Σαφές μήνυμα ότι το πακέτο μέτρων στήριξης του ενεργειακού κόστους δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες της εκπέμπει η βιομηχανία, με τους εκπροσώπους της να αναγνωρίζουν μεν ότι πρόκειται για μια κίνηση προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά να τονίζουν ότι δεν αντιμετωπίζει την ουσία του προβλήματος. Όπως επισημαίνουν, η ελληνική βιομηχανία παραμένει εκτεθειμένη σε ένα περιβάλλον υψηλών τιμών ενέργειας, την ώρα που ο διεθνής ανταγωνισμός εντείνεται.
Ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, ήταν κατηγορηματικός ως προς την αποτελεσματικότητα των μέτρων, σημειώνοντας ότι «αν πρέπει να απαντήσω στο ερώτημα αν λύνεται το πρόβλημα με αυτά τα μέτρα, οπωσδήποτε δεν λύνεται». Παράλληλα, υπογράμμισε τη διαχρονική υστέρηση της χώρας στο ενεργειακό κόστος, τονίζοντας ότι «η Ελλάδα για τη βιομηχανία πληρώνει ακριβότερο κόστος ενέργειας από πάρα πολλές χώρες μέσα στην ΕΕ».
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο πρόεδρος της Ένωσης Βιομηχανικών Καταναλωτών Ενέργειας, Αντώνης Κοντολέων, ο οποίος θέτει ευθέως ζήτημα επάρκειας των παρεμβάσεων. Όπως επισημαίνει, «διαπιστώνουμε ότι τα μέτρα περιορίζονται κύρια στην ενίσχυση ενός υφιστάμενου μέτρου, εκείνου της Αντιστάθμισης CO₂, που εφαρμόζεται από το 2013 και δεν αφορά το σύνολο των ενεργοβόρων βιομηχανιών», υπογραμμίζοντας ότι η ενίσχυση αυτή εξαρτάται από τη διάθεση επαρκών πόρων από τα έσοδα των δικαιωμάτων εκπομπών. «Το 2023 διατέθηκε μόλις το 16,2% και το 2025 μέχρι στιγμής το 20%, όταν ο στόχος είναι άνω του 25%», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Ο κ. Κοντολέων τονίζει επίσης ότι «η μείωση των ΥΚΩ δεν επαρκεί για να αντισταθμίσει την αύξηση του κόστους ενέργειας για τις βιομηχανίες που δεν εντάσσονται στην αντιστάθμιση, που αποτελούν και την πλειοψηφία», αναδεικνύοντας το βασικό έλλειμμα του πακέτου μέτρων.
Παράλληλα, θέτει ως κρίσιμο ζήτημα τη μη αξιοποίηση του ευρωπαϊκού εργαλείου CISAF, ζητώντας «η κυβέρνηση να ενώσει τη φωνή της με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες για τη βελτίωση του μέτρου, ώστε να εφαρμοστεί παράλληλα με την αντιστάθμιση CO₂ χωρίς συμψηφισμό». Όπως επισημαίνει, το εργαλείο αυτό θα μπορούσε να προσφέρει άμεση και οριζόντια στήριξη στο σύνολο της ενεργοβόρας βιομηχανίας.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η δυνατότητα επιδότησης έως και του 50% της τιμής ενέργειας για το 50% της κατανάλωσης βρίσκεται ήδη στη διάθεση των κρατών-μελών, ωστόσο δεν έχει ενεργοποιηθεί στην Ελλάδα, γεγονός που δημιουργεί ανταγωνιστικό μειονέκτημα για την εγχώρια παραγωγή.
Οι επισημάνσεις των δύο εκπροσώπων της βιομηχανίας συγκλίνουν στο βασικό συμπέρασμα ότι το πακέτο μέτρων δημιουργεί ένα σύστημα «δύο ταχυτήτων», ευνοώντας κυρίως τις μεγάλες ενεργοβόρες επιχειρήσεις, ενώ αφήνει εκτός σημαντικό τμήμα της μεταποίησης.
Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο έντονη αν ληφθεί υπόψη ότι η βιομηχανία αποτελεί βασικό πυλώνα της οικονομίας, με συνολική συμβολή που –όπως επισημαίνεται– ξεπερνά εκείνη του τουρισμού. Παρά ταύτα, η αγορά εκτιμά ότι η πολιτεία δεν έχει ακόμη υιοθετήσει την αναγκαία στρατηγική για την ουσιαστική ενίσχυσή της.
Από την πλευρά του, ο κ. Θεοδωρόπουλος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω παρεμβάσεων, σημειώνοντας ότι ο διάλογος με την κυβέρνηση συνεχίζεται και ότι έχουν ήδη κατατεθεί νέες προτάσεις, όπως η διακοψιμότητα, αλλά και άλλες λύσεις που δεν απαιτούν κατ’ ανάγκη δημοσιονομική επιβάρυνση.
Σε κάθε περίπτωση, το κοινό μήνυμα από τη βιομηχανία είναι ότι τα μέτρα, αν και θετικά ως πρώτο βήμα, δεν επαρκούν για να αντιμετωπίσουν το δομικό πρόβλημα του υψηλού ενεργειακού κόστους. Το επόμενο διάστημα θεωρείται κρίσιμο, καθώς θα κριθεί αν η κυβέρνηση θα προχωρήσει σε πιο τολμηρές και οριζόντιες παρεμβάσεις που θα ενισχύσουν ουσιαστικά την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής βιομηχανίας.
energypress.gr