Με μια παρέμβαση που άνοιξε τον χάρτη πολύ πέρα από το άμεσο πεδίο της σύγκρουσης, ο καθηγητής Ιωάννης Μάζης μιλώντας στην τηλεόραση του ΣΙΓΜΑ επιχείρησε να βάλει τη συζήτηση στη σωστή της διάσταση: ο πόλεμος που εξελίσσεται στη Μέση Ανατολή δεν μπορεί να διαβαστεί μόνο ως αντιπαράθεση ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν, αλλά ως μέρος μιας πολύ ευρύτερης στρατηγικής σύγκρουσης, στην κορυφή της οποίας βρίσκεται η Κίνα.
Ο κ. Μάζης σημείωσε εξαρχής ότι η αγωνία δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στο αν θα υπάρξει χτύπημα στην Κύπρο, αλλά κυρίως στις επιπτώσεις ενός πολέμου που, όπως όλα δείχνουν, δεν θα είναι σύντομος. Όπως εξήγησε, η φρασεολογία του Ντόναλντ Τραμπ παραμένει εσκεμμένα ευέλικτη, επιτρέποντάς του να παρουσιάσει ανά πάσα στιγμή μια αποχώρηση ως επιτυχία, εφόσον μπορεί να ισχυριστεί ότι επετεύχθησαν συγκεκριμένοι στόχοι και το Ιράν αποδυναμώθηκε.
Στην ανάλυσή του, ο καθηγητής έδωσε ιδιαίτερο βάρος στον πραγματικό στρατηγικό αντίπαλο της Ουάσιγκτον, ο οποίος, όπως είπε, δεν είναι άλλος από την Κίνα. Κατά τον ίδιο, μία από τις βασικές επιδιώξεις της αμερικανικής πλευράς είναι η απομείωση της ενεργειακής προμήθειας του Πεκίνου από το Ιράν. Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς η Κίνα διαθέτει κυρίαρχη θέση στις σπάνιες γαίες και στην επεξεργασία κρίσιμων υλικών, στοιχείο που της δίνει τεράστιο πλεονέκτημα τόσο στην αμυντική βιομηχανία όσο και στην υψηλή τεχνολογία.
Ο Ιωάννης Μάζης ξεκαθάρισε επίσης ότι οι επίσημοι αμερικανικοί στόχοι δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως ούτε από το State Department ούτε από τον ίδιο τον Τραμπ. Αυτή η ασάφεια, όπως επισήμανε, επιτρέπει πολιτικούς ελιγμούς, ειδικά ενόψει του εσωτερικού πολιτικού κόστους στις Ηνωμένες Πολιτείες και των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον κρατά ανοιχτή την πόρτα τόσο για κλιμάκωση όσο και για ελεγχόμενη έξοδο.
Σε ό,τι αφορά το Ισραήλ, ο κ. Μάζης υποστήριξε ότι έχει πιο καθαρό και άμεσο στόχο: να εκκαθαρίσει οριστικά την απειλή της Χεζμπολάχ στον νότιο Λίβανο, μέχρι τον ποταμό Λιτάνι, αποφεύγοντας την επανάληψη των λαθών του παρελθόντος. Όπως υπενθύμισε, το Τελ Αβίβ είχε αποσυρθεί από τη ζώνη αυτή το 2000, μόνο για να δει τη Χεζμπολάχ να επανεγκαθίσταται άμεσα και να συνεχίζει τις επιθέσεις κατά του βόρειου Ισραήλ. Κατά την εκτίμησή του, αυτή τη φορά η ισραηλινή πλευρά δεν προτίθεται να αφήσει ανοιχτό το ίδιο μέτωπο.
Για το εσωτερικό του Ιράν, ο καθηγητής υπογράμμισε ότι δεν πρόκειται για ένα απλό, συγκεντρωτικό καθεστώς που καταρρέει αν εξουδετερωθεί η κορυφή του. Αντίθετα, μίλησε για ένα σύστημα με ιδεολογικό, θρησκευτικό και θεσμικό βάθος, στο οποίο ο ανώτατος πνευματικός ηγέτης δεν είναι ένας κοινός πολιτικός παράγοντας, αλλά εντάσσεται σε ολόκληρη τη σιιτική εσχατολογική αντίληψη περί εξουσίας και θείας αποστολής. Προειδοποίησε, ωστόσο, ότι εάν εμφανιστεί εσωτερική ρήξη ανάμεσα σε έναν πιο μετριοπαθή θρησκευτικό πόλο και τους Φρουρούς της Επανάστασης, τότε η συνοχή του ιρανικού καθεστώτος θα τεθεί πράγματι υπό σοβαρή δοκιμασία.
Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρθηκε και στο κουρδικό στοιχείο, τονίζοντας ότι ΗΠΑ και Ισραήλ επιχειρούν να ενεργοποιήσουν εσωτερικές πιέσεις στα δυτικά σύνορα του Ιράν, εξοπλίζοντας και στηρίζοντας κουρδικές δυνάμεις. Παρ’ όλα αυτά, εμφανίστηκε επιφυλακτικός ως προς το κατά πόσο αυτή η στρατηγική μπορεί να αποδώσει, επισημαίνοντας ότι η στάση Τραμπ στη Συρία άφησε βαθιά δυσπιστία στους Κούρδους, καθώς θεωρούν ότι εγκαταλείφθηκαν όταν η Ουάσιγκτον το έκρινε σκόπιμο. Επιπλέον, υποστήριξε ότι η αμερικανική ρητορική έχει ήδη υποχωρήσει, από την ιδέα της απόσχισης προς μια πιο ήπια ιδέα αυτονομίας, ακριβώς επειδή κανείς δεν θέλει να κατηγορηθούν οι Κούρδοι πως συμβάλλουν στον ακρωτηριασμό της ιρανικής πατρίδας.
Αναφερόμενος στην εικόνα που μεταδίδεται από το πεδίο, ο Ιωάννης Μάζης απέρριψε κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς περί ισοπέδωσης του Τελ Αβίβ, λέγοντας ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να αποκρυφτεί σε ένα περιβάλλον όπου δρα πλήθος δυτικών μέσων ενημέρωσης, πολλά από τα οποία δεν ταυτίζονται ούτε με την ισραηλινή κυβέρνηση ούτε με τον Ντόναλντ Τραμπ. Κατά συνέπεια, εξήγησε, οι πληροφορίες περί ολοκληρωτικής καταστροφής δεν ευσταθούν.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η τοποθέτησή του για την Ουκρανία. Ο καθηγητής εκτίμησε ότι ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι βλέπει με έντονη ανησυχία την προσοχή, τα όπλα και τους πόρους να μετακινούνται από το ουκρανικό μέτωπο προς τη Μέση Ανατολή. Την ίδια ώρα, όπως είπε, η προσωρινή άρση περιορισμών στη ρωσική ενεργειακή εξαγωγή προς ασιατικές χώρες και προς την Ινδία προσφέρει ουσιαστική ανάσα στη ρωσική πολεμική οικονομία, σε μια περίοδο που η Μόσχα δεχόταν πίεση. Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτό εξηγεί την όλο και μεγαλύτερη αγωνία του Κιέβου, καθώς αντιλαμβάνεται ότι η διεθνής δυναμική μετακινείται και ότι η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή αναδιατάσσει συνολικά τις προτεραιότητες της Δύσης.
Η παρέμβαση του Ιωάννη Μάζη στο ΣΙΓΜΑ είχε ένα καθαρό κεντρικό μήνυμα: πίσω από τον καπνό του πολέμου, πίσω από τις ρουκέτες, τις αναχαιτίσεις και τις καθημερινές εικόνες σύγκρουσης, διεξάγεται ήδη ένα πολύ μεγαλύτερο παιχνίδι ισχύος. Και αυτό το παιχνίδι δεν αφορά μόνο την Τεχεράνη, το Τελ Αβίβ ή τη Βηρυτό, αλλά το ίδιο το μέλλον της διεθνούς ισορροπίας δυνάμεων.