Επιμέλεια: Χρήστος Κωνσταντινίδης
Η σιωπή του Πεκίνου για τον πόλεμο ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν δεν είναι ένδειξη αδυναμίας ή αμηχανίας, αλλά προϊόν ψυχρού στρατηγικού υπολογισμού. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα που αναδεικνύει η Αντάρα Γκοσάλ Σινγκ σε ανάλυσή της στο India Today, επιχειρώντας να εξηγήσει γιατί η Κίνα, παρά τη ρητορική της κατά της αμερικανικής ισχύος και τις στενές της σχέσεις με την Τεχεράνη, επιλέγει να κρατά χαμηλό προφίλ μπροστά στην κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή.
Σύμφωνα με την ανάλυση, στο εσωτερικό της κινεζικής στρατηγικής σκέψης κυριαρχεί η άποψη ότι τα πραγματικά ζωτικά συμφέροντα της χώρας περιορίζονται πρωτίστως στην Ταϊβάν και ακολούθως στη Νότια Σινική Θάλασσα. Πέρα από αυτές τις ζώνες, το Πεκίνο βλέπει τον κόσμο κυρίως μέσα από το πρίσμα του εμπορίου, της ενέργειας και των αγορών. Με αυτή τη λογική, είτε πρόκειται για τη Βενεζουέλα είτε για το Ιράν, το πρωτεύον κινεζικό συμφέρον είναι το πετρέλαιο και δευτερευόντως οι εμπορικές ευκαιρίες. Η αντιπαλότητα με τις Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να είναι χρήσιμη για το Πεκίνο όταν εκφράζεται από εταίρους και συμμάχους, όμως δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο στις σχέσεις του. Το γεγονός ότι η Κίνα διατηρεί ισχυρότατους ενεργειακούς και επενδυτικούς δεσμούς με χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και το Ιράκ, παρά τον φιλοαμερικανικό προσανατολισμό τους, δείχνει ακριβώς αυτή τη ρεαλιστική προσέγγιση.
Το μήνυμα που εκπέμπει το Πεκίνο προς τους αντι-αμερικανικούς εταίρους του είναι σαφές και μάλλον κυνικό: να συνεχίσουν να αντιστέκονται στην αμερικανική πίεση, αλλά χωρίς να περιμένουν ότι η Κίνα θα εμπλακεί άμεσα ή θα τους προσφέρει άνευ όρων κάλυψη. Όπως αναφέρει η αρθρογράφος, η λογική που φαίνεται να κερδίζει έδαφος στους κινεζικούς στρατηγικούς κύκλους συνοψίζεται στη φράση «λύστε μόνοι σας τα προβλήματά σας, μην περιμένετε άνευ όρων βοήθεια από την Κίνα και, κυρίως, μη σύρετε την Κίνα στις δικές σας περιπέτειες». Με άλλα λόγια, το Πεκίνο θέλει από τους εταίρους του να κρατούν απασχολημένη την Ουάσινγκτον, να φθείρουν αμερικανικούς πόρους και να περιορίζουν την αμερικανική επιρροή, αλλά όχι να δημιουργούν τέτοιου είδους κρίσεις που θα υποχρέωναν την ίδια την Κίνα να διαλέξει ανοιχτά στρατόπεδο.
Την ίδια ώρα, όμως, αναπτύσσεται και μια δεύτερη, πιο ανήσυχη σχολή σκέψης στην Κίνα. Κατά αυτή την προσέγγιση, οι αμερικανικές ενέργειες στη Βενεζουέλα, στην Κούβα, στην Κολομβία και τώρα στο Ιράν δεν είναι μεμονωμένες κρίσεις, αλλά τμήματα μιας ενιαίας παγκόσμιας στρατηγικής των ΗΠΑ, που αποσκοπεί τελικά στον γεωπολιτικό περιορισμό της Κίνας. Υπό αυτό το πρίσμα, η αποδυνάμωση ή ακόμη και η ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος δεν θα είχε μόνο περιφερειακές συνέπειες, αλλά θα αποτελούσε και σοβαρό πλήγμα για το κύρος δομών όπως οι BRICS και ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης, ενώ θα περιόριζε την επιρροή Κίνας και Ρωσίας στη Μέση Ανατολή. Γι’ αυτό και, όπως σημειώνεται στην ανάλυση, αρκετοί στο Πεκίνο θεωρούν ότι το Ιράν εξακολουθεί να έχει στρατηγική αξία ακριβώς επειδή διατηρεί σκληρή αντι-αμερικανική στάση και απορροφά αμερικανικούς πόρους.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Κίνα δείχνει να επιλέγει μια έμμεση, χαμηλής ορατότητας εμπλοκή, αντί μιας ανοιχτής μετωπικής σύγκρουσης με τις ΗΠΑ. Η Σινγκ σημειώνει ότι το Πεκίνο έχει ήδη προσφέρει διπλωματική και ηθική στήριξη στην Τεχεράνη, καταδικάζοντας τις αμερικανικές και ισραηλινές ενέργειες και επιχειρώντας να εμφανιστεί ως υπεύθυνη δύναμη που υπερασπίζεται τη νομιμότητα απέναντι στον νόμο της ζούγκλας. Παράλληλα, πιέζει υπέρ διαπραγματεύσεων και επιχειρεί να αποτρέψει περαιτέρω διεύρυνση της σύγκρουσης ή νέες στοχευμένες δολοφονίες Ιρανών ηγετών. Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, η Κίνα επιδιώκει να διατηρήσει ζωντανή την ιρανική οικονομία μέσω εμπορικών συναλλαγών, ώστε να μην καταρρεύσει το καθεστώς από οικονομική ασφυξία, ενώ αναζητεί δίαυλους επικοινωνίας με χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα για να αποτρέψει ένα ευρύτερο αντι-ιρανικό μέτωπο.
Η πιο ενδιαφέρουσα πτυχή είναι ότι, κατά την αρθρογράφο, ένα τμήμα της κινεζικής στρατηγικής κοινότητας θεωρεί πως η Κίνα ίσως χρειαστεί να παρέμβει περισσότερο, αλλά με εξαιρετικά προσεκτικό τρόπο. Αυτό σημαίνει όχι απαραίτητα άμεση στρατιωτική εμπλοκή, αλλά παροχή πληροφοριακής υποστήριξης, διττής χρήσης υλικών, οικονομικών γραμμών αντοχής και ενθάρρυνση άλλων χωρών, όπως η Ρωσία, το Πακιστάν και η Βόρεια Κορέα, να βοηθήσουν την Τεχεράνη με τον δικό τους τρόπο. Η επιδίωξη δεν θα ήταν μια θεαματική κινεζική είσοδος στον πόλεμο, αλλά η ενίσχυση της δυνατότητας του Ιράν να αντέξει σε έναν παρατεταμένο πόλεμο φθοράς απέναντι στις ΗΠΑ.
Το συνολικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η κινεζική «σιωπή» δεν είναι ουδετερότητα. Είναι ελεγχόμενη στάση. Το Πεκίνο θέλει να αποκομίσει τα στρατηγικά οφέλη από μια σύγκρουση που φθείρει την αμερικανική ισχύ, χωρίς όμως να πληρώσει το κόστος μιας άμεσης αντιπαράθεσης. Θέλει ένα Ιράν όρθιο, όχι απαραίτητα νικηφόρο. Θέλει να συνεχίσει να αγοράζει πετρέλαιο, να διατηρεί επιρροή και να προβάλλει διπλωματικό κύρος, χωρίς να ρισκάρει μετωπική εμπλοκή πριν διασφαλίσει τα δικά της υπαρξιακά συμφέροντα στην Ασία.
Με απλά λόγια, η Κίνα λέει στους εταίρους της αυτό που σπάνια διατυπώνεται τόσο ωμά στη διεθνή πολιτική: είμαστε μαζί σας όσο αυτό εξυπηρετεί το δικό μας παιχνίδι ισχύος, αλλά όταν έρθει η ώρα της πραγματικής σύγκρουσης, ο καθένας θα πολεμήσει για τον εαυτό του.