breaking newsΔιεθνή

Reuters: Οι χώρες του Κόλπου επωμίζονται το βαρύ κόστος της σύγκρουσης ΗΠΑ-Ιράν

Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ενδέχεται να αποτέλεσαν τον καταλύτη που πυροδότησε την τρέχουσα πολεμική σύγκρουση με την Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, ωστόσο είναι τα αραβικά κράτη της ευρύτερης περιοχής του Κόλπου αυτά που καλούνται να καταβάλουν το βαρύτατο τίμημα. Αυτή είναι η κοινή εκτίμηση στην οποία συγκλίνουν γεωπολιτικοί αναλυτές, καθώς και καλά πληροφορημένες πηγές προερχόμενες από τις εν λόγω χώρες, οι οποίες παραχώρησαν σχετικές δηλώσεις στο ειδησεογραφικό πρακτορείο Reuters.

Στο παρασκήνιο των διπλωματικών εξελίξεων, καταγράφεται μια διαρκώς αυξανόμενη δυσαρέσκεια στους κόλπους των κυβερνήσεων των αραβικών κρατών. Η δυσαρέσκεια αυτή πηγάζει από την εμπλοκή τους σε έναν πόλεμο τον οποίο τα κράτη αυτά ούτε ξεκίνησαν με δική τους πρωτοβουλία, ούτε ενέκριναν σε κανένα στάδιο του σχεδιασμού του. Παρά ταύτα, στη δεδομένη χρονική συγκυρία, αναγκάζονται να επωμιστούν ένα δυσβάσταχτο οικονομικό και στρατιωτικό κόστος. Κρίσιμες υποδομές, όπως διεθνή αεροδρόμια, μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες, εμπορικά λιμάνια, καθώς και στρατηγικής σημασίας στρατιωτικές και πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, έχουν μετατραπεί σε βασικούς στόχους των ιρανικών αεροπορικών επιδρομών. Τα παραπάνω στοιχεία επιβεβαιώθηκαν από τρεις διαφορετικές περιφερειακές πηγές, οι οποίες ζήτησαν ρητά να διατηρηθεί η ανωνυμία τους, δεδομένου ότι δεν διέθεταν την απαραίτητη θεσμική εξουσιοδότηση προκειμένου να τοποθετηθούν δημόσια επί του θέματος.

Αναλύοντας την κατάσταση, η Εμπτεσάμ αλ Κέτμπι, πρόεδρος του Κέντρου Πολιτικής των Εμιράτων (Emirates Policy Center), διατύπωσε τη θέση της περιοχής. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «Δεν είναι δικός μας πόλεμος. Δεν επιθυμούσαμε αυτή τη σύγκρουση όμως πληρώνουμε το κόστος στην ασφάλεια και την οικονομία μας». Παράλληλα, έσπευσε να διευκρινίσει τις ισορροπίες ισχύος, υπογραμμίζοντας πως η παρούσα συνθήκη δεν συνεπάγεται σε καμία περίπτωση ότι το Ιράν είναι «αθώο».

Πριν από την κλιμάκωση των εχθροπραξιών, οι κυβερνήσεις των κρατών του Κόλπου είχαν καταστήσει σαφές μέσω επίσημων διαύλων ότι δεν επρόκειτο να επιτρέψουν τη χρησιμοποίηση του κυρίαρχου εδάφους τους, ούτε του εθνικού εναέριου χώρου τους, για την εκτέλεση στρατιωτικών επιχειρήσεων. Παρ’ όλα αυτά, οι ένοπλες δυνάμεις του Ιράν έχουν ήδη προχωρήσει στην εξαπόλυση πολλαπλών κυμάτων βαλλιστικών πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones), πλήττοντας μια ευρεία γκάμα διαφορετικών στόχων σε ολόκληρη την περιοχή της Μέσης Ανατολής.

«Τραυματισμένο λιοντάρι»

Την ίδια στιγμή που εντείνεται η διεθνής ανησυχία αναφορικά με την εξέλιξη μιας ευρείας κλίμακας σύγκρουσης —η οποία, σύμφωνα με την πεποίθηση πολλών αναλυτών, ξεκίνησε χωρίς να έχει προηγηθεί η παραμικρή ουσιαστική διαβούλευση με τους συμμάχους— ορισμένες πηγές από την περιοχή προβάλλουν ένα συγκεκριμένο στρατηγικό επιχείρημα. Υποστηρίζουν ανοιχτά ότι, από τη στιγμή που η Ουάσινγκτον έλαβε την απόφαση να ξεκινήσει αυτόν τον πόλεμο, φέρει πλέον την απόλυτη ευθύνη να τον φέρει εις πέρας και να τον ολοκληρώσει, με απώτερο σκοπό την οριστική εξάλειψη της επίμονης και διαρκούς ιρανικής απειλής.

Εμβαθύνοντας σε αυτή τη στρατηγική αναγκαιότητα, η Εμπτεσάμ αλ Κέτμπι σημείωσε ότι «Αν η Αμερική αποχωρήσει τώρα νίκη, θα είναι σαν να εγκαταλείπει ένα τραυματισμένο λιοντάρι». Συνεχίζοντας την τοποθέτησή της επί των γεωπολιτικών δυναμικών, η ίδια πρόσθεσε πως «Το Ιράν θα παραμείνει απειλή για την περιοχή, ικανό να εξαπολύσει νέα πλήγματα. Και αν το καθεστώς καταρρεύσει, αφήνοντας κενό εξουσίας, οι γειτονικές χώρες θα υποστούν τις συνέπειες».

Όταν το ζήτημα τέθηκε υπόψη της αμερικανικής κυβέρνησης, ο Λευκός Οίκος απάντησε επισήμως, τονίζοντας ότι τα συντονισμένα στρατιωτικά πλήγματα που διεξήγαγαν οι αμερικανικές και οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις έχουν επιτύχει τη δραστική μείωση των πυραυλικών επιθέσεων σε ποσοστό της τάξης του 90%, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά ότι «συντρίβοντας την ικανότητά και να παράγει άλλα».

Επιπροσθέτως, η επίσημη εκπρόσωπος της αμερικανικής προεδρίας διευκρίνισε ότι ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται σε διαρκή και στενή επαφή με τους στρατηγικούς εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή. Η ίδια εξήγησε αναλυτικά ότι οι πρόσφατες επιθέσεις υπογραμμίζουν με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο την επιτακτική ανάγκη να εξαλειφθεί οριστικά αυτή η απειλή από τον περιφερειακό χάρτη.

Σε επιχειρησιακό επίπεδο, το Ιράν έχει προχωρήσει ουσιαστικά στην επιβολή ενός αυστηρού αποκλεισμού στο στρατηγικής σημασίας Στενό του Ορμούζ. Η ενέργεια αυτή είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την πλήρη αναστολή της θαλάσσιας μεταφοράς αργού πετρελαίου και φυσικού αερίου μέσω της συγκεκριμένης θαλάσσιας οδού. Ταυτόχρονα, οι ιρανικές δυνάμεις έχουν πλήξει επιτυχώς δεκάδες προκαθορισμένους στόχους, τόσο στο εσωτερικό του Ισραήλ όσο και στις επικράτειες των χωρών του Κόλπου.

Οι συνέπειες στον πολιτικό και οικονομικό τομέα είναι εξίσου καταστροφικές. Σε ολόκληρη την περιοχή έχουν ακυρωθεί περίπου 40.000 εμπορικές πτήσεις, καθώς τα κράτη αναγκάστηκαν, για λόγους εθνικής ασφαλείας, να προχωρήσουν στο άμεσο κλείσιμο του εναέριου χώρου τους. Η εξέλιξη αυτή έχει προκαλέσει τη μεγαλύτερη και σοβαρότερη αναστάτωση στον κλάδο των παγκόσμιων αερομεταφορών από την περίοδο της πανδημίας της νόσου COVID-19. Παράλληλα, βαρύτατο πλήγμα δέχεται και ο κλάδος του τουρισμού, γεγονός που θέτει εν αμφιβόλω την εικόνα σταθερότητας και ασφάλειας που έχουν καλλιεργήσει μεθοδικά οι χώρες-προορισμοί τα τελευταία χρόνια.

Ηρεμία και αποφασιστικότητα

Εν μέσω αυτής της ραγδαία κλιμακούμενης κρίσης, οι πολιτικές ηγεσίες των κρατών προσπαθούν συντονισμένα να εκπέμψουν ένα μήνυμα απόλυτης ηρεμίας και αταλάντευτης αποφασιστικότητας. Ενδεικτικά, ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, σεΐχης Μοχάμεντ μπιν Ζάγεντ αλ Ναχιάν, προέβη σε δημόσια τοποθέτηση την Παρασκευή, διαβεβαιώνοντας ότι η χώρα πορεύεται καλά. Απευθυνόμενος άμεσα προς τους εχθρούς του κράτους, τόνισε την ανθεκτικότητα του έθνους. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι συγκεκριμένες επιθέσεις αποτέλεσαν την πρώτη φορά που εκτοξεύθηκαν βαλλιστικοί πύραυλοι εναντίον του κυρίαρχου εδάφους των Εμιράτων.

Παράλληλα, έμπειροι αναλυτές επισημαίνουν ότι ο συνεχιζόμενος πόλεμος ώθησε τις χώρες του Κόλπου σε μια βαθιά αναθεώρηση του στρατηγικού τους δόγματος σε ό,τι αφορά την εθνική τους ασφάλεια. Επιπλέον, τις ανάγκασε να εξετάσουν σοβαρά το ενδεχόμενο να ξεκινήσουν απευθείας συνομιλίες με την κυβέρνηση της Τεχεράνης, με απώτερο στόχο τη σύναψη νέων, βιώσιμων περιφερειακών διευθετήσεων ασφαλείας.

Επί σειρά δεκαετιών, οι διμερείς σχέσεις μεταξύ των αραβικών κρατών του Κόλπου και της Δύσης βασίζονταν σε μια πολύ συγκεκριμένη και αμοιβαία επωφελή ανταλλαγή. Όπως εξήγησε ο Φαουάζ Γκέργκες, διακεκριμένος αναλυτής διεθνών σχέσεων, οι Ηνωμένες Πολιτείες προσέφεραν στα κράτη αυτά μια ισχυρή ομπρέλα ασφαλείας, ενώ εκείνα, από την πλευρά τους, εξασφάλιζαν τη σταθερή ροή ενέργειας και την παροχή σημαντικών κεφαλαίων.

Σύμφωνα με την εκτίμηση του ίδιου αναλυτή, ο τρέχων πόλεμος έχει κλονίσει συθέμελα αυτή την παραδοσιακή σχέση. Πλέον, όπως εκτίμησε, οι χώρες της περιοχής αναζητούν ενεργά τρόπους να διαφοροποιήσουν τις διεθνείς συνεργασίες τους, καθώς συνειδητοποιούν πλήρως ότι «δεν μπορούν να βασίζονται πραγματικά στις ΗΠΑ για να προστατεύσουν την ενέργεια, το πετρέλαιο, το αέριό τους, τους πολίτες τους και την κυριαρχία τους».

Από την πλευρά του, ένας Σαουδάραβας αναλυτής και πρόεδρος ερευνητικού φορέα, εκτίμησε ότι η πολεμική σύγκρουση κατέδειξε με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο τα αυστηρά όρια της εξάρτησης αποκλειστικά από εξωτερικές εγγυήσεις ασφαλείας, και κυρίως από αυτές που παρέχονται από τις ΗΠΑ. Ο ίδιος πρόσθεσε με έμφαση ότι οι χώρες της περιοχής οφείλουν να ενισχύσουν άμεσα τις δικές τους, εγχώριες αμυντικές ικανότητες, προκειμένου να προετοιμαστούν κατάλληλα για την αντιμετώπιση μελλοντικών γεωπολιτικών κρίσεων.

Σε μια σπάνια εκδήλωση δημόσιας κριτικής από τον επιχειρηματικό κόσμο της περιοχής, ο επιφανής επιχειρηματίας των Εμιράτων, Χάλαφ αλ Χάμπτουρ, αμφισβήτησε ανοιχτά τους αντικειμενικούς στόχους των στρατιωτικών επιχειρήσεων που διεξάγουν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν. Εκφράζοντας τον προβληματισμό του, διερωτήθηκε χαρακτηριστικά: «Αν τα πλήγματα έχουν στόχο να περιορίσουν το Ιράν, έλαβαν υπόψη τους τις περιφερειακές επιπτώσεις ή απλώς αγνόησαν το κόστος σύρραξη;».

Πηγές που πρόσκεινται στενά στις κυβερνήσεις της περιοχής εξέφρασαν έντονο σκεπτικισμό αναφορικά με τις ενέργειες της αμερικανικής διοίκησης. Υποστήριξαν ότι η Ουάσινγκτον έσυρε τον Κόλπο σε έναν καταστροφικό πόλεμο, ο οποίος σε πολύ μεγάλο βαθμό σχεδιάστηκε από το κράτος του Ισραήλ. Αυτό συνέβη χωρίς να μοιραστεί προηγουμένως μαζί τους ένα ολοκληρωμένο επιχειρησιακό σχέδιο, ενεργώντας με χαρακτηριστική βιασύνη και χωρίς να σταθμίσει πλήρως τις βαρύτατες πολιτικές και οικονομικές επιπτώσεις που θα προέκυπταν για τους παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ.

Μια πηγή που διαθέτει άμεση γνώση του τρόπου με τον οποίο χαράσσεται η εξωτερική πολιτική στις ΗΠΑ, δήλωσε ότι οι βασικές και πλέον κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονται αποκλειστικά από έναν πολύ μικρό και κλειστό κύκλο ανθρώπων. Ο κύκλος αυτός βρίσκεται πολύ κοντά στον Πρόεδρο Τραμπ και ενεργεί σε μεγάλο βαθμό εκτός των παραδοσιακών, θεσμικών καναλιών λήψης αποφάσεων.

Συνοψίζοντας την κατάσταση, η ίδια πηγή ανέφερε ότι «Πρόκειται για επιχειρηματίες και ανθρώπους που κλείνουν συμφωνίες, όχι διαμορφωτές πολιτικής», προσθέτοντας καταληκτικά ότι αυτή η ανορθόδοξη προσέγγιση άφησε τους στενούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών στον Περσικό Κόλπο εντελώς εκτεθειμένους σε εξωτερικούς κινδύνους.

Back to top button