Με μια παρέμβαση υψηλής πολιτικής και νομικής φόρτισης, ο δρ. Διεθνών Σχέσεων Γιάννος Χαραλαμπίδης, μιλώντας στο ΣΙΓΜΑ, αποδόμησε τη ρητορική της Άγκυρας γύρω από τον ρόλο της στην Κύπρο, υποστηρίζοντας ότι η ίδια η τουρκική ανακοίνωση καταλήγει να επιβεβαιώνει, έστω και έμμεσα, τη νομιμότητα της ελληνικής παρουσίας στο νησί.
Αφετηρία της τοποθέτησής του αποτέλεσε η δήλωση του τουρκικού Υπουργείου Άμυνας, σύμφωνα με την οποία η Τουρκία, ως εγγυήτρια δύναμη, δικαιολογεί τα μέτρα που λαμβάνει στην Κύπρο, σε ένα περιβάλλον όπου –όπως ισχυρίζεται– δρουν και άλλες χώρες που δεν είναι εγγυήτριες. Ο Γιάννος Χαραλαμπίδης στάθηκε ακριβώς σε αυτό το σημείο, υπογραμμίζοντας ότι από τη στιγμή που η Άγκυρα αναγνωρίζει το καθεστώς των εγγυητριών δυνάμεων, αυτομάτως αποδέχεται και τον θεσμικό ρόλο της Ελλάδας και της Βρετανίας στην Κύπρο.
Κατά την ανάλυσή του, η τουρκική τοποθέτηση συνιστά στην πράξη μια έμμεση παραδοχή ότι η Ελλάδα νομιμοποιείται να βρίσκεται στην Κύπρο. Όχι μόνο επειδή είναι εγγυήτρια δύναμη, αλλά και επειδή, με βάση το διεθνές δίκαιο, κάθε κράτος έχει δικαίωμα να ζητήσει συνδρομή από συμμαχικές χώρες όταν απειλείται. Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Χαραλαμπίδης επικαλέστηκε το άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο προβλέπει το δικαίωμα ατομικής και συλλογικής αυτοάμυνας όταν ένα κράτος δέχεται επίθεση και δεν προστατεύεται αποτελεσματικά από το σύστημα συλλογικής ασφάλειας του ΟΗΕ.
Ο Κύπριος αναλυτής ξεκαθάρισε ότι η παρουσία δυνάμεων από την Ελλάδα, αλλά και από άλλες χώρες όπως η Γαλλία, δεν πρέπει να εξετάζεται μόνο μέσα από το πρίσμα των εγγυητριών δυνάμεων. Όπως τόνισε, πρόκειται ταυτόχρονα για άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της ίδιας της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία μπορεί να οργανώνει την άμυνά της και να προσκαλεί συμμάχους για την ασφάλειά της.
Προχώρησε, μάλιστα, ένα βήμα παραπέρα, υποστηρίζοντας ότι το ad hoc σύστημα ασφάλειας που έχει διαμορφωθεί στην περιοχή λόγω των εξελίξεων πρέπει πλέον να αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά. Είτε αυτό γίνει στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε μέσω μιας ευρύτερης συνεργασίας κρατών που δρουν εκτός ενιαίας ευρωπαϊκής απόφασης, το ζητούμενο, όπως είπε, είναι να οικοδομηθεί μια σταθερή αρχιτεκτονική ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η ανάγκη αυτή καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική εξαιτίας της ίδιας της τουρκικής στάσης. Υποστήριξε ότι η Άγκυρα υπενθυμίζει καθημερινά τον χαρακτήρα της ως κατοχικής δύναμης, τόσο μέσω της διατήρησης δεκάδων χιλιάδων στρατιωτών στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου όσο και μέσω της αποστολής F-16, τα οποία –όπως σημείωσε– δεν κρίνονται επιχειρησιακά αναγκαία αλλά υπηρετούν πολιτικούς και στρατηγικούς σκοπούς.
Ο Γιάννος Χαραλαμπίδης επέμεινε ότι η βασική απειλή για την Κυπριακή Δημοκρατία δεν βρίσκεται μακριά, αλλά εντός του ίδιου του κυπριακού χώρου. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, η απειλή για την Κύπρο δεν είναι το Ιράν, αλλά η Τουρκία, και αυτή η απειλή δεν πρόκειται να εξαφανιστεί με το τέλος της σημερινής περιφερειακής κρίσης. Κατά συνέπεια, η Λευκωσία οφείλει να σχεδιάσει την άμυνά της με ορίζοντα μονιμότητας και όχι συγκυρίας.
Στο ίδιο πνεύμα, συνέδεσε τις σημερινές εξελίξεις με μια ευρύτερη ιστορική και γεωπολιτική πραγματικότητα, κάνοντας λόγο για έναν διαρκή πόλεμο μεγάλης διάρκειας, ο οποίος δεν αφορά μόνο επιμέρους συγκρούσεις αλλά βαθύτερες ανακατατάξεις στο διεθνές σύστημα. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ανατολική Μεσόγειος, το Σουέζ και οι βασικές ενεργειακές και εμπορικές αρτηρίες αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία, γεγονός που, κατά την εκτίμησή του, καθιστά αναγκαία τη δημιουργία ενός σταθερού πλαισίου αποτροπής και ασφάλειας.
Ο κ. Χαραλαμπίδης άφησε σαφώς να εννοηθεί ότι η Κύπρος μπορεί και πρέπει να λειτουργήσει ως κόμβος αυτού του νέου πλέγματος ασφαλείας, με αξιοποίηση κρίσιμων υποδομών, όπως η βάση «Ανδρέας Παπανδρέου», και με δυνατότητα παρουσίας ελληνικών και άλλων συμμαχικών μέσων στο νησί. Όπως τόνισε, η ίδια η Τουρκία, μέσα από την προσπάθειά της να δικαιολογήσει τα δικά της τετελεσμένα, δίνει στην Κυπριακή Δημοκρατία και στους συμμάχους της τα επιχειρήματα για μια πιο σταθερή και θεσμικά κατοχυρωμένη αμυντική παρουσία.
Η παρέμβαση του δρος Διεθνών Σχέσεων στο ΣΙΓΜΑ κατέληξε έτσι σε ένα καθαρό πολιτικό συμπέρασμα: η Κύπρος δεν μπορεί να συνεχίσει να αντιμετωπίζει την ασφάλειά της αποσπασματικά. Σε ένα περιβάλλον όπου η κατοχή συνεχίζεται, οι απειλές πολλαπλασιάζονται και η Τουρκία επιδιώκει να εμφανιστεί ως δήθεν εγγυήτρια σταθερότητας, η Λευκωσία καλείται να περάσει από την άμυνα των επιχειρημάτων στην οικοδόμηση μόνιμων στρατηγικών τετελεσμένων υπέρ της ίδιας της κρατικής της υπόστασης.