breaking newsΔιεθνή

Τρομερή αποκάλυψη: Πώς Witkoff και Kushner με τα κρυφά «μηνύματα» της Mossad έσυραν Trump και ΗΠΑ στον όλεθρο με Ιράν

Τρομερή αποκάλυψη: Πώς Witkoff και Kushner με τα κρυφά «μηνύματα» της Mossad έσυραν Trump και ΗΠΑ στον όλεθρο με Ιράν

Η εμπλοκή του Witkoff και του Kushner ήταν στενά συνδεδεμένη με τη φιλοπόλεμη πολιτική του Ισραηλινού πρωθυπουργού Benjamin Netanyahu και της Mossad

Η Μέση Ανατολή βιώνει ακόμη μία επικίνδυνη φάση πολεμικής έντασης, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να βρίσκονται στο επίκεντρο της κριτικής για τον τρόπο που χειρίστηκαν τις διαπραγματεύσεις με το Ιράν.
Ο Steve Witkoff, ο ειδικός απεσταλμένος για τη Μέση Ανατολή στον οποίο ο Donald Trump είχε αναθέσει να διαπραγματευτεί με την Τεχεράνη και ο γαμπρός του Jared Kushner, έχουν βρεθεί στο στόχαστρο ειδικών, διπλωματών και δημοσιογράφων για τον κρίσιμο ρόλο τους στην κλιμάκωση της σύγκρουσης.
Στο επίκεντρο αυτής της αμφιλεγόμενης πορείας προς τον πόλεμο βρίσκονται αυτά τα δύο πρόσωπα που δεν προέρχονται από τον παραδοσιακό διπλωματικό μηχανισμό.
Οι δηλώσεις και οι ενέργειές τους πριν από το ξέσπασμα της σύγκρουσης έχουν προκαλέσει έντονες συζητήσεις για το κατά πόσο η διπλωματική διαδικασία απέτυχε λόγω πραγματικής αδιαλλαξίας του Ιράν ή εξαιτίας λανθασμένων εκτιμήσεων ή δόλιων χειρισμών της αμερικανικής πλευράς.

Η δημόσια εικόνα της ανεπάρκειας

Σε συνεντεύξεις και δημόσιες δηλώσεις, ο Witkoff παρουσιάστηκε ως ιδιαίτερα επιθετικός και, σε πολλές περιπτώσεις, αποπροσανατολισμένος από τα τεχνικά ζητήματα των πυρηνικών διαπραγματεύσεων.
Σε συνέντευξη στον Sean Hannity την ημέρα που ξεκίνησε ο πόλεμος, δήλωσε: «Σχεδόν δεν υπάρχει τρόπος να τους σταματήσεις, έχουν ατελείωτη προμήθεια (εμπλουτισμένου ουρανίου).
Νομίζουν ότι μπορούν να μας εκβιάσουν… θα ήταν αδύνατο.»
Αυτή η στρατηγική ρητορική, που φαινόταν να παραγνωρίζει τα πραγματικά δεδομένα της Τεχεράνης, τροφοδότησε τον Trump με την πεποίθηση ότι η διπλωματία ήταν αδύνατη, και ότι η στρατιωτική επέμβαση ήταν αναπόφευκτη.
Μόλις επτά ημέρες μετά την έναρξη των εχθροπραξιών, ο Witkoff ισχυρίστηκε ότι το Ιράν είχε εμπλουτίσει ουράνιο στο 60% — αρκετό για 11 βόμβες — μια δήλωση που αμφισβητήθηκε έντονα από διπλωμάτες τρίτων χωρών και πυρηνικούς εμπειρογνώμονες.
witkoff_kushner_2.webp
Η απόφαση για στρατιωτική δράση

Σύμφωνα με αρκετές αναφορές αμερικανικών μέσων, ο Witkoff και ο Kushner είχαν ενημερώσει τον Λευκό Οίκο λίγο πριν την έναρξη της επιχείρησης ότι η Τεχεράνη χρησιμοποιούσε τις διαπραγματεύσεις απλώς για να κερδίσει χρόνο.
Η εκτίμηση αυτή φέρεται να επηρέασε την απόφαση του Trump να εγκρίνει στρατιωτική δράση.
Ο ίδιος ο πρόεδρος μάλιστα δήλωσε δημόσια ότι οι δύο συνεργάτες του τον βοήθησαν να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι συνομιλίες δεν οδηγούσαν πουθενά.
Η απόφαση αυτή ήρθε ύστερα από μήνες έντονων πιέσεων από τον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Benjamin Netanyahu, ο οποίος υποστήριζε ότι το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν αποτελούσε άμεση απειλή.
Στο πλευρό του βρέθηκαν και σημαντικές πολιτικές φωνές στις ΗΠΑ, όπως ο γερουσιαστής Lindsey Graham, καθώς και σχολιαστές με μεγάλη επιρροή στο συντηρητικό κοινό, όπως ο Mark Levin.

Ο ρόλος του Graham και η … εκπαίδευση του Netanyahu

Ο Lindsey Graham επισκέφθηκε επανειλημμένα το Ισραήλ τις εβδομάδες πριν τις αεροπορικές επιθέσεις, συναντήθηκε με τον Benjamin Netanyahu και με τη Mossad, και φέρεται να «εκπαίδευσε» τον Ισραηλινό πρωθυπουργό πώς να χειριστεί τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Donald Trump, ώστε να εγκρίνει τις επιθέσεις κατά του Ιράν αποκαλύπτει η Wall Street Journal.
Η διαδικασία, όπως περιγράφεται, βασίστηκε σε αυτό που οι αναλυτές ονομάζουν mind-meld game: ο Graham έπεισε τον Trump να σκεφτεί τη διαρκή προεδρική του κληρονομιά, καλλιεργώντας την ιδέα ότι μια στρατιωτική δράση στο Ιράν θα αποτελούσε «ιστορική ανάμνηση».
Στη συνέχεια, ο Netanyahu εισήγαγε το πακέτο πληροφοριών, παρουσιάζοντας στρατηγικά στοιχεία που πίεζαν τον πρόεδρο να αναλάβει δράση.
Το αποτέλεσμα ήταν οι αεροπορικές επιθέσεις και η έναρξη ενός πολέμου χωρίς σαφή στρατηγική εξόδου.


Η παραπληροφόρηση και η απουσία τεχνογνωσίας

Η πιο ανησυχητική διάσταση δεν είναι μόνο η επιθετική ρητορική, αλλά η φερόμενη έλλειψη τεχνικής γνώσης των Αμερικανών απεσταλμένων.
Ο υπουργός Εξωτερικών του Ομάν, Badr bin Hamad Al Busaidi, μεσολαβητής στις συνομιλίες, ταξίδεψε επειγόντως στην Ουάσιγκτον για να ενημερώσει ότι, αντίθετα με τους ισχυρισμούς Witkoff και Kushner, το Ιράν είχε προχωρήσει σε παραχωρήσεις που υπερέβαιναν ακόμα και τη συμφωνία του 2015 με τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ, Barack Obama.
Η παρέμβασή του ενίσχυσε τα ερωτήματα για το αν οι συνομιλίες είχαν πράγματι φτάσει σε αδιέξοδο ή αν υπήρχε ακόμη περιθώριο διπλωματικής λύσης.

Εξάλλου πολλοί διεθνείς εμπειρογνώμονες συμφώνησαν ότι οι Αμερικανοί απεσταλμένοι παρερμήνευσαν κρίσιμες τεχνικές λεπτομέρειες, οι οποίες οδηγούσαν στο συμπέρασμα πως το Ιράν δεν βρισκόταν κοντά στην κατασκευή πυρηνικών όπλων.
Αντίθετα, η Τεχεράνη χρησιμοποιούσε τον πυρηνικό αντιδραστήρα για ειρηνικούς σκοπούς.
Αυτό υποδηλώνει όχι μόνο ανεπάρκεια, αλλά και πιθανή παραπλάνηση της προεδρίας από άτομα χωρίς επαρκή τεχνική κατάρτιση.
oman.png
Η πίεση από το Ισραήλ

Η εμπλοκή του Witkoff και του Kushner ήταν στενά συνδεδεμένη με τη φιλοπόλεμη πολιτική του Ισραηλινού πρωθυπουργού Benjamin Netanyahu και της Mossad.
Ο Witkoff φέρεται να διατηρεί προσωπικές και χρηματοδοτικές σχέσεις με ακραίους Ισραηλινούς δωρητές, ενώ ο Kushner έχει μακρά ιστορία δεσμών με ισραηλινά συμφέροντα, συμπεριλαμβανομένων παράνομων οικισμών στη Δυτική Όχθη.
Οι συχνές επικοινωνίες τους με Ισραηλινούς αξιωματούχους, κατά τη διάρκεια και πριν τον πόλεμο, δημιουργούν την εντύπωση ότι οι αποφάσεις της Ουάσιγκτον δεν ήταν αποτέλεσμα ανεξάρτητης στρατηγικής ανάλυσης, αλλά επηρεασμένες από ξένα συμφέροντα.
Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, ο Witkoff και ο Kushner φέρονται να επικοινωνούσαν καθημερινά με Ισραηλινούς αξιωματούχους, συντονίζοντας πληροφορίες, στρατηγικές και ακόμη και εκτιμήσεις για το πώς η Τεχεράνη αντιμετώπιζε την πίεση των κυρώσεων.
Οι διαπραγματεύσεις δεν ήταν μόνο αμερικανο-ιρανικές· αποτελούσαν μέρος ενός μεγαλύτερου παιχνιδιού γεωπολιτικών συμφερόντων που συχνά υπερέβαινε τις ανάγκες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

witkoff_kushner_b.jpg
Οι προσωπικές δεσμεύσεις και η επιρροή – Τα …μηνύματα της Mossad

Η προσωπική φιλία και οι οικονομικοί δεσμοί του Kushner με τον Netanyahu και άλλους Ισραηλινούς παράγοντες έπαιξαν ξεκάθαρα καθοριστικό ρόλο.
Ο Witkoff, από την πλευρά του, εμφανίζεται ως «επαγγελματίας υπέρ του Ισραήλ», με σχέσεις και δωρεές που τον συνδέουν με ισχυρούς υποστηρικτές της πολιτικής του Ισραήλ, όπως η Miriam Adelson.
Μάλιστα, σύμφωνα με δημοσιογραφικές αποκαλύψεις, φέρει μαζί του ένα ειδικά κατασκευασμένο pager που του δώρισαν ο Netanyahu και ανώτεροι αξιωματούχοι της Mossad, ως αναφορά σε μυστική επιχείρηση κατά της Hezbollah.
Κατά την προεκλογική εκστρατεία του 2024, ο Witkoff συγκέντρωσε επίσης μεγάλα ποσά χρηματοδότησης από φιλοϊσραηλινούς δωρητές για την εκστρατεία του Trump.
Αυτή η στενή σχέση οδήγησε σε μια κατάσταση όπου οι συμβουλές προς τον Trump δεν ήταν αντικειμενικές, αλλά επηρεασμένες από ισραηλινά συμφέροντα και στρατηγικές επιλογές της Mossad, δημιουργώντας την εντύπωση ότι οι Αμερικανοί διαπραγματευτές ήταν περισσότερο ενδιάμεσοι των ισραηλινών επιδιώξεων παρά ανεξάρτητοι εκπρόσωποι της Ουάσιγκτον.
witkoff_netanyahu.jpg

Ο Trump και η τεράστια ευθύνη των ΗΠΑ

Σύμφωνα με πολλαπλές πηγές, ο Donald Trump αποφάσισε να εγκρίνει στρατιωτικές επιχειρήσεις στη βάση της εκτίμησης που του μετέφεραν ο Witkoff και ο Kushner.
Η επιλογή αυτή, σε συνδυασμό με την απουσία πυρηνικών ειδικών στην ομάδα διαπραγμάτευσης, καταδεικνύει μια συστημική αδυναμία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής: η στρατηγική καθοδηγείται περισσότερο από προσωπικούς δεσμούς και φιλοπόλεμες συμβουλές, παρά από αντικειμενική ανάλυση των δεδομένων.
Οι οικονομικές και ανθρωπιστικές συνέπειες της σύγκρουσης, μαζί με την αποσταθεροποίηση στη Μέση Ανατολή, βαρύνουν τελικά τον αμερικανικό λαό, ο οποίος χρηματοδοτεί και υποστηρίζει έναν πόλεμο βασισμένο σε αμφιλεγόμενες και παραποιημένες πληροφορίες.
trump_iran_2.webp

Πόλεμος για προσωπικές φιλοδοξίες και συμφέροντα 

Η υπόθεση του Witkoff και του Kushner αναδεικνύει μια επικίνδυνη διάσταση της αμερικανικής πολιτικής: η απόφαση για πόλεμο βασίζεται σε αμφίβολες πληροφορίες και προσωπικές φιλοδοξίες, όχι σε τεχνοκρατική γνώση ή διπλωματική σοφία.
Η εμπλοκή τους στο Ιράν δείχνει ότι η Ουάσιγκτον μπορεί να εμπλακεί σε συγκρούσεις υψηλού ρίσκου, χωρίς πλήρη κατανόηση των πραγματικών δεδομένων και χωρίς να συμβουλεύεται τους ειδικούς.
Είναι πλέον επείγον για το Κογκρέσο και τα ΜΜΕ να εξετάσουν με ακρίβεια τον ρόλο αυτών των συμβούλων και την επίδρασή τους στη χάραξη της αμερικανικής πολιτικής, προκειμένου να αποφευχθούν περαιτέρω στρατηγικά λάθη με τεράστιο ανθρώπινο και οικονομικό κόστος. 

Back to top button