία προήλθε από το λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, υπογραμμίζοντας ότι η επιλογή ήταν «φθηνότερη και ταχύτερη». Εξίσου κρίσιμο, κατά τον ίδιο, ήταν πως υπήρχε στην Αθήνα «ένας πολύ αξιόπιστος και προβλέψιμος σύμμαχος», δένοντας ευθέως τη γεωγραφία με τη πολιτική αξιοπιστία ως παράγοντες πολεμικής εφοδιαστικής.
«Ποτέ δεν ζήτησαν ανταλλάγματα» – το μήνυμα για τη γραμμή Αθήνας–Ουάσιγκτον
Ο πρώην πρέσβης προχώρησε και σε πολιτική αποτίμηση της συνεργασίας, λέγοντας ότι κατά τα τρία χρόνια της θητείας του δεν είδε ποτέ την ελληνική κυβέρνηση να ενεργεί εκτός «αξιών και αρχών», ενώ πρόσθεσε ότι «ποτέ δεν προσπάθησαν να μας εκβιάσουν» και «ποτέ δεν ζήτησαν ανταλλάγματα».
Στο ίδιο πλαίσιο, περιέγραψε ως «εξαιρετική σχέση» την ελληνοαμερικανική γραμμή που – όπως είπε – ξεκίνησε επί πρέσβη Πάιατ, συνεχίστηκε επί της δικής του θητείας και «βλέπει» να συνεχίζεται, να εμβαθύνει και να ενισχύεται υπό τη νέα πρέσβειρα και την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Το σήμα είναι σαφές: η συνεργασία παρουσιάζεται ως διακομματική/διαχρονική στρατηγική επιλογή, όχι ως συγκυριακή τακτική.
Ο “Κάθετος Διάδρομος”: από το Αιγαίο στη Μαύρη Θάλασσα με υποδομές «διττής χρήσης»
Την ίδια ώρα, στο παρασκήνιο των δηλώσεων αυτών «τρέχουν» ευρωατλαντικά σχέδια για τη δημιουργία και προώθηση του Κάθετου Διαδρόμου χερσαίων μεταφορών έως την Ουκρανία: ένα δίκτυο που στοχεύει να συνδέσει Αιγαίο–Μαύρη Θάλασσα μέσω σύγχρονων οδικών αξόνων και σιδηροδρομικών γραμμών υψηλής ταχύτητας, με χαρακτηριστικά «διττής χρήσης».
Η λογική είναι διπλή:
-
από τη μία, ταχεία στρατιωτική κινητικότητα και μετακίνηση δυνάμεων προς την ανατολική πτέρυγα,
-
από την άλλη, παράλληλη ώθηση ενός δεύτερου «κάθετου» ενεργειακού διαδρόμου που συνδέεται με τη μεταφορά αμερικανικού LNG.
Συζήτηση στο ΝΑΤΟ στις 27 Ιανουαρίου 2026 – στρατιωτική κινητικότητα και «ενεργειακή ασφάλεια»
Ενδεικτικό του θεσμικού “κουμπώματος” των σχεδίων είναι ότι στις 27 Ιανουαρίου 2026 η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ διοργάνωσε συζήτηση για τη συμβολή του Κάθετου Διαδρόμου στη στρατιωτική κινητικότητα και στην ενεργειακή ασφάλεια στην ανατολική πλευρά της Συμμαχίας.
Μεταξύ των βασικών ομιλητών, όπως αναφέρεται, ήταν:
-
ο Απόστολος Τζιτζικώστας,
-
ο μόνιμος αντιπρόσωπος των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ Μάθιου Ουίτακερ,
-
και ο βοηθός ΓΓ του ΝΑΤΟ για Αμυντική Πολιτική και Σχεδιασμό, Νικ Κατσαράς.
Το μήνυμα της συζήτησης, ανεξαρτήτως φρασεολογίας, δείχνει ότι ο διάδρομος αντιμετωπίζεται ως δομική υποδομή του ΝΑΤΟ, όχι ως απλό αναπτυξιακό project.
Σκληρή ρωσική απάντηση: «Διαλύθηκε ένα ολόκληρο φάσμα ρωσο-ελληνικής συνεργασίας»
Στο φόντο αυτών των εξελίξεων, ήρθε και η δημόσια ρωσική αντίδραση, με τον Σεργκέι Λαβρόφ να απαντά σε αναφορά του Έλληνα πρωθυπουργού ότι «βρισκόμαστε σε κατάσταση πολέμου με τη Ρωσία», συνδέοντάς την με την αποστολή όπλων και πυρομαχικών στην Ουκρανία.
Ο Ρώσος ΥΠΕΞ υποστήριξε ότι με την έναρξη της «ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης» η Ελλάδα διέκοψε τη συνεργασία που είχε χτιστεί επί δεκαετίες, λέγοντας πως «διαλύθηκε ένα ολόκληρο φάσμα» από την πολιτική και την οικονομία έως τον πολιτισμό και τα ανθρωπιστικά.
Παράλληλα, κατηγόρησε την Αθήνα ότι ήταν από τις πρώτες που έστειλαν όπλα και πυρομαχικά τα οποία – κατά τον ίδιο – χρησιμοποιούνται καθημερινά σε επιθέσεις σε περιοχές που η Ρωσία θεωρεί δικές της ζώνες ενδιαφέροντος/ευθύνης. Αναφέρθηκε επίσης στη συμφωνία Ελλάδας–Ουκρανίας του περασμένου Νοεμβρίου, η οποία – όπως είπε – περιλάμβανε ανάπτυξη και χρήση θαλάσσιων μη επανδρωμένων οχημάτων, τονίζοντας ότι τέτοιες κινήσεις «έτυχαν της δέουσας αξιολόγησης» από τη ρωσική πλευρά.
Ιδιαίτερη αιχμή αποτέλεσε η αναφορά του σε πιέσεις προς την Ελλάδα για μεταφορά ρωσικής/σοβιετικής κατασκευής συστημάτων αεράμυνας που βρίσκονται σε υπηρεσία στις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, καθώς και η παρατήρηση ότι «το ελληνικό κοινό» – όπως ισχυρίστηκε – δεν συμμερίζεται αυτή τη γραμμή και θα προτιμούσε ουδετερότητα.
Τι σηματοδοτούν οι δηλώσεις Τσούνη
Οι τοποθετήσεις του πρώην πρέσβη, όπως παρουσιάζονται, κάνουν δύο πράγματα ταυτόχρονα:
-
Μετατρέπουν την Αλεξανδρούπολη σε “νούμερο”: όχι μόνο σύμβολο, αλλά μετρήσιμο κόμβο εφοδιαστικής ισχύος για την ουκρανική γραμμή.
-
Φωτίζουν την πολιτική διάσταση: την Αθήνα ως «προβλέψιμο σύμμαχο», χωρίς “παζάρια” και χωρίς “ανταλλάγματα” – διατύπωση που στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο θα διαβαστεί αναπόφευκτα ως επιλογή στρατηγικής στοίχισης.
Και κάπου εδώ, το ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα συμμετέχει. Είναι πόσο βαθιά και με ποιο κόστος σε διπλωματικό, ενεργειακό και γεωπολιτικό επίπεδο, την ώρα που η σύγκρουση στην Ουκρανία παραμένει ανοικτή και η αντιπαράθεση ΝΑΤΟ–Ρωσίας συνεχίζει να φορτίζει την ευρύτερη περιοχή.