breaking newsΔιεθνή

Al Jazeera: Ο πόλεμος των σημάτων – Πώς η Ρωσία και η Κίνα βοηθούν το Ιράν να «βλέπει» το πεδίο της μάχης;

Οι πρόσφατες αποκαλύψεις ότι η Ρωσία παρέχει στο Ιράν ευαίσθητες στρατιωτικές πληροφορίες, μεταξύ των οποίων και ακριβείς τοποθεσίες αμερικανικών πολεμικών πλοίων και αεροσκαφών στη Μέση Ανατολή, δεν δείχνουν απλώς μια ακόμη γεωπολιτική συνεργασία. Αποκαλύπτουν την εμφάνιση ενός νέου είδους πολέμου. Ενός πολέμου χωρίς σαφή μέτωπα, όπου η μάχη δεν δίνεται κυρίως με πυραύλους ή άρματα μάχης, αλλά με δορυφορικές εικόνες, ραντάρ, δεδομένα στόχευσης και κρυπτογραφημένες συντεταγμένες.

Σήμερα στον Περσικό Κόλπο το πραγματικό πεδίο μάχης είναι το ηλεκτρομαγνητικό φάσμα. Οι αντίπαλοι προσπαθούν να αποκτήσουν πληροφοριακή υπεροχή και, κυρίως, να τυφλώσουν τον αντίπαλο πριν εκείνος μπορέσει να αντιδράσει.

Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν φέρεται να αρνήθηκε ότι η Μόσχα μοιράζεται τέτοιου είδους πληροφορίες με την Τεχεράνη σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ. Η διάψευση αυτή όμως δεν αλλάζει ιδιαίτερα την εικόνα. Η Ρωσία έχει ήδη λάβει ιρανικά drones και πυρομαχικά για τον πόλεμό της στην Ουκρανία, ενώ παρακολουθεί εδώ και καιρό τις Ηνωμένες Πολιτείες να παρέχουν στο Κίεβο πληροφορίες στόχευσης για πλήγματα σε ρωσικές θέσεις. Για τη Μόσχα, οι πληροφορίες αποτελούν πλέον ένα στρατηγικό νόμισμα, και ο Πούτιν φαίνεται απλώς να το χρησιμοποιεί.

Όταν οι πληροφορίες γίνονται όπλο

Στη σύγχρονη στρατιωτική πραγματικότητα, η γνώση της ακριβούς θέσης του αντιπάλου μπορεί να είναι πιο πολύτιμη ακόμη και από τα ίδια τα όπλα. Όπως είχε επισημάνει ο πρώην αξιωματικός της CIA Bruce Riedel, στον σύγχρονο πόλεμο οι συντεταγμένες ενός στόχου συχνά αξίζουν περισσότερο από τις σφαίρες.

Αυτή η αρχή εφαρμόζεται πλέον σε πραγματικό χρόνο στον Περσικό Κόλπο. Η συνεργασία πληροφοριών μεταξύ Ρωσίας και Ιράν έχει επιτρέψει στην Τεχεράνη να εντοπίζει αμερικανικές και ισραηλινές στρατιωτικές μονάδες με ακρίβεια που προηγουμένως δεν διέθετε. Το Ιράν διαθέτει περιορισμένο αριθμό στρατιωτικών δορυφόρων αναγνώρισης και δεν μπορεί από μόνο του να παρακολουθεί γρήγορα κινούμενους ναυτικούς στόχους σε ανοιχτή θάλασσα.

Η Ρωσία όμως διαθέτει ένα εξελιγμένο δίκτυο δορυφορικής επιτήρησης. Μεταξύ αυτών βρίσκεται και ο δορυφόρος Kanopus-V, ο οποίος μετά την επιχειρησιακή του χρήση από το Ιράν μετονομάστηκε σε Khayyam. Το σύστημα αυτό παρέχει συνεχείς οπτικές και ραντάρ εικόνες της περιοχής, επιτρέποντας στην Τεχεράνη να ενισχύσει σημαντικά τις δυνατότητες στόχευσης της.

Η σημασία αυτής της υποστήριξης φαίνεται και από πρόσφατα περιστατικά. Το drone που έπληξε αμερικανική στρατιωτική εγκατάσταση στο Κουβέιτ, με αποτέλεσμα τον θάνατο έξι Αμερικανών στρατιωτών, δεν βρήκε τον στόχο του τυχαία. Αμερικανοί αξιωματούχοι επισημαίνουν ότι αρκετά ιρανικά πλήγματα έπληξαν εγκαταστάσεις που δεν εμφανίζονται σε δημόσιους χάρτες, γεγονός που δείχνει ότι οι επιθέσεις βασίστηκαν σε εξωτερικές πληροφορίες υψηλής ακρίβειας.

Ο διακριτικός αλλά καθοριστικός ρόλος της Κίνας

Παράλληλα με τη ρωσική συνεισφορά, η Κίνα παίζει έναν πιο σιωπηλό αλλά εξίσου σημαντικό ρόλο. Το Πεκίνο έχει επενδύσει εδώ και χρόνια στην αναβάθμιση των ιρανικών δυνατοτήτων ηλεκτρονικού πολέμου. Έχει προμηθεύσει προηγμένα συστήματα ραντάρ, έχει βοηθήσει τη μετάβαση της ιρανικής στρατιωτικής πλοήγησης από το αμερικανικό GPS στο κινεζικό δορυφορικό σύστημα BeiDou-3, ενώ παρέχει επίσης υποστήριξη σε πληροφορίες σημάτων και χαρτογράφηση εδάφους μέσω του δορυφορικού του δικτύου.

Η τεχνολογική αυτή βοήθεια μειώνει τον χρόνο που χρειάζεται το Ιράν για να εντοπίσει και να στοχοποιήσει έναν αντίπαλο. Στον σύγχρονο πόλεμο ακόμη και λίγα λεπτά διαφορά μπορούν να αλλάξουν την έκβαση μιας σύγκρουσης.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το κινεζικό ραντάρ YLC-8B, το οποίο λειτουργεί σε χαμηλές συχνότητες και έχει σχεδιαστεί για να εντοπίζει ακόμη και αεροσκάφη stealth. Αεροσκάφη όπως το F-35 και το B-21 Raider, τα οποία σχεδιάστηκαν για να είναι σχεδόν αόρατα στα συμβατικά ραντάρ, μπορούν να γίνουν πιο ανιχνεύσιμα απέναντι σε τέτοια συστήματα.

Παράλληλα, το Ιράν φέρεται να βρίσκεται κοντά σε συμφωνία για την απόκτηση περίπου 50 υπερηχητικών αντιπλοϊκών πυραύλων CM-302, της εξαγωγικής έκδοσης του κινεζικού YJ-12. Οι πύραυλοι αυτοί ταξιδεύουν με ταχύτητα έως και Mach 3 και πετούν πολύ χαμηλά πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, μειώνοντας τον χρόνο αντίδρασης των πολεμικών πλοίων σε λίγα μόνο δευτερόλεπτα. Για τον λόγο αυτό συχνά αποκαλούνται «δολοφόνοι αεροπλανοφόρων».

Η απάντηση ΗΠΑ και Ισραήλ

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ δεν παρακολουθούν παθητικά αυτές τις εξελίξεις. Οι υπηρεσίες πληροφοριών των δύο χωρών προσπαθούν να εντοπίσουν τις κινήσεις της ιρανικής ηγεσίας και να χαρτογραφήσουν τα δίκτυα διοίκησης των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC).

Στις πρώτες φάσεις των επιχειρήσεων Roaring Lion και Epic Fury, ισραηλινά και αμερικανικά πλήγματα κατέστρεψαν μεγάλο μέρος της ιρανικής υποδομής ραντάρ. Η καταστροφή ενός τέτοιου συστήματος δεν σημαίνει μόνο την απώλεια ενός τεχνολογικού εξοπλισμού· σημαίνει ότι ο αντίπαλος χάνει την ικανότητα να βλέπει τι συμβαίνει στον ουρανό του.

Παρόλα αυτά, Ιρανοί αξιωματούχοι ισχυρίζονται ότι έχουν καταστρέψει και οι ίδιοι αρκετά προηγμένα αμερικανικά συστήματα ραντάρ στην περιοχή. Αν αυτοί οι ισχυρισμοί έχουν έστω και μερική βάση, θα μπορούσαν να εξηγούν πώς ιρανικοί πύραυλοι κατάφεραν να πλήξουν στόχους στο Ισραήλ και σε χώρες του Κόλπου.

Μια νέα ισορροπία ισχύος στον Κόλπο

Για δεκαετίες ο Περσικός Κόλπος αποτελούσε μια περιοχή όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ είχαν σχεδόν απόλυτη τεχνολογική υπεροχή. Αυτή η υπεροχή δεν έχει εξαφανιστεί, όμως έχει αρχίσει να διαβρώνεται σταδιακά από τη συνεργασία Ρωσίας, Κίνας και Ιράν στον τομέα των πληροφοριών και της τεχνολογίας.

Σήμερα οι στρατιωτικοί αναλυτές μιλούν για μια νέα πραγματικότητα: τα σήματα και τα δεδομένα έχουν γίνει τόσο σημαντικά όσο και τα ίδια τα όπλα. Όποιος ελέγχει το ηλεκτρομαγνητικό φάσμα —δηλαδή τα ραντάρ, τις επικοινωνίες και τους δορυφόρους— αποκτά σημαντικό πλεονέκτημα στη μάχη.

Καμία πλευρά δεν φαίνεται να ελέγχει πλήρως αυτό το πεδίο. Και αυτό από μόνο του αποτελεί μια σημαντική αλλαγή στην ισορροπία ισχύος.

Ένας πόλεμος που ξεπερνά το Ιράν

Πίσω από αυτή τη σύγκρουση υπάρχει και μια βαθύτερη στρατηγική λογική. Η Κίνα δεν υποστηρίζει το Ιράν απλώς για λόγους πολιτικής συμπάθειας. Για το Πεκίνο, η σύγκρουση λειτουργεί και ως ένα πραγματικό εργαστήριο πολέμου. Κάθε πιθανή εμπλοκή κινεζικών όπλων ή συστημάτων ραντάρ εναντίον αμερικανικών δυνάμεων μπορεί να προσφέρει πολύτιμα δεδομένα που θα μελετηθούν για μελλοντικές στρατιωτικές συγκρούσεις — ιδιαίτερα σε σχέση με το ενδεχόμενο μιας κρίσης στην Ταϊβάν.

Η Ρωσία, από την άλλη πλευρά, βλέπει τη σύγκρουση και ως έναν τρόπο να αντισταθμίσει την πίεση που δέχεται από τη Δύση μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η ενίσχυση του Ιράν ώστε να ασκεί πίεση στις αμερικανικές δυνάμεις στον Κόλπο μπορεί να λειτουργήσει ως στρατηγική ανταπόδοση.

Ένα νέο είδος πολέμου

Ο Περσικός Κόλπος μετατρέπεται σταδιακά στο πρώτο μεγάλο πεδίο όπου ο ηλεκτρονικός πόλεμος μπορεί να αποδειχθεί πιο καθοριστικός από τη συμβατική στρατιωτική ισχύ. Οι συμμαχίες δεν διαμορφώνονται πλέον μόνο με στρατεύματα και στρατιωτικές βάσεις, αλλά και με δορυφορικά δίκτυα, τεχνολογία ραντάρ και ροές πληροφοριών.

Η Ρωσία και η Κίνα δεν στέλνουν στρατεύματα για να πολεμήσουν στο πλευρό του Ιράν. Αντίθετα, προσφέρουν κάτι ίσως πιο σημαντικό: του διδάσκουν πώς να βλέπει το πεδίο της μάχης.

Στον σύγχρονο πόλεμο, τα δεδομένα και τα σήματα μπορούν να είναι τόσο θανατηφόρα όσο και οι πύραυλοι. Για πρώτη φορά το Ιράν αποκτά εταίρους που μπορούν να του προσφέρουν αυτή τη δυνατότητα.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, η πρόκληση πλέον δεν είναι μόνο να διαθέτουν ισχυρότερα όπλα. Είναι να διασφαλίσουν ότι όταν ξεκινήσει η σύγκρουση, ο αντίπαλος θα είναι εκείνος που θα πολεμά χωρίς να μπορεί να δει.

Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν η κρίση στον Περσικό Κόλπο έχει ήδη ξεσπάσει. Αυτό έχει ήδη συμβεί. Το πραγματικό ερώτημα είναι ποιος θα μπορέσει να δει καθαρά το πεδίο της μάχης όταν τελικά καταλαγιάσει ο καπνός.

Al Jazeera

Back to top button