Σε μια συνέντευξη με έντονο γεωπολιτικό και νομικό αποτύπωμα, ο Γιώργος Ανθρακέας ανέπτυξε στον Χρήστο Μουρτζούκο την άποψη ότι τα ζητήματα που εγείρει η Τουρκία απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο δεν είναι διμερή, αλλά βαθύτατα ευρωτουρκικά, και ότι η Αθήνα διαχρονικά χάνει κρίσιμο έδαφος επειδή δεν αξιοποιεί όπως πρέπει το ευρωπαϊκό δίκαιο. Στον πυρήνα της τοποθέτησής του βρέθηκε η θέση ότι η Ελλάδα, από τη στιγμή που ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όφειλε και οφείλει να μετατρέπει τις τουρκικές προκλήσεις από ελληνοτουρκικό σε ευρωτουρκικό πρόβλημα, θέτοντας την Άγκυρα αντιμέτωπη όχι μόνο με την Αθήνα, αλλά με τους ίδιους τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Αφορμή για τη συζήτηση αποτέλεσαν τόσο οι εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο και η αποστολή ελληνικών δυνάμεων προς υποστήριξη της Κύπρου, όσο και οι νέες τουρκικές παρεμβάσεις σε ζητήματα όπως η πόντιση καλωδίου στην Αστυπάλαια. Ο συνομιλητής του Χρήστου Μουρτζούκου υποστήριξε ότι η ελληνική πλευρά εδώ και χρόνια αντιμετωπίζει λάθος το πρόβλημα, επιμένοντας σε μια διμερή λογική, ενώ θα έπρεπε να ενεργοποιεί το νομικό και πολιτικό οπλοστάσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως όταν πρόκειται για έργα ή ζώνες που σχετίζονται άμεσα με ευρωπαϊκά συμφέροντα, χρηματοδότηση και θεσμικές αρμοδιότητες.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στο ζήτημα του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού, με τον Ανθρακέα να σημειώνει ότι η Ελλάδα υποχρεώθηκε να κινηθεί καθυστερημένα μόνο και μόνο για να αποφύγει τις ευρωπαϊκές κυρώσεις, χωρίς όμως να εκμεταλλευτεί πλήρως τις δυνατότητες που της προσφέρει το ενωσιακό πλαίσιο. Κατά τον ίδιο, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη δημιουργήσει ένα νομικό πεδίο μέσα στο οποίο η Ελλάδα μπορεί να κατοχυρώσει με πολύ πιο στέρεο τρόπο τα συμφέροντά της, αρκεί να θελήσει να κινηθεί οργανωμένα, γρήγορα και με σαφή στρατηγική.
Στο πιο ουσιαστικό μέρος της παρέμβασής του, ο Γιώργος Ανθρακέας παρουσίασε μια συγκεκριμένη νομική πρόταση για τη διασύνδεση Ελλάδας και Κύπρου μέσω κοινής ΑΟΖ, υποστηρίζοντας ότι η λύση πρέπει να αναζητηθεί όχι στο διεθνές δικαστικό πεδίο της Χάγης, αλλά στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Λουξεμβούργο. Σύμφωνα με την προσέγγισή του, η Ελλάδα και η Κύπρος θα μπορούσαν, με συνυποσχετικό και με βάση το ευρωπαϊκό δίκαιο, να προσφύγουν σε ευρωπαϊκή διαδικασία που θα οδηγούσε σε οριοθέτηση βάσει της μέσης γραμμής. Ο ίδιος υποστήριξε ότι μια τέτοια εξέλιξη θα είχε τεράστια ιστορική και στρατηγική σημασία, καθώς θα συνέδεε δια θαλάσσης τον ελληνισμό ύστερα από αιώνες και θα δημιουργούσε ένα σαφές νομικό τετελεσμένο απέναντι στις τουρκικές αμφισβητήσεις.
Παράλληλα, ανέλυσε τη θέση ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να κινηθεί νομικά και κατά της Τουρκίας, της Αλβανίας, αλλά και της Λιβύης, εφόσον όλες αυτές οι περιπτώσεις, κατά την άποψή του, αγγίζουν δικαιώματα που πηγάζουν από το ευρωπαϊκό δίκαιο και επηρεάζουν ευθέως την ελληνική και ευρωπαϊκή θαλάσσια κυριαρχία. Στη λογική αυτή, επέμεινε ότι η τουρκική και αλβανική περίπτωση συνδέονται άμεσα με την ενταξιακή τους πορεία στην ΕΕ και άρα η Ελλάδα θα έπρεπε να αξιοποιεί με πολύ πιο επιθετικό τρόπο τα θεσμικά εργαλεία της Ένωσης. Για τη Λιβύη, από την άλλη, σημείωσε πως ακόμη και ως τρίτη χώρα εκτός ΕΕ μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με ευρωπαϊκή νομική αντίδραση εφόσον παρεμποδίζει ή αμφισβητεί εμπράκτως δικαιώματα της Ελλάδας που εδράζονται στο ενωσιακό πλαίσιο.
Η κριτική του προς τις ελληνικές κυβερνήσεις ήταν σφοδρή, καθώς υποστήριξε ότι διαχρονικά πορεύθηκαν με λανθασμένη εξωτερική πολιτική, παραπέμποντας τα πάντα στο αόριστο “διεθνές δίκαιο”, τη στιγμή που –όπως είπε– η χώρα θα έπρεπε να επενδύει στο πιο συγκεκριμένο, δεσμευτικό και πρακτικό πεδίο του ευρωπαϊκού δικαίου. Κατά τη δική του ανάγνωση, το διεθνές δίκαιο, όπως εφαρμόζεται στην πράξη, παραμένει δίκαιο του ισχυρού, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση παρέχει πολύ πιο απτές δυνατότητες για την υπεράσπιση των ελληνικών θέσεων, αρκεί να υπάρχει η γνώση και η βούληση να χρησιμοποιηθούν.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στην αμυντική στήριξη της Ελλάδας προς την Κύπρο, με τον Ανθρακέα να επισημαίνει ότι αυτή η κίνηση, όσο ορθή κι αν ήταν πολιτικά και εθνικά, δεν πρέπει να ιδωθεί μόνο επικοινωνιακά, αλλά πρωτίστως μέσα από το νομικό της υπόβαθρο. Όπως εξήγησε, η ελληνική παρουσία στην κυπριακή υπόθεση εδράζεται στο άρθρο 42 παράγραφος 7 της Συνθήκης της Λισαβόνας, δηλαδή στη ρήτρα αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής εντός της ΕΕ. Στην ουσία, η θέση του ήταν ότι η Ελλάδα ενήργησε ως χώρα-μέλος της Ένωσης που ανταποκρίνεται σε ευρωπαϊκή υποχρέωση και όχι απλώς ως κράτος που σπεύδει εθνικά να σταθεί στο πλευρό της Κύπρου.
Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε και τη στάση της Γαλλίας, αλλά και τη γενικότερη διαφοροποίηση που, κατά την άποψή του, έχει αρχίσει να διαφαίνεται ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ΝΑΤΟ ως προς ορισμένες κρίσεις. Υποστήριξε ότι το άρθρο 42 παράγραφος 7 της Συνθήκης της Λισαβόνας έχει αποκτήσει τέτοιο βάρος, ώστε σε ορισμένες περιπτώσεις λειτουργεί ως ουσιαστικός πυλώνας ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, ακόμη και ισχυρότερος πολιτικά από την κλασική νατοϊκή λογική.
Ξεχωριστό κεφάλαιο της συζήτησης αποτέλεσε το θέμα των βρετανικών βάσεων στην Κύπρο, με τον Ανθρακέα να υποστηρίζει ότι μετά το Brexit έχει καταστεί ακόμη πιο επιτακτικό να τεθεί ζήτημα αναθεώρησης του ειδικού καθεστώτος που διατηρεί το Ηνωμένο Βασίλειο στο νησί. Επέμεινε ότι δεν είναι λογικό μια χώρα που δεν είναι πλέον μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διατηρεί εντός κυπριακού εδάφους –άρα και ευρωπαϊκού εδάφους– ειδικό νομικό καθεστώς κυριαρχίας και να συνεχίζει να λειτουργεί επί τη βάσει αποικιοκρατικών ρυθμίσεων του παρελθόντος. Κατά την άποψή του, η Κυπριακή Δημοκρατία θα έπρεπε να ζητήσει άμεσα τροποποίηση του σχετικού νομικού πλαισίου και η Ελλάδα να σταθεί έμπρακτα δίπλα της σε αυτή την προσπάθεια.
Το συνολικό μήνυμα της συνέντευξης ήταν σαφές: ο Γιώργος Ανθρακέας υποστήριξε ότι η Ελλάδα διαθέτει πολύ ισχυρότερα νομικά και πολιτικά όπλα από όσα χρησιμοποιεί σήμερα και ότι το κλειδί βρίσκεται στη μεταφορά του βάρους από τη λογική των “διμερών διαφορών” στη λογική της ευρωπαϊκής δικαστικής και θεσμικής πίεσης. Κατά τον ίδιο, μόνο έτσι μπορεί να ανατραπεί το σημερινό αδιέξοδο, να περιοριστούν οι τουρκικές παρεμβάσεις και να αποκτήσει η ελληνική εξωτερική πολιτική σαφές, ρεαλιστικό και αποτελεσματικό βάθος.
Δείτε τη συνέντευξη: