Γράφει ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Παναγόπουλος Αλέξιος (DDDr., Dr.Habil.).
Η περίοδος της προεδρίας του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς (1989–2000) αποτέλεσε μία από τις πλέον ταραχώδεις και καθοριστικές φάσεις της σύγχρονης βαλκανικής ιστορίας.
Η διάλυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, οι εμφύλιες συγκρούσεις που ακολούθησαν, η επιβολή διεθνών κυρώσεων και, τελικώς, η στρατιωτική επέμβαση του ΝΑΤΟ το 1999 εναντίον της Σερβίας, διαμόρφωσαν ένα γεωπολιτικό και νομικό περιβάλλον όπου οι αρχές του διεθνούς δικαίου δοκιμάστηκαν σκληρά!!
Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνοσερβική φιλία αναδείχθηκε ως ένα ιδιαίτερο φαινόμενο πολιτικής, πολιτισμικής και ιστορικής αλληλεγγύης, το οποίο υπερέβαινε τις τρέχουσες διπλωματικές ισορροπίες και αντλούσε τις ρίζες του από βαθύτερες ιστορικές και πνευματικές καταβολές, ήδη των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου και Αγίου Σάββα του Χιλανδαρινού.
Οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Σερβίας δεν συναποτελούν συγκυριακό πολιτικό προϊόν της ύστερης μεταψυχροπολεμικής περιόδου.
Αντιθέτως, έχουν βαθιές ιστορικές και πολιτισμικές ρίζες που συνδέονται με την κοινή βαλκανική εμπειρία, τον κοινό αγώνα και κατά του τουρκικού ζυγού, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και, κυρίως, την κοινή ορθόδοξη πνευματική παράδοση.
Από τον 19ο αιώνα μέχρι και τον 20ό αιώνα, οι δύο λαοί διαμόρφωσαν σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης και συνεργασίας, οι οποίες ενισχύθηκαν ιδιαίτερα κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ιδιαίτερη ιστορική μνήμη κατέχει η σερβική συμβολή στις εξελίξεις της περιόδου του Μεγάλου Πολέμου, την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, καθώς και το δράμα του σερβικού στρατού κατά την υποχώρησή του μέσω της Αλβανίας το 1915–1916.
Το μαρτυρικό αυτό γεγονός συνδέθηκε συμβολικά με το νησί Βίδο στην Κέρκυρα, όπου χιλιάδες Σέρβοι στρατιώτες βρήκαν εκεί την τελευταία τους κατοικία.
Η συλλογική αυτή μνήμη διατηρείται ζωντανή στη σερβική ιστορική συνείδηση, όπως εκφράζεται και στο γνωστό τραγούδι «Tamo Daleko» – εκεί μακριά είναι και το δικό μου χωριό, το οποίο έχει μετατραπεί σε σύμβολο εθνικής μνήμης και πένθους, αλλά και αμοιβαίας ευγνωμοσύνης των δύο λαών.
Η περίοδος της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας επανέφερε με έντονο τρόπο την ιστορική αυτή σχέση στο προσκήνιο. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, η Ελλάδα βρέθηκε σε μία ιδιότυπη θέση στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας.
Από τη μία πλευρά, ως κράτος-μέλος των δυτικών θεσμών όφειλε να ακολουθήσει τις συλλογικές αποφάσεις των διεθνών οργανισμών. Από την άλλη πλευρά, η ελληνική κοινωνία ο λαός, εξέφραζε σε μεγάλο βαθμό έντονη συμπάθεια προς τον σερβικό λαό, θεωρώντας ότι οι διεθνείς παρεμβάσεις και οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν στη Σερβία αποτελούσαν επιλεκτική εφαρμογή των αρχών του διεθνούς δικαίου!!
Το διεθνές δίκαιο, θεωρητικά, στηρίζεται σε θεμελιώδεις αρχές, όπως η κρατική κυριαρχία, η εδαφική ακεραιότητα και η αρχή της μη επέμβασης, στις εσωτερικές υποθέσεις των κρατών.
Οι αρχές αυτές κατοχυρώνονται τόσο στον Καταστατικό Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, όσο και στη μεταπολεμική διεθνή έννομη τάξη. Ωστόσο, η δεκαετία του 1990 υπήρξε περίοδος κατά την οποία άρχισε να αναπτύσσεται έντονα η στρατιωτική θεωρία και έννοια της λεγόμενης «ανθρωπιστικής επέμβασης», δηλαδή της στρατιωτικής παρέμβασης για την προστασία πληθυσμών από μαζικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η επέμβαση και ο βομβαρδισμός του ΝΑΤΟ το 1999 σε ευρωπαϊκό έδαφος και εναντίον της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Μικρής Γιουγκοσλαβίας – αποτέλεσε ένα από τα πλέον αμφιλεγόμενα παραδείγματα αυτής της νέας θεωρίας και προσέγγισης.
Η επιχείρηση του βομβαρδισμού πραγματοποιήθηκε χωρίς ρητή εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, γεγονός που προκάλεσε έντονη συζήτηση στη θεωρία και την πράξη του διεθνούς δικαίου, σχετικά με τη νομιμότητα της επέμβασης.
Για αρκετούς νομικούς και διεθνολόγους, η επέμβαση αυτή συνιστούσε παραβίαση της αρχής της κρατικής κυριαρχίας. Για άλλους, αποτελούσε το αναγκαίο μέτρο, για την υποστήριξη των Αλβανών στο Κόσοβο.
Στην Ελλάδα, τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν ισχυρές κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις, παρά την περίεργη στάση του πρωθυπουργού Κ. Σημίτη. Μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, δίχως φόβο, εξέφρασαν την αλληλεγγύη τους με την ανθρωπιστική βοήθεια προς τον σερβικό λαό (όπως από την Αγία Λυδία Θεσσαλονίκης και από την Αγία Σοφία Πατρών με τον π.Ερμόλαο, που υπήρξα συνεργάτης), θεωρώντας ότι η χώρα και ο λαός της Σερβίας αποτελούσε στόχο μιας άνισης και βάρβαρης γεωπολιτικής πίεσης.
Χαρακτηριστική ήταν η μεγάλη συναυλία της συμπαράστασης που πραγματοποιήθηκε στην πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα, κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών του ΝΑΤΟ στο Βελιγράδι. Η εκδήλωση αυτή, στην οποία συμμετείχαν γνωστοί καλλιτέχνες υπό τον Μίκη Θεοδωράκη και πλήθος πολιτών, συναποτέλεσε τη συμβολική έκφραση τής πολιτιστικής και ηθικής υποστήριξης προς τη Σερβία.
Παράλληλα, στην ελληνική δημόσια και κοινωνική σφαίρα αναφέρθηκε και ένα περιστατικό που έλαβε ιδιαίτερη συμβολική διάσταση. Σύμφωνα με δημοσιευμένες μαρτυρίες της εποχής, Έλληνας αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, ο Μαρίνος Ριτσούδης, υπηρετώντας ως κυβερνήτης του αντιτορπιλικού «Θεμιστοκλής», μαζί με το πλήρωμά του, εξέφρασε την άρνηση να διαθέσει το πλοίο για επιχειρησιακή χρήση στο πλαίσιο των νατοϊκών επιχειρήσεων εναντίον της Σερβίας το 1999.
Το περιστατικό αυτό, καταγράφηκε στη συλλογική μνήμη ως πράξη συνείδησης και αλληλεγγύης, προς έναν λαό, που θεωρείται ιστορικός σύμμαχος της Ελλάδας.
Στο ίδιο πλαίσιο, δεν μπορεί να αγνοηθεί και η παρουσία Ελλήνων εθελοντών στα μέτωπα της Βοσνίας κατά τη διάρκεια των πολέμων. Το φαινόμενο αυτό, αν και υπήρξε αντικείμενο διεθνούς συζήτησης και συχνά κριτικής, αντικατοπτρίζει το έντονο συναίσθημα της ταύτισης που υπήρχε σε τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, με τη σερβική πλευρά.
Η ελληνοσερβική προσέγγιση της περιόδου εκείνης δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά με όρους διεθνούς πολιτικής. Σε μεγάλο βαθμό, αποτελεί έκφραση μιας βαθύτερης πολιτισμικής και πνευματικής συγγένειας, η οποία εδράζεται στην κοινή ορθόδοξη παράδοση και στην κοινή ιστορική εμπειρία των βαλκανικών λαών. Ταυτόχρονα, αντανακλά και μια μορφή πολιτικού ρεαλισμού, σύμφωνα με τον οποίο τα κράτη και οι κοινωνίες συχνά αντιλαμβάνονται το διεθνές δίκαιο, όχι μόνο ως σύστημα κανόνων, αλλά και ως πεδίο σύγκρουσης, συμφερόντων και ισχύος.
Η εμπειρία της δεκαετίας του 1990 ανέδειξε τις αντιφάσεις και τα όρια του διεθνούς δικαίου στην πράξη, στο ευρωπαϊκό έδαφος. Παρότι οι αρχές της κυριαρχίας και της μη επέμβασης, αποτελούν θεμέλια της διεθνούς έννομης τάξης, η εφαρμογή τους συχνά εξαρτάται από τις γεωπολιτικές ισορροπίες και τα στρατηγικά συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων.
Στο βαλκανικό πλαίσιο, η επιλεκτική ερμηνεία αυτών των αρχών δημιούργησε την εντύπωση ότι το διεθνές δίκαιο, λειτουργεί πολλές φορές, περισσότερο, ως εργαλείο πολιτικής ισχύος, παρά ως ουδέτερο σύστημα νομικών κανόνων.
Συμπερασματικά, η ελληνοσερβική φιλία κατά την εποχή του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς αποτελεί ένα σύνθετο ιστορικό και πολιτικό φαινόμενο. Συνδυάζει στοιχεία πολιτισμικής συγγένειας, ιστορικής μνήμης και πολιτικής αλληλεγγύης, ενώ ταυτόχρονα, αναδεικνύει τις ηθικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει το διεθνές δίκαιο σε περιόδους έντονων γεωπολιτικών συγκρούσεων. Η μελέτη της περιόδου αυτής δεν αφορά μόνο την ιστορία των βαλκανικών σχέσεων, αλλά και την ευρύτερη ευρωπαϊκή αλλά και παγκόσμια κατανόηση της λειτουργίας της διεθνούς έννομης τάξης, μέσα στον σύγχρονο κόσμο, όπου θα πρέπει να υπερισχύει η ηθική, η βιοηθική και η βιοπολιτική, προς όφελος των λαών, των πολιτισμών, των ανθρώπων, εάν θα θέλουμε να είμαστε άνθρωποι, και σύμφωνα με τον μακαριστό Πατριάρχη Σερβίας κ. Παύλο, τον οποίο γνώριζα προσωπικά, η γνωστή φράση του “budimo ljudi” να είμαστε άνθρωποι!! Από το Διεθνές Συνέδριο (9-10/3/26), όπου είχα εισήγηση στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών, Πανεπιστημίου Βελιγραδίου.