breaking newsΔιεθνή

“Δευτερογενής εξαναγκασμός”! Πως το Ιράν πιέζει τον Κόλπο για να λυγίσει ΗΠΑ-Ισραήλ

Ο πόλεμος ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και το Ιράν δεν εξελίσσεται μόνο στο άμεσο στρατιωτικό πεδίο. Σύμφωνα με την ανάλυση του Kartik Bommakanti στο Observer Research Foundation, η Τεχεράνη επιχειρεί να ανοίξει ένα δεύτερο μέτωπο πίεσης, χτυπώντας κράτη του Κόλπου ώστε να εξαναγκάσει έμμεσα την Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ να υποχωρήσουν. Ο αναλυτής περιγράφει αυτή τη μέθοδο ως «δευτερογενή εξαναγκασμό» και τη θεωρεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της τρέχουσας φάσης της σύγκρουσης.

Όπως επισημαίνει, η κλιμάκωση ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου 2026, μετά από μεγάλης κλίμακας πλήγμα κατά της ιρανικής ηγεσίας, πυρηνικών εγκαταστάσεων και συμβατικών στρατιωτικών δυνατοτήτων. Από εκεί και πέρα, η ιρανική απάντηση δεν περιορίστηκε μόνο σε αμερικανικούς και ισραηλινούς στόχους, αλλά επεκτάθηκε και σε κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου. Στο στόχαστρο, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, έχουν βρεθεί τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ, το Μπαχρέιν, η Σαουδική Αραβία και το Κουβέιτ, με επιθέσεις που περιλάμβαναν βαλλιστικούς πυραύλους και drones αυτοκτονίας.

Η λογική της Τεχεράνης είναι ωμή αλλά ξεκάθαρη. Το Ιράν εκτιμά ότι αν οι μοναρχίες του Κόλπου υποστούν σοβαρό οικονομικό και υλικό κόστος, τότε θα ασκήσουν αυτές πίεση στην Ουάσιγκτον και στο Τελ Αβίβ για να σταματήσουν την επίθεση. Με άλλα λόγια, η ιρανική ηγεσία θεωρεί ότι τα αραβικά κράτη του Κόλπου διαθέτουν μεγαλύτερη επιρροή πάνω στους Αμερικανούς και στους Ισραηλινούς απ’ ό,τι θα είχε μια απλή άμεση ιρανική επίθεση. Αυτό είναι, κατά Bommakanti, το καθαρό παράδειγμα «second-order coercion»: πίεση σε τρίτο παίκτη, ώστε εκείνος να πιέσει τον βασικό αντίπαλο.

Προς το παρόν, πάντως, το σχέδιο αυτό δεν φαίνεται να αποδίδει όπως θα ήθελε η Τεχεράνη. Ο αναλυτής σημειώνει ότι οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και οι χώρες του Κόλπου έχουν συσπειρωθεί αμυντικά, με τις αραβικές μοναρχίες να αναχαιτίζουν πυραύλους και drones με μέσα εδάφους και αέρος. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι αν ο πόλεμος παραταθεί για εβδομάδες και το κόστος για τα κράτη του Κόλπου γίνει δυσβάστακτο, τότε αυτά ίσως αρχίσουν να ζητούν πιο έντονα τον τερματισμό των εχθροπραξιών. Εκεί, κατά την ανάλυση, αρχίζει ένας πραγματικός αγώνας με τον χρόνο για τις ΗΠΑ και το Ισραήλ.

Από την άλλη πλευρά, το αμερικανοϊσραηλινό στρατόπεδο επιδιώκει πρωτίστως την υποβάθμιση ή και εξάλειψη των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν, συμπεριλαμβανομένων του πυρηνικού και του βαλλιστικού του προγράμματος. Ο Bommakanti θεωρεί ότι η αλλαγή καθεστώτος ίσως να είναι πιο έντονα ισραηλινός στόχος παρά αμερικανικός, γεγονός που δημιουργεί ενδεχόμενες τριβές στη στρατηγική συνοχή των δύο συμμάχων. Παρ’ όλα αυτά, εκτιμά ότι υπάρχει και μια δεύτερη, μη διακηρυγμένη επιδίωξη: η αξιοποίηση της εσωτερικής αστάθειας στο Ιράν και η όξυνση της εσωτερικής αποσύνθεσης.

Σε αυτή τη γραμμή, ο αναλυτής αναφέρει ότι το Ισραήλ και οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να επιχειρήσουν να ενισχύσουν αποσταθεροποιητικές δυνάμεις μέσα στο Ιράν, όπως οι Κούρδοι ή άλλες αντικαθεστωτικές και εθνοτικές ομάδες. Το σενάριο που περιγράφει είναι σαφές: αν τέτοιες ομάδες αποκτήσουν επιχειρησιακή δυνατότητα, τότε οι Φρουροί της Επανάστασης θα αναγκαστούν να εκτεθούν στο έδαφος, δίνοντας έτσι στην αμερικανοϊσραηλινή αεροπορική ισχύ πιο καθαρούς στόχους. Ο ίδιος, πάντως, αναγνωρίζει ότι αυτό δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση, καθώς οι Κούρδοι μόνοι τους δεν αρκούν και θα απαιτούνταν πολυήμερη ή πολυμηνιαία υποστήριξη για να προκληθεί ουσιαστικό εσωτερικό χάος.

Το πιο βαρύ συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η στρατηγική κατακερματισμού του Ιράν μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε συνθήκες εσωτερικής διάλυσης ή εμφυλίου. Στόχος μιας τέτοιας εξέλιξης, εφόσον πράγματι επιδιώκεται, θα ήταν να αποτραπεί οποιαδήποτε μελλοντική ανασυγκρότηση μιας αξιόπιστης ιρανικής στρατιωτικής και πυρηνικής απειλής. Όμως ο Bommakanti ξεκαθαρίζει ότι, στη σημερινή φάση του πολέμου, δεν είναι καθόλου βέβαιο αν αυτός ο στόχος μπορεί να επιτευχθεί.

Παράλληλα, προειδοποιεί ότι ακόμη κι αν το Ιράν υποστεί σοβαρή στρατιωτική φθορά χωρίς να πέσει το καθεστώς, τότε μπορεί αργότερα να επιστρέψει ακόμη πιο αποφασισμένο στην ανασυγκρότηση του πυρηνικού και βαλλιστικού του οπλοστασίου. Αυτό σημαίνει ότι μια «μισή νίκη» για ΗΠΑ και Ισραήλ μπορεί να εξελιχθεί σε μελλοντική, μεγαλύτερη απειλή για την περιοχή. Γι’ αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, η εκστρατεία τους απαιτεί πειθαρχία, διάρκεια και πολιτική αντοχή στο εσωτερικό, σε μια σύγκρουση που κάθε άλλο παρά σύντομη φαίνεται.

Στο τέλος, η εικόνα που περιγράφει ο Bommakanti είναι σκληρή: η Τεχεράνη δεν δείχνει διάθεση αποκλιμάκωσης, έχει ναρκοθετήσει το Στενό του Ορμούζ και έχει απορρίψει εκκλήσεις για εκεχειρία. Ταυτόχρονα, οι επιθέσεις της κατά κρατών του Κόλπου ενδέχεται να αφήσουν μακροπρόθεσμο πολιτικό αποτύπωμα, σπρώχνοντας τις αραβικές μοναρχίες σε ακόμη στενότερη στρατιωτική συνεργασία εναντίον της. Με απλά λόγια, ο πόλεμος δεν διαμορφώνει μόνο μέτωπα. Αναδιατάσσει ολόκληρο το περιφερειακό σύστημα ισχύος.

Back to top button