Σε φάση αυστηρής αναθεώρησης περνά η πολιτική χορήγησης και διατήρησης διεθνούς προστασίας σε Τούρκους υπηκόους στην Ελλάδα, με τις αρμόδιες αρχές να κινούν διαδικασίες ανάκλησης ασύλου και αδειών διαμονής σε δεκάδες περιπτώσεις, επικαλούμενες λόγους «εθνικής ασφάλειας» και «δημόσιας τάξης», όπως αναφέρεται σε ρεπορτάζ της Μαριάνας Κακαουνάκη και του Κώστα Κουκουμάκα στην “Καθημερινή” . Το 2025 καταγράφεται απότομη αύξηση: 44 ανακλήσεις για τους συγκεκριμένους λόγους, όταν το 2024 ήταν δύο και το 2023 μία.
Στο επίκεντρο βρίσκονται –μεταξύ άλλων– Τούρκοι που διώκονται στη χώρα τους ως γκιουλενιστές και είχαν λάβει στο παρελθόν προστασία στην Ελλάδα ακριβώς λόγω του κινδύνου δίωξης μετά το πραξικόπημα του 2016. Ωστόσο, σε σειρά υποθέσεων το βασικό πρόβλημα για τους ενδιαφερόμενους είναι ότι το σκεπτικό της ανάκλησης δεν τους κοινοποιείται επί της ουσίας: όπως προκύπτει από περιγραφές φακέλων, οι αποφάσεις φέρονται να στηρίζονται σε απόρρητα έγγραφα, χωρίς πρόσβαση στο περιεχόμενό τους, γεγονός που οδηγεί σε προσφυγές και έντονη νομική αντιπαράθεση.
«Ένιωθα την Ελλάδα σπίτι μου – και ξαφνικά βρέθηκα στο κενό»
Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία Τούρκου που ζει οκτώ χρόνια στην Ελλάδα και έχει λάβει άσυλο από το 2019. Είχε ήδη ανανεώσει την άδεια διαμονής του μία φορά και, πριν από το καλοκαίρι του 2025, κατέθεσε νέο φάκελο θεωρώντας ότι πρόκειται για τυπική διαδικασία. Η οικογένεια είχε ενσωματωθεί, τα παιδιά φοιτούσαν στο σχολείο, ο ίδιος είχε επαγγελματική δραστηριότητα και σταθερή ζωή.
Μετά από μήνες αναμονής, ενημερώθηκε από τη δικηγόρο του ότι δρομολογείται ανάκληση της διεθνούς προστασίας. Όπως περιγράφει, αρχικά δεν αντιλήφθηκε το βάρος της εξέλιξης, ώσπου κατάλαβε τι σημαίνει πρακτικά η «ανάκληση» και βρέθηκε αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο να χάσει ό,τι έχτισε.
Στη συνάντηση με τους συνηγόρους του, το μόνο στοιχείο που –όπως υποστηρίζεται– είχε κοινοποιηθεί ήταν ότι χαρακτηρίζεται απειλή για την εθνική ασφάλεια. Ο ίδιος δηλώνει ότι δεν είχε εμπλοκές, ότι ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις του και πως η μόνη «παράβαση» στη ζωή του στην Ελλάδα ήταν ένα πρόστιμο για παράνομη στάθμευση. Η εκτίμηση των δικηγόρων του ήταν ότι πιθανόν υπάρχει «σήμα» ή πληροφορία που έχει σταλεί από την Τουρκία, κάτι που ο ίδιος θεωρεί παράδοξο: όσα του αποδίδονται στη χώρα του είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο πήρε άσυλο.
Τα «απόρρητα έγγραφα» και οι διαφορετικές ερμηνείες
Σε τουλάχιστον τρεις περιπτώσεις που έγιναν γνωστές, οι αιτήσεις ανάκλησης φέρονται να στηρίζονται σε κοινά απόρρητα έγγραφα (με ημερομηνίες από Αύγουστο έως Οκτώβριο 2025). Τα αιτήματα των ενδιαφερομένων να ενημερωθούν για το περιεχόμενο απορρίπτονται, με αποτέλεσμα να καλούνται να αντικρούσουν ένα σκεπτικό που δεν γνωρίζουν.
Παράλληλα, στο παρασκήνιο αναπτύσσονται δύο αφηγήσεις:
-
Από τη μία, ότι οι ημερομηνίες των εγγράφων συμπίπτουν χρονικά με περιόδους έντασης γύρω από συγκρούσεις της τουρκικής μαφίας.
-
Από την άλλη, πηγές ασφαλείας επισημαίνουν ότι στη λίστα περιλαμβάνονται και πρόσωπα χωρίς εμφανή σύνδεση με μαφία ή εξτρεμισμό, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις υπήρξαν αναφορές σε ζητήματα όπως πλαστά έγγραφα.
Η διαδρομή ενός διωκόμενου: από την Τουρκία στην Ελλάδα και ξανά στην αβεβαιότητα
Ο συγκεκριμένος πρόσφυγας περιγράφει ότι έφυγε λίγες ημέρες μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του 2016, όταν η δίωξη θεωρήθηκε δεδομένη. Βρέθηκε στο εξωτερικό για δουλειά, όμως γρήγορα ενημερώθηκε ότι το διαβατήριό του ακυρώθηκε και ότι ζητείται να παρουσιαστεί σε αρχές. Ακολούθησαν έρευνες στο σπίτι της οικογένειας και άνοιγμα δικογραφίας, όπου κατηγορείται –όπως χιλιάδες άλλοι– για συμμετοχή στο κίνημα Γκιουλέν, το οποίο η τουρκική πλευρά αντιμετωπίζει ως «τρομοκρατική οργάνωση».
Η επανένωση της οικογένειας στην Αθήνα έγινε ύστερα από δύο χρόνια, με διαδρομές που περιλάμβαναν Έβρο και μετακινήσεις υπό φόβο. Αρχικά προσπάθησαν να φύγουν σε άλλη χώρα, αλλά εκείνος συνελήφθη στο αεροδρόμιο λόγω έλλειψης έγκυρων ταξιδιωτικών εγγράφων. Η κράτηση, όπως λέει, λειτούργησε τελικά ως επιτάχυνση της διαδικασίας ασύλου, καθώς τότε οι χρόνοι αναμονής για συνεντεύξεις ήταν τεράστιοι. Μετά από αλλεπάλληλες συνεντεύξεις και κατάθεση στοιχείων, έλαβε πολιτικό άσυλο και ξεκίνησε ξανά τη ζωή του. Σήμερα, φοβάται ότι γκρεμίζεται ξανά από την αρχή.
Οι συνήγοροι έχουν ήδη καταθέσει υπομνήματα και προσφυγή, ωστόσο η υπόθεση παραμένει ανοιχτή, με βασικό σημείο τριβής ότι δεν δίνονται συγκεκριμένοι λόγοι για το γιατί θεωρείται «απειλή».
Ο πρώην υπαξιωματικός και το ByLock
Μεταξύ των περιπτώσεων περιγράφεται και ένας πρώην υπαξιωματικός της τουρκικής στρατοχωροφυλακής, ο οποίος αποτάχθηκε το καλοκαίρι του 2016, συνελήφθη και αποφυλακίστηκε δύο χρόνια αργότερα μετά από μείωση ποινής στο Εφετείο. Στο κατηγορητήριο καταγράφεται ως επιβαρυντικό στοιχείο η χρήση της εφαρμογής ByLock, την οποία οι τουρκικές αρχές συνδέουν με «μυστική επικοινωνία» μελών του κινήματος. Σημειώνεται ότι η Τουρκία έχει δεχθεί επανειλημμένες καταδίκες από το ΕΔΔΑ για την αυθαίρετη σύνδεση της χρήσης της εφαρμογής με αντικαθεστωτική δράση.
Ο ίδιος έφθασε στην Ελλάδα το 2020, πήρε άσυλο, έμαθε ελληνικά, εργάστηκε και απέκτησε οικογένεια. Σήμερα δηλώνει ότι καλείται να αποδείξει πως δεν είναι κίνδυνος, χωρίς να του γνωστοποιούνται οι λόγοι – μια κατάσταση που, όπως υποστηρίζει, αντιστρέφει πρακτικά το βάρος απόδειξης.
«Σφίγγει» και η πρώτη κρίση στα νέα αιτήματα
Την ίδια στιγμή, τα ποσοστά αποδοχής νέων αιτήσεων Τούρκων σε πρώτο βαθμό εμφανίζονται κατακόρυφα μειωμένα: από 12,2% το 2023 σε 1,6% το 2025, σύμφωνα με στοιχεία που επικαλούνται οι αρμόδιες πηγές. Η Υπηρεσία Ασύλου αποδίδει τη μεταβολή στην αυστηροποίηση της εξέτασης και στη στενότερη συνεργασία με τις αρχές ασφαλείας, ώστε να αποτρέπονται καταχρήσεις από πρόσωπα με παραβατικό προφίλ, καθώς τα τελευταία χρόνια έχουν υπάρξει και περιπτώσεις αιτούντων που αργότερα συνδέθηκαν με εγκληματικές ομάδες.