Σε μια στιγμή που ο πόλεμος με το Ιράν κλιμακώνεται και η Μέση Ανατολή φλέγεται, μια εικόνα από το Οβάλ Γραφείο κάνει τον γύρο του κόσμου: Ευαγγελικοί πάστορες στέκονται γύρω από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, ακουμπώντας τα χέρια τους στους ώμους του και προσεύχονται για «σοφία» και «θεϊκή καθοδήγηση».
Τη συνάντηση έχει οργανώσει η τηλεευαγγελίστρια Πόλα Γουάιτ-Κέιν, η πιο στενή πνευματική σύμβουλος του Ντόναλντ Τραμπ και επικεφαλής του Γραφείου Πίστης του Λευκού Οίκου.
Για τους υποστηρικτές της είναι μια γυναίκα πίστης που φέρνει τον χριστιανισμό στην καρδιά της πολιτικής εξουσίας. Για τους επικριτές της είναι η πιο αμφιλεγόμενη θρησκευτική φιγούρα που έχει βρεθεί τόσο κοντά στον Λευκό Οίκο.
Σε κάθε περίπτωση, η Γουάιτ-Κέιν δεν είναι απλώς μια πάστορας που προσεύχεται για τον πρόεδρο. Είναι το πρόσωπο που συνδέει τον Τραμπ με εκατομμύρια Ευαγγελικούς ψηφοφόρους — ένα κίνημα που βλέπει τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή όχι μόνο ως γεωπολιτική αναμέτρηση, αλλά και ως μέρος ενός θεϊκού σχεδίου, ως «θρησκευτική υποχρέωση».
Η θεολογία του «πνευματικού πολέμου»
Η Πόλα Γουάιτ-Κέιν είναι ένα χαρισματικό πρόσωπο του ευαγγελικού κινήματος, όπου η έννοια του «spiritual warfare» – πνευματικού πολέμου είναι κεντρική.
Στη ρητορική αυτού του κινήματος, ο κόσμος βρίσκεται σε μια διαρκή μάχη ανάμεσα στις δυνάμεις του Θεού και τις δυνάμεις του κακού. Οι προσευχές, οι «πνευματικές μάχες» και η πίστη θεωρούνται μέσα για να νικηθεί το κακό.
Η ίδια έχει χρησιμοποιήσει πολλές φορές τέτοια γλώσσα. Σε δημόσια προσευχή το 2020 μιλούσε για την εκδίωξη «σατανικών σχεδίων» και καλούσε τους πιστούς να «χτυπήσουν ξανά και ξανά μέχρι τη νίκη».
Για τους πιστούς πρόκειται για μεταφορά. Για τους επικριτές της όμως αυτή η θεολογία δημιουργεί μια κοσμοθεωρία σύγκρουσης, όπου η πολιτική αντιπαράθεση εύκολα μετατρέπεται σε μάχη ανάμεσα στο καλό και το κακό.
Και πουθενά αυτή η αντίληψη δεν είναι πιο ισχυρή από ό,τι στη σχέση των Ευαγγελικών με το Ισραήλ.
Το βιβλικό δικαίωμα και η «ιερή αποστολή»
Για ένα μεγάλο κομμάτι του ευαγγελικού κινήματος στις ΗΠΑ, η στήριξη στο Ισραήλ δεν είναι απλώς στρατηγική επιλογή. Είναι θρησκευτική εντολή. Οι ίδιοι αυτοαποκαλούνται «Χριστιανοί Σιωνιστές».
Η βάση βρίσκεται σε ένα χωρίο της Παλαιάς Διαθήκης, τη Γένεση 12:3:
«Θα ευλογήσω εκείνους που σε ευλογούν».
Πολλοί Χριστιανοί Σιωνιστές ερμηνεύουν τη φράση ως θεϊκή υπόσχεση προς όσους στηρίζουν το Ισραήλ. Με αυτή τη λογική, το σύγχρονο κράτος του Ισραήλ δεν είναι απλώς ένα κράτος αλλά μέρος της εκπλήρωσης της βιβλικής προφητείας.
Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή αποκτά έτσι και μια θεολογική διάσταση: δεν είναι μόνο πολιτική ή στρατιωτική — είναι μέρος ενός ιστορικού σχεδίου που οδηγεί στην τελική μάχη της ιστορίας.
Η εξήγηση του Μάικ Χάκαμπι
Αυτή τη λογική εξήγησε χαρακτηριστικά ο Αμερικανός πρέσβης στο Ισραήλ, Μάικ Χάκαμπι σε συνέντευξή του στον δημοσιογράφο Τάκερ Κάρλσον.
Ο Χάκαμπι υποστήριξε ότι το Ισραήλ έχει «βιβλικό δικαίωμα» στη γη της Μέσης Ανατολής, επειδή — όπως λέει — η περιοχή δόθηκε από τον Θεό στον εβραϊκό λαό.
Ο Κάρλσον αναφέρθηκε σε εδάφιο της Παλαιάς Διαθήκης, σύμφωνα με το οποίο ο Θεός υπόσχεται στον Αβραάμ γη «από το ουάντι της Αιγύπτου έως τον μεγάλο ποταμό, τον Ευφράτη». Στη σύγχρονη γεωγραφία, όπως σημείωσε, μια τέτοια περιγραφή θα περιλάμβανε το Ισραήλ, την Ιορδανία, τη Συρία, τον Λίβανο, αλλά και μεγάλα τμήματα της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράκ.
«Δεν είμαι βέβαιος ότι θα έφτανε τόσο μακριά, αλλά θα ήταν ένα μεγάλο κομμάτι γης», απάντησε ο Χάκαμπι, προσθέτοντας: «Το Ισραήλ είναι γη που ο Θεός έδωσε, μέσω του Αβραάμ, σε έναν λαό που επέλεξε. Ήταν ένας λαός, ένας τόπος και ένας σκοπός». Όταν ρωτήθηκε ευθέως αν το Ισραήλ έχει δικαίωμα σε αυτή τη γη, απάντησε: «Θα ήταν μια χαρά αν τα έπαιρνε όλα» – σε μία δήλωση που προκάλεσε βεβαίως σφοδρότατες αντιδράσεις.
Σε αυτή τη θεολογική οπτική, το ζήτημα δεν είναι απλώς σύνορα ή διπλωματία. Είναι ζήτημα θεϊκής υπόσχεσης.
Γι’ αυτό και πολλοί Χριστιανοί Σιωνιστές αντιμετωπίζουν την έντονη κριτική προς την κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου ως κάτι περισσότερο από πολιτική διαφωνία — συχνά τη θεωρούν επίθεση στο ίδιο το Ισραήλ ή ακόμη και μορφή αντισημιτισμού.
Από τη θεολογία στην πολιτική
Την ίδια κοσμοθεωρία εκφράζει συχνά και ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ, ένας από τους πιο στενούς συμμάχους του Ισραήλ στο Κογκρέσο και ένθερμος υποστηρικτής του πολέμου κατά του Ιράν.
Ο Γκράχαμ έχει επικαλεστεί επανειλημμένα τη βιβλική φράση «θα ευλογήσω εκείνους που σε ευλογούν» για να εξηγήσει γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να στηρίζουν το Ισραήλ χωρίς επιφυλάξεις.
Σε αυτή την αφήγηση, η σύγκρουση με το Ιράν δεν είναι μόνο γεωπολιτική αντιπαράθεση. Παρουσιάζεται συχνά ως μάχη ανάμεσα σε ένα δημοκρατικό σύμμαχο της Δύσης και μια δύναμη που απειλεί την ύπαρξη του Ισραήλ.
Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η θρησκευτική γλώσσα της πίστης, της αποστολής και του πνευματικού πολέμου αποκτά ολοένα μεγαλύτερη πολιτική σημασία.
Η σκιά του Αρμαγεδδώνα
Στην πιο ακραία εκδοχή αυτής της θεολογίας βρίσκεται η ιδέα του Αρμαγεδδώνα.
Πρόκειται για την τελική μάχη ανάμεσα στις δυνάμεις του Θεού και του κακού που, σύμφωνα με την Αποκάλυψη της Καινής Διαθήκης, θα προηγηθεί της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού.
Για πολλούς Ευαγγελικούς που ακολουθούν μια χιλιαστική εσχατολογική ερμηνεία της Βίβλου, η επιστροφή των Εβραίων στο Ισραήλ και οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή θεωρούνται σημάδια που προαναγγέλλουν την τελική μάχη της ιστορίας.
Σε αυτή την κοσμοθεωρία, η ιστορία κινείται προς μια κορύφωση — μια τελική αναμέτρηση που θα οδηγήσει στην επιστροφή του Χριστού και την εγκαθίδρυση της χιλιετούς βασιλείας του.
Οι περισσότεροι Ευαγγελικοί δεν επιδιώκουν ενεργά μια τέτοια σύγκρουση. Όμως για τους επικριτές τους, η γλώσσα της προφητείας και του πνευματικού πολέμου δημιουργεί ένα επικίνδυνο πλαίσιο όπου η γεωπολιτική σύγκρουση μπορεί να παρουσιαστεί ως θεϊκή αποστολή.
Η γυναίκα που έγινε η γέφυρα
Σε αυτό το περιβάλλον κινείται η Πόλα Γουάιτ-Κέιν. Η σχέση της με τον Ντόναλντ Τραμπ ξεκίνησε το 2002 όταν ο τότε επιχειρηματίας την είδε να κηρύττει στην τηλεόραση και της τηλεφώνησε. Έκτοτε έγινε η πιο στενή πνευματική του σύμβουλος.
Το 2017 προσευχήθηκε στην ορκωμοσία του και τα επόμενα χρόνια λειτούργησε ως βασικός σύνδεσμος ανάμεσα στον Τραμπ και το ευαγγελικό κίνημα.
Η ίδια είναι επίσης γνωστή για τη διδασκαλία του λεγόμενου «ευαγγελίου της ευημερίας», της ιδέας ότι η πίστη και οι δωρεές προς την εκκλησία μπορούν να φέρουν οικονομική επιτυχία και υλική ευλογία. Αυτή η θεολογία έχει προκαλέσει έντονη κριτική ακόμη και μέσα στον χριστιανικό κόσμο. Πολλοί τη θεωρούν αιρετική. Παρ’ όλα αυτά, η επιρροή της στον Λευκό Οίκο παραμένει σημαντική.
Σήμερα η Πόλα Γουάιτ-Κέιν λειτουργεί ως ένας από τους βασικούς διαμεσολαβητές ανάμεσα στον Λευκό Οίκο και ένα τεράστιο δίκτυο ευαγγελικών εκκλησιών και θρησκευτικών οργανώσεων.
Σε μια περίοδο όπου η ένταση στη Μέση Ανατολή αυξάνεται, το θρησκευτικό αφήγημα γύρω από το Ισραήλ αποκτά ακόμη μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα. Για τους υποστηρικτές της πρόκειται για πίστη και ηθική υποχρέωση. Για τους επικριτές της, για μια επικίνδυνη σύγχυση ανάμεσα στη θεολογία και τη γεωπολιτική.
Σε κάθε περίπτωση, η Πόλα Γουάιτ-Κέιν είναι σήμερα κάτι περισσότερο από τηλεευαγγελίστρια. Είναι ένα από τα πρόσωπα που εξηγούν γιατί, στην αμερικανική πολιτική, η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή δεν παρουσιάζεται πάντα μόνο ως στρατηγική αναμέτρηση — αλλά, έμμεσα ή άμεσα, και ως μια μάχη με ιερή διάσταση.
Naftemporiki.gr