Μια ιδιαίτερα αιχμηρή ανάλυση για τη δράση ιδιωτικών εταιρειών πληροφοριών, τις επιχειρήσεις διαδικτυακής επιρροής και τον ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν στις εκλογικές διαδικασίες παρουσίασε ο Σταύρος Καλεντερίδης, συνδέοντας υποθέσεις από την Κολομβία και τη Σλοβενία μέχρι την Ελλάδα.
Στο επίκεντρο της τοποθέτησής του βρέθηκαν οι δυνατότητες που προσφέρουν πλέον τα bots, τα δίκτυα ψεύτικων λογαριασμών και η τεχνητή νοημοσύνη, καθώς, όπως υποστήριξε, μπορούν να δημιουργήσουν μια τεχνητή εικόνα κοινωνικής αποδοχής ή απόρριψης ενός πολιτικού προσώπου.
Ο Καλεντερίδης υποστήριξε ότι το κρίσιμο ζήτημα δεν αφορά απλώς την προπαγάνδα στα κοινωνικά δίκτυα. Κατά την εκτίμησή του, πρόκειται για ένα νέο πεδίο επιχειρήσεων επιρροής, στο οποίο συνδυάζονται επικοινωνιακές καμπάνιες, συλλογή πληροφοριών, ιδιωτικές εταιρείες και τεχνογνωσία ανθρώπων που έχουν υπηρετήσει σε κρατικούς μηχανισμούς ασφαλείας.
Η Κολομβία και οι καταγγελίες Πέτρο
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα παρουσίασε την Κολομβία και τις καταγγελίες του Γκουστάβο Πέτρο για ξένη παρέμβαση στην πολιτική και εκλογική διαδικασία.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο Καλεντερίδης, στο επίκεντρο των καταγγελιών βρίσκεται η χρήση τεράστιου αριθμού αυτοματοποιημένων λογαριασμών, οι οποίοι εμφανίζονται ως πραγματικοί χρήστες και επιχειρούν να διαμορφώσουν το πολιτικό κλίμα.
Ο ίδιος στάθηκε ιδιαίτερα στη δυνατότητα της τεχνητής νοημοσύνης να κατασκευάζει ολοκληρωμένα ψηφιακά προφίλ, με φωτογραφίες, αναρτήσεις και ιστορικό δραστηριότητας, δημιουργώντας την εντύπωση πραγματικών ανθρώπων.
Με αυτόν τον τρόπο, σημείωσε, μπορούν να παραχθούν μαζικά διαφορετικά μηνύματα υπέρ ή κατά ενός υποψηφίου και να κατακλύσουν τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης.
Ο Καλεντερίδης παρουσίασε τις σχετικές καταγγελίες του Πέτρο ως ζήτημα εθνικής κυριαρχίας, τονίζοντας ότι η δυνατότητα μιας ξένης δύναμης ή μιας ιδιωτικής εταιρείας να επηρεάζει τη βούληση των πολιτών αποτελεί πλέον σοβαρό κίνδυνο για τα δημοκρατικά πολιτεύματα.
Από τα bots στις ιδιωτικές εταιρείες πληροφοριών
Στη συνέχεια αναφέρθηκε στις Black Core και Black Cube, εστιάζοντας γενικότερα στο μοντέλο λειτουργίας εταιρειών που αξιοποιούν τεχνικές πληροφοριών και διαδικτυακής επιρροής.
Έκανε ιδιαίτερη αναφορά στη Γαλλία και στη VIGINUM, την αρμόδια γαλλική υπηρεσία για την αντιμετώπιση ξένων ψηφιακών παρεμβάσεων, υποστηρίζοντας ότι οι γαλλικές αρχές έχουν εξετάσει δραστηριότητες δικτύων που φέρονται να χρησιμοποίησαν ψεύτικους λογαριασμούς για τη στοχοποίηση πολιτικών προσώπων.
Στην ανάλυσή του παρέθεσε επίσης παραδείγματα από άλλες χώρες, όπως τη Σλοβενία, τη Ρουμανία και την Ουγγαρία, προκειμένου να υποστηρίξει ότι οι επιχειρήσεις αυτού του τύπου δεν αποτελούν μεμονωμένα περιστατικά.
Για τη Black Cube, υπενθύμισε και την πολύκροτη υπόθεση του Χάρβεϊ Γουάινστιν, ο οποίος είχε προσλάβει την εταιρεία στο πλαίσιο προσπαθειών συλλογής πληροφοριών για γυναίκες και δημοσιογράφους που ερευνούσαν τις καταγγελίες εναντίον του.
Κατά τον Καλεντερίδη, αυτό αποδεικνύει πόσο λεπτή μπορεί να γίνει η γραμμή ανάμεσα στην ιδιωτική συλλογή πληροφοριών, την πολιτική επιρροή και τις επιχειρήσεις που αποσκοπούν στην αποδυνάμωση αντιπάλων.
Η ελληνική διάσταση και το δημοσίευμα της Haaretz
Το πλέον πολιτικά φορτισμένο τμήμα της ανάλυσης αφορούσε την Ελλάδα και τις εκλογές του 2023.
Ο Σταύρος Καλεντερίδης επικαλέστηκε δημοσίευμα της ισραηλινής εφημερίδας Haaretz, αναφερόμενος σε επαφές Ισραηλινών πολιτικών και επικοινωνιακών συμβούλων με την ελληνική πλευρά πριν από τις βουλευτικές εκλογές.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον Μότι Σάντερ, τον οποίο παρουσίασε ως άνθρωπο με στενές σχέσεις με τον Ισραηλινό πρόεδρο Ισαάκ Χέρτζογκ και με εμπειρία στις πολιτικές και επικοινωνιακές εκστρατείες.
Σύμφωνα με την αφήγηση του Καλεντερίδη για το δημοσίευμα, στα τέλη του 2022 υπήρξε προσέγγιση με την ελληνική πλευρά και επαφή με τον Σταύρο Παπασταύρου, ενώ πραγματοποιήθηκαν συναντήσεις με αντικείμενο τεχνικές πολιτικής και διαδικτυακής επικοινωνίας.
Ο αναλυτής συνέδεσε χρονικά τις συγκεκριμένες επαφές με την περίοδο κατά την οποία βρισκόταν ήδη σε πλήρη εξέλιξη στην Ελλάδα η υπόθεση των υποκλοπών και του Predator.
Για τον ίδιο, το γεγονός αυτό δημιουργεί σοβαρά πολιτικά ερωτήματα για τις σχέσεις μεταξύ ιδιωτικών εταιρειών πληροφοριών, πολιτικής επικοινωνίας και εκλογικών εκστρατειών.
Προχώρησε, μάλιστα, πολύ περισσότερο, υποστηρίζοντας ότι τέτοιου είδους μηχανισμοί διαδικτυακής επιρροής μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την ενίσχυση πολιτικών δυνάμεων, την αποδόμηση αντιπάλων και τη δημιουργία πλασματικής εικόνας στα κοινωνικά δίκτυα.
Πρόκειται, πάντως, για βαριές καταγγελίες και πολιτικά συμπεράσματα που διατυπώνει ο ίδιος ο Καλεντερίδης και δεν πρέπει να συγχέονται με αποδεδειγμένη αλλοίωση της καταμέτρησης ή του αποτελέσματος των ελληνικών εκλογών.
«Δεν είναι απλώς επικοινωνία – είναι θέμα εθνικής ασφάλειας»
Ο κεντρικός άξονας της παρέμβασής του ήταν ότι η ψηφιακή επιρροή έχει πλέον εξελιχθεί σε ζήτημα εθνικής ασφάλειας.
Τα σύγχρονα εργαλεία, σύμφωνα με τον Καλεντερίδη, επιτρέπουν σε οργανωμένα δίκτυα να δημιουργούν χιλιάδες λογαριασμούς, να παράγουν μαζικά περιεχόμενο με τεχνητή νοημοσύνη και να δημιουργούν την ψευδαίσθηση ότι μια συγκεκριμένη πολιτική άποψη αποτελεί αυθόρμητη κοινωνική τάση.
Έτσι, ο πόλεμος της πληροφορίας μεταφέρεται στο εσωτερικό των ίδιων των δημοκρατιών.
Ο Καλεντερίδης έκλεισε την ανάλυσή του με μια ευρύτερη πολιτειακή τοποθέτηση, υποστηρίζοντας ότι η χώρα χρειάζεται βαθιές θεσμικές αλλαγές, νέο Σύνταγμα και ένα πολιτικό σύστημα στο οποίο –όπως ανέφερε– η κυριαρχία θα βρίσκεται πραγματικά στα χέρια των πολιτών.
Το μήνυμα που επιχείρησε να περάσει ήταν σαφές: στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, των bots και των ιδιωτικών επιχειρήσεων πληροφοριών, η προστασία της εκλογικής διαδικασίας δεν αφορά πλέον μόνο την κάλπη. Αφορά ολόκληρο το ψηφιακό πεδίο μέσα στο οποίο διαμορφώνεται η πολιτική βούληση.